Thursday, April 8, 2010

Βαγγέλης Γερμανός, τραγουδοποιός, 60 ετών


Σπούδασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εχει γράψει μουσική και στίχους για περισσότερους από δέκα δίσκους («Τα μπαράκια», «Ο τροβαδούρος σου», «Ελεύθερος χρόνος» κ.ά.), ενώ ως ηθοποιός έχει εμφανιστεί στις ταινίες «Βαριετέ» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Ο αδελφός μου κι εγώ» του Αντώνη Κόκκινου κ.ά.


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά, σε μια λαϊκή γειτονιά. Θυμάμαι ένα τοπίο με χώμα, μολόχες και σπίτια χαμηλά. Θυμάμαι επίσης έντονα τη θάλασσα και τη μυρωδιά της.

Δεν έχει και τόση σημασία αν θα γεννηθείς σε παλάτι ή σε παράγκα. Σημασία έχει να έχεις κάποια σταθερά σημεία αναφοράς. Οταν οι γονείς έχουν συνέπεια στη συμπεριφορά τους, παρέχουν στο παιδί αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας. Οι γονείς μου ήταν έτσι, και αυτό τους το αναγνωρίζω.

Η βασική επαφή μου με τη μουσική έγινε μέσω ενός εργολάβου που δούλευε δίπλα στο σπίτι μας και στα διαλείμματα από τη δουλειά έπαιζε κιθάρα. Εγώ, πιτσιρικάς τότε, έστηνα αφτί. Ο ήχος αυτός με γοήτευσε, με αιχμαλώτισε. Πήγα στη μητέρα μου και της είπα ότι ήθελα κιθάρα. Δεν μου έφερε αντίρρηση και είναι κάτι για το οποίο την ευγνωμονώ.

Από μικρός είχα έφεση στη ζωγραφική αλλά, λόγω γονέων, πείστηκα πως έπρεπε να σπουδάσω κάτι που στο μέλλον να μου δίνει κάποιο εισόδημα. Δήλωσα αρχιτεκτονική αλλά τελικά πέρασα στο μαθηματικό. Εκείνη την εποχή βέβαια το μυαλό μου δεν ήταν στις σπουδές, αλλά στα κορίτσια, στις κιθάρες και στις βόλτες – κάτι που θεωρώ απόλυτα φυσικό για αυτή την ηλικία.

Ο,τι σου παρέχεται άνευ κόπου δεν το εκτιμάς. Για να σπουδάσεις κάτι, πρέπει να έρθει ο καιρός του. Να το νιώσεις σαν βαθιά ανάγκη μέσα σου. Αλλιώς είναι καταναγκασμός.

Μεταξύ σπουδών και μουσικής συνέβη ένα «κοσμοϊστορικό» γεγονός στη ζωή μου. Αγαπούσα μια κοπέλα, αλλά οι γονείς μας αντιδρούσαν – μας έλεγαν να σπουδάσουμε πρώτα, να βρούμε μια δουλειά και μετά να μείνουμε μαζί. Εμείς όμως παντρευτήκαμε και κάναμε και ένα μωρό – ήμασταν κάπου 20 ετών τότε. Αυτό με έφερε προ των ευθυνών μου: Τελείωσα το πανεπιστήμιο και με έναν φίλο μου ανοίξαμε φροντιστήριο μαθηματικών.

Μου κόστιζε που η μουσική είχε μπει σε δεύτερη μοίρα στη ζωή μου και κάποια στιγμή είπα στον εαυτό μου: «Θες να συνεχίσεις ως καθηγητής Μαθηματικών ή να ακολουθήσεις το όνειρό σου;». Βέβαια απάντησα το δεύτερο, οπότε παράτησα το φροντιστήριο και αφοσιώθηκα στη μουσική.

Δεν είμαι άνθρωπος της θεωρίας, αλλά της πράξης. Η «θεωρία» μού προκύπτει μέσα από την πράξη. Δεν ψάχνω κάποια ιδεολογική ομπρέλα να «χωθώ» από κάτω. Εξετάζω τα πράγματα σύμφωνα με το βίωμα που έχω.

Στόχος της οποιασδήποτε τέχνης δεν είναι η αλήθεια, αλλά η χαρά. Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να ταλαιπωρείται, αλλά για να ζήσει τη ζωή του με πληρότητα, να γεράσει και να πεθάνει χαρούμενος.

Η χαρά βρίσκεται μέσα από τη δημιουργία. Και όχι απαραίτητα φτιάχνοντας τραγούδια. Και ένα παπούτσι να φτιάξεις ή να ονειροπολήσεις χαζεύοντας τα σύννεφα, μπορεί να είναι εξίσου δυνατή εμπειρία.

Τι νόημα έχει η αναζήτηση του νοήματος της ζωής; Η αλήθεια είναι πικρή και το τέλος ίδιο για όλους. Σημασία έχει τι κάνεις με τον χρόνο που σου δίνεται μέχρι τότε.

Δεν μου αρέσει να νοσταλγώ το παρελθόν. Η νοσταλγία είναι ένα μάλλον παθητικό συναίσθημα, εκτός αν τη χρησιμοποιείς σε κάτι δημιουργικό.

Στους ανθρώπους αρέσει αυτό που τους θυμίζει κάτι που ξέρουν, το οικείο – το άγνωστο τους φοβίζει. Αν ένας Ελληνας ακούσει τη μουσική που παίζουν οι Μογγόλοι, θα τον ξενίσει. Ο Μογγόλος όμως κλαίει με αυτόν τον ήχο. Οταν λοιπόν λέω ότι με συγκινεί ο λαϊκός ήχος, σημαίνει ότι μέσα σε αυτόν αναγνωρίζω κάποια κομμάτια μου.

Συνήθως ο άνθρωπος ενηλικιώνεται αφού φύγουν οι γονείς του από αυτόν τον κόσμο. Για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του μόνος του, χωρίς «δεκανίκι».

Κάποιος είχε πει ότι «η μία από τις δύο μεγαλύτερες δυστυχίες του ανθρώπου είναι να μη βρει τον έρωτα της ζωής του. Η άλλη είναι να τον βρει». Οσο όμως κάποιος ψάχνει να βρει τον έρωτα τόσο δεν τον βρίσκει. Συνήθως είναι μπροστά μας, δεν είναι κρυμμένος πουθενά. Μόνο που για να τον δούμε χρειάζεται μαθητεία.

Μπορεί να μην είναι ένας ο άνθρωπος που μας συμπληρώνει, αλλά περισσότεροι. Και, τελικά, μπορεί να είναι και οποιοσδήποτε.

Με ενδιαφέρει να βλέπω και άλλες όψεις του κόσμου στον οποίο ζω. Γι’ αυτό αγαπώ πολύ τα ταξίδια, μου αρέσει η ιδέα της αναχώρησης και της επιστροφής. Το ταξίδι είναι πράξη επαναστατική.

Οπως η μουσική, έτσι και η θάλασσα είναι ένα φυσικό μοντέλο της ζωής, ένας καθρέφτης της. Με συγκινεί το γεγονός ότι ο συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου μοιάζει με τη θάλασσα. Οτι η ζωή μπορεί να διαρκεί όσο μια καταιγίδα, μια φουρτούνα. Με παρηγορεί να κάθομαι στην άκρη της θάλασσας και να την κοιτάζω. Είναι θεραπευτικό.

  • Δημοσιεύτηκε στο BHMAMEN, τεύχος 48, σελ. 146-147, Απρίλιος 2010.
  • ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΛΑΔΗ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΝΤΟΣ. | Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

No comments: