Showing posts with label Μαμαγκάκης Νίκος. Show all posts
Showing posts with label Μαμαγκάκης Νίκος. Show all posts

Saturday, July 27, 2013

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ Ενας πολυσχιδής δημιουργός

  • Από τον Χορτάτση μέχρι τον Μπρεχτ και από τον Ορφ μέχρι τον Βαμβακάρη, ο Νίκος Μαμαγκάκης αφομοίωσε δημιουργικά ένα πλήθος μουσικών ρευμάτων, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που αποτελεί ουσιαστικά στοιχείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Ο θάνατος, τα ξημερώματα της περασμένη Τετάρτης, του συνθέτη, Νίκου Μαμαγκάκη, σε ηλικία 84 ετών αποτελεί, κατά γενική ομολογία και απόλυτη βεβαιότητα, μια δυσαναπλήρωτη απώλεια, όχι μόνο για τη μουσική, αλλά και για τον ελληνικό πολιτισμό. Διότι ανήκε σε μία γενιά δημιουργών (μουσικών, ποιητών, συνθετών, εικαστικών κ.λπ.) η οποία, αφενός αφομοίωσε με μοναδικό τρόπο τις διαφορετικές πολιτισμικές επιρροές που άνθισαν στο φιλόξενο «περιβόλι» του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, αφετέρου αυτό συνέβη όντας «σφυρηλατημένη» στο «καμίνι» της αιματοβαμμένης πορείας του ελληνικού λαού - από το Επος του '40, την κατοχή και την Εθνική Αντίσταση, την εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και τους μετέπειτα αγώνες - γεγονός που «σφραγίζει» αντικειμενικά το ιδεολογικό και συναισθηματικό «φόντο» αυτού του δημιουργικού «ηφαιστείου».Ο Ν. Μαμαγκάκης είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της αντίληψης για τη μουσική και το γεγονός ότι ακριβώς ως μουσικός αυτοπροσδιοριζόταν - όντας ήδη σπουδαίος και διεθνώς αναγνωρισμένος συνθέτης - και ότι δεν έκανε διαχωρισμούς σε «είδη» είναι ίσως το «κλειδί» για όποιον θέλει να ερμηνεύσει το πώς μπορούσε αυτό το ανήσυχο πνεύμα να «κολυμπά» με άνεση από τη μουσική παράδοση της πατρίδας του της Κρήτης, έως την πρωτοποριακή ηλεκτρονική μουσική και από το ρεμπέτικο τραγούδι και τη μουσική για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση έως το συμφωνικό έργο.

Wednesday, July 24, 2013

Σε ηλικία 84 ετών πέθανε ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης

Η εργογραφία του Ν.Μαμαγκάκη περιλαμβάνει όλα τα είδη: μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, όπερες, ηλεκτρονική μουσική, έργα για ορχήστρα, κύκλους τραγουδιών και άλλα
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Η εργογραφία του Ν.Μαμαγκάκη περιλαμβάνει όλα τα είδη: μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, όπερες, ηλεκτρονική μουσική, έργα για ορχήστρα, κύκλους τραγουδιών και άλλα   (Φωτογραφία:  ΑΠΕ )
Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, ο Νίκος Μαμαγκάκης έφυγε τα ξημερώματα από τη ζωή, σε ηλικία 84 ετών, αφήνοντας πίσω του σπουδαίο έργο. Ο Νίκος Μαμαγκάκης έπασχε από καρκίνο και νοσηλευόταν στο Ερρίκος Ντυνάν. Η εργογραφία του περιλαμβάνει όλα τα είδη: μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, όπερες, ηλεκτρονική μουσική, έργα για ορχήστρα, κύκλους τραγουδιών και άλλα. Ο Νίκος Μαμαγκάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1929. Καταγόταν από οικογένεια λαϊκών μουσικών (μεταξύ των οποίων και ο «θρυλικός» λυράρης Ανδρέας Ροδινός). Ξεκίνησε τις σπουδές του από το Ωδείο Αθηνών με καθηγητές στα θεωρητικά τους Μ. Κουτούγκο, Α. Ευαγγελάτο, Μ. Βάρβογλη και Επ. Φασιανό και εν συνεχεία από το 1957 μαθήτευσε στην Ανώτατη Μουσική Σχολή του Μονάχου δίπλα στους Καρλ Ορφ και Γκέντσμερ. Μετά από παραμονή οκτώ ετών στην Ευρώπη, επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα το 1965.

Tuesday, November 2, 2010

Σαν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα

  • Σε ήχο ελληνικό

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ ΠΑΠΠΑ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΙΔΑΙΑ
Ενα καινούργιο έργο του Νίκου Μαμαγκάκη (μονόδραμα το ονομάζει) βασισμένο σε ποιήματα γραμμένα στη φυλακή και στο «ημερολόγιο» της Ελλης Παππά. Το έργο υλοποιούν οι ερμηνευτές: Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Σαβίνα Γιαννάτου, Ειρήνη Δερέμπεη και Παναγιώτης Παπαϊωάννου.
Την υπόθεση που συγκλόνισε την Ελλάδα ο Νίκος Μαμαγκάκης την έζησε, όπως γράφει στο σημείωμά του, από κοντά μέσα στη ζοφερή ατμόσφαιρα του εμφυλίου. Ο Νίκος Μπελογιάννης (για τους νεότερους ενδιαφερομένους) εκτελέστηκε προς δόξαν μιας πρωτοφανούς και ολέθριας πολιτικής μισαλλοδοξίας, παρά τη διεθνή κινητοποίηση. Μέσα σε μία εβδομάδα η κυβέρνηση Πλαστήρα έλαβε 250.000 τηλεγραφήματα απ' όλο τον κόσμο, που ζητούσαν τη σωτηρία του. Ανάμεσα στους αποστολείς τους, ο Σαρλ ντε Γκολ, 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Αγγλίας, ο Πολ Ελιάρ, ο Ζαν Κοκτό, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Τσάρλι Τσάπλιν κ.ά. Υπέρ του Μπελογιάννη παρενέβη μάλιστα και ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Σπυρίδων, λέγοντας: «Εχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».
«Η ιστορία του Μπελογιάννη και της Παππά...», λέει ο συνθέτης σε συνέντευξή του, «...είναι σαν την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Εδώ όμως υπάρχει και το ήθος των ανθρώπων, η ανθρωπιά τους, το νταηλίκι τους. Υπάρχει αυτή η γυναίκα που, κοριτσάκι, της σκότωσαν τον άντρα, της πήραν το παιδί και την έβαλαν δεκαεννιά χρονώ φυλακή. Δεν βρέθηκε κανένας τότε να πει, πού την πάτε; Κατάσκοπος το κοριτσάκι το δεκαεννιάχρονο; (...). Υπάρχουν πράγματα που αιωρούνται στον αέρα και στην ιστορία ενός τόπου και ενός πολιτισμού. Αυτοί οι άνθρωποι θα επηρεάζουν και θα επενεργούν για πάντα τις ανθρώπινες ψυχές. Εξάλλου, και τότε είχαν επηρεάσει όλη την ανθρωπότητα».
Στις μέχρι τώρα σχετικές πολιτιστικές αναφορές (το περίφημο σκίτσο του Πάμπλο Πικάσο, η ταινία του Νίκου Τζίμα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», η ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου κ.ά.) έρχεται τώρα ακόμα μία, το εξαιρετικού (από στιλιστική άποψη) ενδιαφέροντος έργο του Μαμαγκάκη. Τόσο στη μελοποιία όσο και στην ενορχήστρωση διακρίνεται η προσωπική γραφή του συνθέτη που για ορισμένους είναι «πειραματική», «τολμηρή», σε ρήξη με τα καθιερωμένα, τα τετριμμένα ή και απλώς «δύσκολη».
Δεν θα έλεγα πως η μουσική αυτή είναι «εύκολη» (αν φυσικά ο χαρακτηρισμός αυτός αναφέρεται σε μια προϋπόθεση που ορισμένοι δημιουργοί θέτουν στους ακροατές τους: Να μη σκέπτονται). Οχι. Η προϋπόθεση εδώ είναι, ακριβώς, η σκέψη. Οχι μόνο η σκέψη πάνω στο θέμα του έργου μα και πάνω στη μουσική του γλώσσα. «Τα τραγούδια...», γράφει ο συνθέτης, «...έχουν μια ατμόσφαιρα λαϊκή...». Ακούγοντάς τα, ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να μην αντιπαραβάλει αυτή την ιδιαίτερη (έστω) λαϊκότητα μ' εκείνη των απορριμμάτων που μας σερβίρονται σήμερα σαν «λαϊκά». Αυτοί που ευθύνονται πιο πολύ για την παρακμή του τραγουδιού, γράφει, «...είναι κάποιοι μεγάλοι τραγουδιστάδες που καλλιεργούν ένα είδος γλειμμένης καραμέλας, (...) σκουπίδια χωρίς τέχνη. Σκουπίδια που εκτείνονται σε μία έβδομη, από το ντο μέχρι το σι μπεμόλ. Εχουν μία αρμονική φαρέτρα τονική-δεσπόζουσα-υποδεσπόζουσα, ό,τι πιο πρωτόγονο υπάρχει. Οι στίχοι είναι όλο υπονοούμενα και πρέπει να λέγονται από γυμνά, ρόδινα μέλη, και να παρουσιάζονται με ένα ύφος που απέχει μία τρίχα μόνο από το πορνό». Χρυσόστομος Μαμαγκάκης.

Friday, March 27, 2009

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ: «Είμαι ένας άνθρωπος αγιάτρευτος, μανιακός του ήχου και των κειμένων»

http://www.os3.gr/festival_2007b/petras/nikos_mamagakis.jpg

  • Το σπίτι του στο Μετς έχει κάτι από ινδικό ναό με μια χαρούμενη νότα αυλής σχολείου. Ο Νίκος Μαμαγκάκης, ένας από τους σημαντικότερους και πολυγραφότερους Ελληνες συνθέτες, μας υποδέχεται εκεί, ανάμεσα σε αυτοσχέδια μουσικά όργανα, δίσκους και βιβλία που εκδίδει από τη δική του εταιρεία και μας μιλάει για την αβάσταχτη αγάπη του για τη λογοτεχνία και τη μουσική. Σε κάποιο εσώφυλλο δίσκου διαβάζω ένα μικρό σημείωμά του για τη μουσική:
  • Και όπως στον έρωτα... λυτρώνει σε δωμάτια με ημίφως, κλειστά παράθυρα και πεσμένα παραπετάσματα. Αλλά και γιατί όχι και σε υπαίθριους χώρους με άπλετο φως και διάφανο αγέρα, ή και ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα και σε βροχή, σε χιόνια...

Τα τελευταία χρόνια έχετε ηχογραφήσει από την αρχή όλους τους δίσκους σας, οι οποίοι κυκλοφορούν πλέον από τη δική σας εταιρεία, την Ιδαία. Επίσης, έχετε ξεκινήσει ένα εκδοτικό έργο και ήδη τέσσερα βιβλία σας είναι στην αγορά. Πώς αποφασίσατε να αναλάβετε μόνος σας όλη αυτή τη δράση;

  • ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ: Από απόγνωση. Τρελάθηκα με την αυθαιρεσία των δισκογραφικών εταιρειών, οι οποίες κυκλοφορούσαν μόνον ό,τι τους άρεσε από το έργο μου ή και τίποτα. Αποφάσισα, λοιπόν, χωρίς καμία βοήθεια, να το κάνω μόνος μου. Εφτιαξα μια μικρή ετικέτα, την Ιδαία (από το αρχαίο όνομα της Κρήτης), που είναι μια «βιοτεχνία» μουσικής. Καμία σχέση με πρακτικές εταιρειών, πολιτικές δημόσιων σχέσεων και κερδοσκοπία. Εβαλα όσα λεφτά είχα και δεν είχα και μπήκα στο δικό μου στούντιο, το οποίο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτά των εταιρειών. Ηχογράφησα από την αρχή 42 δίσκους μου. Πολλή δουλειά. Και έπεται συνέχεια.

Ποια ανάγκη σάς έσπρωξε να προχωρήσετε και στις εκδόσεις;

  • Ν.Μ.: Τείνω να γίνω συνθέτης κειμένων, ξέρεις. Είμαι μανιακός με τα κείμενα. Κατακλύζομαι από σελίδες κειμένων σε όλη μου τη ζωή. Από μικρό παιδί, στην Κατοχή, όταν πρωτοδιάβασα το ξεκοιλιασμένο από τους βομβαρδισμούς Ασμα Ασμάτων στο κατώφλι του σπιτιού μου στο Ρέθυμνο. Αμέσως μετά διάβασα την Ερωφίλη. Η πρώτη μου μελοποίηση, σε ηλικία 12 ετών, ήταν πάνω σε ένα ποίημα μιας χριστιανής ποιήτριας που βρήκα σε ένα περιοδικό της μάνας μου. Και στη Γερμανία, όταν σπούδαζα κοντά στον Καρλ Ορφ, που ήταν μέγας λάτρης των κειμένων, πάλι κοντά στα κείμενα ζούσα και ανέπνεα. Εκεί πρωτοδιάβασα τον Οδυσσέα του Τζόις και όλους τους μεγάλους συγγραφείς. Ηταν, λοιπόν, φυσικό να θελήσω κάποτε να εκδώσω κείμενα που θεωρώ σημαντικά, αφού ποτέ δεν ξεχώρισα τα κείμενα από τα μουσικά έργα μου. Ενας ακόμη λόγος ήταν ότι κάποια κείμενα που ήθελα να μελοποιήσω δεν υπήρχαν. Οπως, για παράδειγμα, το λαϊκό έπος του Παντζελιού, το οποίο μιλάει για την πρώτη επανάσταση στην Κρήτη το 1770 και τη δράση του Δασκαλογιάννη. Εντόπισα μόνο μία μοναδική παλιά έκδοση σε κάποια βιβλιοθήκη της Κρήτης.

Ποια βιβλία έχετε εκδώσει μέχρι σήμερα;

  • Ν.Μ.: Εκτός από «Το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», τον οποίο θεωρώ ένα από τα πιο φωτισμένα πρόσωπα όλου του Ελληνισμού, έχω εκδώσει επίσης τα ποιήματα του εξαίσιου ρεθυμνιώτη βάρδου και αυτοσχέδιου ποιητή Γιώργου Καλομενόπουλου, «Τα Ψηλορείτικα», «Το τραγούδι του παλιού Ρεθύμνου» και τις «Κρητικές αύρες», γραμμένα από έναν δημιουργό με πολύ προσωπικό ιδίωμα. Ακόμη, τον «Νέο Ερωτόκριτο» του αγαπημένου φίλου μου Παντελή Πρεβελάκη, του οποίου επίσης το κείμενο δεν υπήρχε και το εξέδωσα για πρώτη φορά. Είναι μια συγκλονιστική και τολμηρή λογοτεχνική στιγμή του. Τέλος, το δοκίμιο του μεγάλου μουσικολόγου και διανοουμένου Γιάννη Παπαϊωάννου, του περίφημου Νανάκου. Τον είχα καλέσει στο κτήμα μου στον Θεολόγο και μιλούσαμε 10 μέρες. Καταρράκτης πληροφοριών. Αυτή η ηχογράφηση έγινε βιβλίο, με τίτλο «Διάλογοι πάνω στη σύγχρονη ελληνική μουσική».

Δεν αντιμετωπίσατε προβλήματα διανομής στα δισκοπωλεία και τα βιβλιοπωλεία;

  • Ν.Μ.: Πήγα μόνος μου σε όλα τα μεγάλα μουσικά μαγαζιά φορτωμένος με τα cd μου και τους ρώτησα: «Τα θέλετε; Είναι το έργο μου». «Βεβαίως, κύριε Μαμαγκάκη», μου είπαν. Λεφτά δεν έβγαλα ούτε αυτός ήταν ο σκοπός μου. Αυτό που ήθελα, και το πέτυχα σε πείσμα όλων, ήταν να υπάρχει το έργο μου παντού, σε όλη την Ελλάδα. Και στα βιβλία μου προσπαθώ να κάνω το ίδιο. Σήμερα βρίσκονται στην Πολιτεία, στον Ιανό, στον Κάουφμαν, στην Πρωτοπορία και στον Νάκα. Εχω δημιουργήσει, επίσης, ένα εργαστήρι εξωφύλλων και χωρίς να περνιέμαι για εικαστικός, φτιάχνω μόνος μου και τα cd και τα βιβλία. Η ανάγκη με ώθησε να το κάνω, αφού έπρεπε να δώσω μόνο γι' αυτά πάνω από 200.000 ευρώ, τα οποία φυσικά δεν είχα. Πρέπει να πω ότι μέσα στην τρέλα μου και στο πείσμα μου υπήρξα πολύ τυχερός. Με βοήθησαν σε όλη αυτή την προσπάθεια άνθρωποι ταλαντούχοι, συνεργάτες με όραμα.

Σε ποιο μεγάλο κείμενο ακουμπήσατε πρώτη φορά για να εμπνευστείτε μουσικά;

  • Ν.Μ.: Στον Ερωτόκριτο, ο οποίος έχει υποστεί καμιά πενηνταριά γραφές από τότε. Σε όλα μου σχεδόν τα έργα συμβαίνει αυτό. Και τα τελευταία χρόνια που τα ηχογραφώ ξανά, τα αναβιώνω, τα ανασυνθέτω, τα εκτελώ από την αρχή. Πολύμοχθη εργασία, ώρες ατέλειωτες, ακόμα και 20 ώρες την ημέρα, 7 μέρες τη βδομάδα. Μέχρι τελικής πτώσεως.

Γιατί νιώθετε την ανάγκη να επανέρχεστε;

  • Ν.Μ.: Τα έργα δεν τελειώνουν, μη γελιόμαστε. Οι ειδικοί λένε ότι λιγότερο από 50% είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί από την αρχική ιδέα που συλλαμβάνει ένας δημιουργός.

Νιώθετε ότι κάτι λείπει από το έργο, ότι κάποια καινούρια ιδέα πιέζει και πρέπει να συμπληρωθεί;

  • Ν.Μ.: Νομίζεις ότι δεν θέλω να γλιτώσω από όλα αυτά που έχω ήδη γράψει; Είναι οδυνηρό. Και πιο δύσκολο να διορθώσεις από το να δημιουργήσεις κάτι καινούριο. Αλλά νιώθω, ξέρω, αισθάνομαι ότι τα έργα μου δεν έχουν τελειώσει. Την ίδια στιγμή που γράφω κάτι σκέφτομαι την ανασύνθεσή του, τη βελτίωσή του. Ολοι οι δημιουργοί έχουν γράψει άπειρες φορές τα θέματά τους. Μήπως ο Μπετόβεν δεν ήξερε μουσική και βλέπεις στις παρτιτούρες του τόσες διορθώσεις; Και ο Τολστόι; Χιλιάδες αναθεωρήσεις.

Θυμήθηκα τώρα το «Αγνωστο Αριστούργημα» του Μπαλζάκ, όπου ο ζωγράφος με τη μανία του για την τελειότητα καταστρέφει το δημιούργημά του. Δεν υπάρχει αυτός ο κίνδυνος;

  • Ν.Μ.: Υπάρχει, βεβαίως, αλλά στην περίπτωσή μου δεν πρόκειται για τελειομανία. Δεν είμαι ούτε ιδιοφυής ούτε μεγαλοφυής. Είμαι ένας άνθρωπος αγιάτρευτος και φανατικός, χτυπημένος από τη μανία του ήχου και των κειμένων, ένας ηχολάγνος, ένας ηχουργός, σε βαθμό που σκέφτομαι ότι τώρα που είμαι πρεσβύτης πώς διάβολο αντέχει το μυαλό μου... Θέλει κότσια, κόπο, στερήσεις και κουράγιο να κάθεσαι ώρες ατέλειωτες και να δουλεύεις. Στη μουσική το μολύβι είναι πολύ βαρύ αν δεν κάνεις αναμασήματα και δεν γαργαλάς τα υπογάστρια των ανθρώπων. Δεν είναι παίξε-γέλασε η μουσική. Είναι μια γοητεία που κρατάει χρόνια, ακόμα και στην πιο μεγάλη κούραση, ακόμα και στα αδιέξοδα.

Από πού αντλείτε αυτή τη δύναμη;

  • Ν.Μ.: Ξέρω κι εγώ; Από μια ανωμαλία που έχει γίνει πια χρωμόσωμα. Ο μύθος λέει ότι στη νεκροψία βρέθηκαν στα πόδια του Νιζίνσκι κάτι ίνες σαν αυτές που έχουν τα πουλιά. Είμαι σκλάβος του πάθους μου. Ανήκω στη μουσική, χωρίς αυτό να εμπεριέχει τίποτε μεταφυσικό ή μεγαλόπνοο. Εγώ γράφω μουσική με όση δύναμη έχω και θέλω να φτάσω τις ιδέες μου στο καλύτερο δυνατό σημείο. Και να μελοποιώ τα μεγάλα κείμενα. Οπως την Οδύσσεια του Ομήρου σε απόδοση του αγράμματου κρητικού ριμαδόρου Γιώργη Ψυχουντάκη και το Συμπόσιο του Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, με τα οποία θα καταπιαστώ στο μέλλον.
Εχετε μελοποιήσει μεγάλους ποιητές, όπως Σαπφώ, Ρίτσο, Εγγονόπουλο, Καβάφη, Κάλβο, Αισχύλο, Λόρκα και τόσους άλλους. Ποιοι από αυτούς σάς έχουν εμπνεύσει περισσότερο;
  • Ν.Μ.: Ο Γεώργιος Χορτάτζης είναι ο μεγαλύτερος Ελληνας ποιητής μετά τους τραγικούς. Είναι η γέφυρα μεταξύ του Αισχύλου και του νέου Ελληνισμού. Μετά, έρχεται ο Βιτσέντζος Κορνάρος, που ήταν μαθητής του. Δεν θυμάμαι καμιά περίοδο της ζωής μου που να μη με απασχολεί η Ερωφίλη του Χορτάτζη. Είναι ένα έργο που με καθόρισε. Και τον Ρίτσο τον αγάπησα πολύ. Δεν μπόρεσα ποτέ να μελοποιήσω Ελύτη, παρότι η ποίησή του είναι τεράστια και ήταν φίλος μου. Υπέροχος άνθρωπος. Και από τον Σεφέρη, πολύ λίγα έχω γράψει, παρότι είχα την παρότρυνσή του. Και ήταν, ξέρεις, δύσκολος άνθρωπος, φειδωλός στα κομπλιμέντα, βαρύς. Μου είχε μάλιστα γράψει σε ένα γράμμα ότι κάνω μουσική με γνώση και με τρόπο.

Γιατί δεν μπορέσατε να τους μελοποιήσετε αφού αγαπούσατε την ποίησή τους;

  • Ν.Μ.: Δεν εξηγείται. Η μελοποίηση των κειμένων, η προσέγγισή τους είναι τεράστιο ζήτημα. Η σχέση λόγου και ήχου είναι πολύ συχνά απροσπέλαστη. Και εγώ και μεγαλύτεροι συνθέτες από εμένα έχουμε εντρυφήσει, χωρίς πάντα να έχουμε καταφέρει πολύ καλές λύσεις. Η ζωή μου είναι αυτή η προσπάθεια. Αγαπώ την καθαρή μουσική, τα κονσέρτα, αλλά πιο πολύ τα μελοποιημένα κείμενα. Ξερογλείφομαι όπως ένα σκυλί μπροστά στην Οδύσσεια και στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Και παρακαλάω να είμαι καλά στην υγεία μου, να μπορέσω να αντέξω, να καταφέρω να τα μελοποιήσω με τον τρόπο που ονειρεύομαι.

Ο πρώτος μουσικός ήχος που θυμάστε ποιος ήταν;

  • Ν.Μ.: Η καμπάνα της εκκλησίας, δίπλα στο σπίτι μου. Ηθελα να με πηγαίνει η μάνα μου στην ταράτσα να την ακούω να χτυπά. Και στην προκυμαία, όταν άκουσα πρώτη φορά τη λύρα του Ανδρέα Ροδινού, πρώτου μου ξάδελφου, ο οποίος υπήρξε ο μεγαλύτερος λυράρης που έβγαλε ποτέ η Κρήτη. Είναι εκείνος που ανέπτυξε πρώτος την τεχνική της λύρας με το σπάνιο, εξαιρετικό χάρισμα που είχε. Ηταν ένα αστέρι: ψηλός, όμορφος, πρώτος μαθητής, στα 16 του έπαιζε όλο το ρεπερτόριο. Μπορούσε να παίζει 3 μέρες χωρίς σταματημό. Πέθανε στα 22 από φυματίωση και η γιαγιά μου τυφλώθηκε από τα κλάματα. Ακόμα έχω στα αυτιά μου τα μοιρολόγια για τον Ανδρέα. Ημουνα 5 χρονώ.

Η μουσική σας είναι ιδιωματική, αβανγκάρντ, ενώνει πρωτοποριακούς ήχους με τη δημοτική μουσική, περνάει από το έντεχνο στο ρεμπέτικο και το λαϊκό, και από τις όπερες, τα ορατόρια και τις συμφωνίες στα απλά τραγούδια. Πώς ταιριάζουν μεταξύ τους όλα αυτά;

  • Ν.Μ.: Η μουσική είναι μία. Είναι η τέχνη και η επιστήμη των ήχων. Εγώ, μουσικός είμαι, ήχους οργανώνω και δεν με ενδιαφέρει καθόλου να βάλω ετικέτες στους ήχους. Είναι σαν να λέμε ότι δεν μπορούμε να πάμε στην Επίδαυρο να δούμε τραγωδία και μετά να ακούσουμε ρεμπέτικο. Χαιρόμαστε και με τα δύο, τα αγαπάμε και τα δύο και δεν χρειάζεται να απολογηθούμε σε κανέναν γι' αυτό. Το να γράψεις ένα καλό τραγούδι δεν θέλει λιγότερη δύναμη από το να γράψεις μια συμφωνία. Απλώς η συμφωνία χρειάζεται περισσότερο χρόνο.

Εχετε γράψει εκατοντάδες τραγούδια, ακόμη και για τη Φίνος Φιλμς.

  • Ν.Μ.: Ρώτησα κάποτε τον Ξενάκη γιατί δεν γράφει τραγούδια. Μου απάντησε ότι δεν μπορούσε. Μια ομολογία ειλικρινής και τρομακτική. Θα σου πω ακόμη ότι σχεδόν όλοι οι αβανγκαρντίστες συνθέτες που γνωρίζω δεν μπορούν να γράψουν ένα τραγούδι. Γι' αυτό δεν γράφουν. Εγώ αν δεν μπορώ να γράψω ένα τραγούδι δεν μπορώ να ζήσω. Τρελαίνομαι, το καταλαβαίνεις; Υπάρχουν φορές που σε τσιγκλάει ένας ήχος καμπανιστός και σου κάνει κομμάτια το μυαλό. Οταν πετύχω να γράψω μια καλή φράση συγκινούμαι αφάνταστα· τώρα που μεγάλωσα πια μπορώ να το πω, συγκλονίζομαι μέχρι δακρύων. Τι δηλαδή; Να μην κάνω κάτι που με συγκλονίζει επειδή γράφω συμφωνίες; Θυμάμαι τον Χατζιδάκι που μου έλεγε: «Τα μισώ τα παιδιά του Πειραιά». Του απαντούσα πως είχε άδικο. Ποτέ δεν αποκήρυξα τα τραγούδια που έγραψα για τη Βουγιουκλάκη και τον Φίνο. Ημουνα απολύτως δοσμένος σε αυτό που έκανα, δεν πήγα εκεί για να σνομπάρω και οι άνθρωποι ήταν σκληροί επαγγελματίες, τσακάλια, ήθελαν από μένα το καλύτερο. Μπορεί να έγραψα αυτά τα τραγούδια για να επιβιώσω λόγω χούντας, αλλά δεν τα θεωρώ υποδεέστερα. Αρχισα, μάλιστα, να τα παίζω και στις συναυλίες μου. Χαίρομαι που τα έχω γράψει, κόπιασα γι' αυτά και δεν μου έχουν κάνει κανένα κακό. Κι ας θεωρώ ότι η «Οπερα των Σκιών» ή «Τα τραγούδια της Παράδεισος» είναι για μένα κάτι πολύ σημαντικό.

Υπάρχουν κάποια έργα σας που ξεχωρίζετε;

  • Ν.Μ.: Ολα τα έγραψα με την ίδια ζέση, προσπάθεια, αγάπη, τιμιότητα. Θέλει τιμιότητα να είναι το επόμενο έργο σου διαφορετικό από το προηγούμενο.

Οταν ακούτε μουσική τι αισθάνεστε; Συγκίνηση, έκσταση, αισιοδοξία, δύναμη;

  • Ν.Μ.: Η τέχνη θέλει να εκστασιάσει. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να έχει κανείς μπροστά σε ένα έργο τέχνης. Μέσα από την έκσταση γίνεται η αναμόχλευση των παθών και έρχεται η κάθαρση. Μετά την ακρόαση και την αισθητική λειτουργία που συντελείται, επέρχεται ένα είδος πνευματικής τόνωσης. Σε μένα συμβαίνει μετά την ακρόαση να έρχονται νέες ιδέες, να πλημμυρίζω από νέες ιδέες. Αισθάνομαι θηρίο ανήμερο, έτοιμο να κατακτήσει όλον τον κόσμο.
  • Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Wednesday, November 5, 2008

Οι κρυφές όψεις του ρεμπέτικου


Του ΓΙΩΡΓΟΥ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΝΙΚΟΥ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗ: ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΙΔΑΙΑ

Από την εποχή που οι δύο κορυφαίοι συνθέτες Μάνος Χατζιδάκις και Μίκης Θεοδωράκης διατύπωσαν την ιστορική καλλιτεχνική τους πρόταση, αξιοποιώντας (μαζί με τον Τσιτσάνη) τη μουσική παράδοση του ρεμπέτικου, έχει περάσει μισός και πλέον αιώνας. Η αξιοποίηση αυτή, βέβαια, εκτός από τα σημαντικά έργα που γέννησε στον χώρο του τραγουδιού, δεν απέφυγε ούτε τις υπερβολές ούτε και τις λογής λογής κακοποιήσεις της κληρονομιάς αυτής. Οι λεγόμενοι «επίγονοι» των δύο μεγάλων συνθετών, καθώς και εκείνοι που εξ ανάγκης (λόγω μόδας) αλλαξοπίστησαν κι από ορκισμένοι εχθροί των «μπουζουκοτράγουδων» μεταμορφώθηκαν, χωρίς ντροπή, εν μια νυκτί, σε δουλοπρεπείς ακροβάτες αναμασητές, μίμους ή αντιγραφείς των ρεμπέτικων, των λαϊκών και των λεγόμενων έντεχνων, δεν μας παρέδωσαν κάτι που να μπορεί να λογαριαστεί για αληθινή και πρωτοποριακή καλλιτεχνική προσέγγιση της λαϊκής μουσικής παράδοσης, όπως αυτή εμφανίστηκε στις ηχητικές καταγραφές των αρχών του 20ού αιώνα.

Η εργασία που παρουσιάζει τώρα ο Νίκος Μαμαγκάκης αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, τη μόνη, μετά Χατζιδάκι - Θεοδωράκη, σημαντική καλλιτεχνική πρόταση σχετικά με τη μουσική παράδοση του ρεμπέτικου.

«Το 1948 που ήρθα στην Αθήνα» γράφει ο ίδιος, «ήταν ο Τσιτσάνης 33 χρονών, ο Χιώτης 27, ο Καλδάρας 28, ο Τατασόπουλος 19, ο Μάρκος Βαμβακάρης 43 και το νεοαστικό ελληνικό τραγούδι ή ρεμπέτικο, ή λαϊκό ή όπως το θέλεις, ήταν στην πιο εκρηκτική ακμή του κι εγώ μόλις 18 χρονών. Ο Χατζιδάκις κι ο Θεοδωράκης 22 χρονών. Είχα την τύχη λοιπόν να βρεθώ μέσα στην καρδιά της άνθησης του νεοελληνικού αστικού-τραγουδιστικού γίγνεσθαι, να γνωρίσω και να σχετιστώ με όλους τους αρχάγγελους βάρδους αυτού του πρωτοφανούς μουσικού θαύματος, να γράψω κι εγώ πολλά τραγούδια, τα οποία διοχέτευσα μέσω των φίλων μου, και να μπολιαστώ αγιάτρευτα από αυτή την τραγουδιστική καταιγίδα. Από τότε είχα αρχίσει να σκέφτομαι μια επεξεργασία των αριστουργημάτων αυτών για ένα μεγάλο ορχηστρικό σύνολο που θα 'δινε την ευκαιρία στο υλικό αυτό σε μια πιο πλατιά απήχηση, ακόμα και σε διεθνές επίπεδο. Είχα δε σαν πρότυπο, αυτό το πολύ σπουδαίο έργο του Νίκου Σκαλκώτα "Ενορχήστρωση και παραλλαγές πάνω σε ελληνικούς χορούς", που έγινε διεθνής επιτυχία και που τόσο έχει βοηθήσει το μουσικό πολιτισμό της χώρας μας».

Οπως πάντα, έτσι και τώρα, ο Νίκος Μαμαγκάκης με τη μουσική του αυτή, έχει κάτι να πει που μας αφορά. Κάτι που αξίζει να προσέξουμε, που εκτός των άλλων, αποτελεί και αφορμή, ή αφετηρία, για σκέψη. Η μουσική του «ματιά» επί της μουσικής των παλαιών λαϊκών τραγουδιών είναι ερευνητική, αποκαλυπτική, δροσερή, κοφτερή και πρωτότυπη. Κρατάει ζωντανό και αναγνωρίσιμο το σώμα της μελωδίας και ταυτόχρονα -με την ενορχηστρωτική του δύναμη- το ψηλαφεί, το αναδεύει, το ταράσσει, για να φέρει στην επιφάνεια και άλλες όψεις, γεύσεις και αρώματα που εκπορεύονται είτε από το βάθος (από την καταγωγή) της παλιάς αυτής μουσικής είτε (και πιο ενδιαφέρον καλλιτεχνικώς) από τη φαντασία του δημιουργού. Αυτή η τελευταία, εξαιρετικά παιγνιώδης και σχεδόν εν ελευθέρα πτήσει, σχολιάζει, υπαινίσσεται, αποκαλύπτει -παίζοντας με θέματα όπως του «Μπουφετζή», της «Φαληριώτισσας», του «Πασατέμπου», του «Μινόρε της αυγής» και άλλων, ή μ' έναν τρόπο και μια γραφή χαρακτηριστική του συνθέτη, και που τόσο άδικα θεωρούν ορισμένοι πως είναι τάχα στριφνή ή «δύσκολη». Ας ακούσουν τον δίσκο ακόμα και οι «εχθροί» του ρεμπέτικου, ιδίως αυτοί.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 05/11/2008

Saturday, September 6, 2008

Νίκος Μαμαγκάκης: «Δεν διακινδυνεύει κανείς τίποτα σήμερα»


Τα «Άπαντα» του Νίκου Μαμαγκάκη σε νέα έκδοση

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 - 06/09/2008

«Υπάρχει πράγματι μια ακατάσχετη ροή ηχοπολτών από τα μέσα αναμετάδοσης. [...] Αυτό επιφέρει έναν υπερκορεσμό και, φυσικά, έχει ως συνέπεια πολλά πράγματα να ισοπεδώνονται και να εξομοιώνονται με τα χυδαία κατασκευάσματα. Γιατί πρέπει να πούμε ότι η μουσική που τρέφει τη νεολαία δεν έχει καμία φλόγα και καμία υψηλή έμπνευση πια. Είναι όπως τα προϊόντα του σουπερμάρκετ, που έχουν καλό ντιζάιν, τρώγονται εύκολα, αλλά δεν έχουν ούτε βιταμίνες ούτε νοστιμιά».

«Η μουσική που τρέφει τη νεολαία δεν έχει καμία φλόγα και καμία υψηλή έμπνευση»
Αυτά έλεγε ο Νίκος Μαμαγκάκης σε μια συνέντευξη που του είχα πάρει και δημοσιεύτηκε στις 22 Οκτωβρίου 1990 στις σελίδες αυτές, επ' ευκαιρία της κυκλοφορίας του δίσκου του «Εαρινή Συμφωνία», σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου.

Ηχοκατασκευάσματα

Και πιο κάτω: «Αυτό, συν το γεγονός της υπερπληθώρας και της υπερπροσφοράς, έχει ως άμεση και οδυνηρή συνέπεια η μουσική να μην επενεργεί πια λυτρωτικά και σαν πανάκεια ψυχής, όπως πρέπει να 'ναι. Κι αν δεν βρεθεί ένας τρόπος να περιοριστεί αυτή η ροή ηχοκατασκευασμάτων, δεν αποκλείεται να δημιουργηθεί μια νέα ψυχασθένεια, που δεν ξέρουμε ούτε το όνομα ούτε τις συνέπειές της».

Τον ρωτάω αν σήμερα, ύστερα από 18 χρόνια, έχει τις ίδιες απόψεις. Και η απάντησή του:

«Η αρρώστια έχει εμφανιστεί ήδη - μια θανάσιμη πλήξη που νιώθουν οι άνθρωποι για την τέχνη, που δεν επενεργεί όπως παλιά. Δεν γίνονται πια μεγάλες παραστάσεις, δίνονται μόνο πράγματα ετοιματζίδικα. Δεν διακινδυνεύει κανείς τίποτα σήμερα».

Ο Νίκος Μαμαγκάκης, ωστόσο, δεν είναι από τους ανθρώπους που αφήνουν τα πράγματα στην τύχη τους - ειδικότερα σε σχέση με το έργο του, που καλύπτει μια τεράστια γκάμα: από όπερες, ορατόρια, παραδοσιακά, μουσικές για κινηματογραφικές ταινίες, μέχρι λαϊκό τραγούδι. Κι επειδή ένας καλλιτέχνης σπάνια τα πάει καλά με τις εταιρείες που εκδίδουν και προωθούν το έργο του, το σκέφτηκε, το αποφάσισε και:

«Δημιούργησα μια μικρή "βιοτεχνία" μουσικής, την "ΙΔΑΙΑ" (αρχαία ονομασία της Κρήτης). Δηλαδή ένα καλό στούντιο ηχογραφήσεων, ένα μικρό εργαστήρι εξωφύλλων, τα οποία εξ ολοκλήρου επινόησα και έστησα μόνος μου, και μια ομάδα φίλων. Δεν επιθυμώ να είμαι εταιρεία και οι οικονομικές βλέψεις οριοθετούνται στο να μη χάσω, ούτε διανοούμαι να χρησιμοποιήσω μεθόδους εταιρειών. Απλώς υπέρτατος στόχος μου είναι η όσο γίνεται φυσική διάδοση των όσων έχω επιτύχει στην τέχνη μου».

Ως τώρα έχουν εκδοθεί από την «ΙΔΑΙΑ» 53 cd με διάφορα έργα, καθώς και 22 με συνθέσεις για φωνή και πιάνο, ενώ πρόκειται να ακολουθήσουν άλλα 10, στα οποία περιλαμβάνονται 4 όπερες. Και τι να πρωτοαναφέρει κανείς από τίτλους, ποιητές (καθώς ο Μαμαγκάκης έχει ντύσει με μουσικές έργα κορυφαίων λογοτεχνών) και εκτελεστές. Στις πρόσφατες δημιουργίες του περιλαμβάνονται και δύο ξεχωριστές: «Τα τραγούδια της παράδεισος», παραλλαγές σε γνωστά ρεμπέτικα με μεγάλη ορχήστρα (ο πρώτος) και φωνές (ο δεύτερος).

Μίκης: «Τα δίνεις όλα»

Ηδη έχει δεχθεί εγκωμιαστικότατα σχόλια. Ανάμεσα σ' αυτά και μια επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη, στην οποία του γράφει:

«Η παραγωγή σου είναι εντυπωσιακή από κάθε άποψη, ποιοτική, ποσοτική και αυτοθυσίας, μιας και τα δίνεις όλα, έμπνευση, κόπο, αυτοχρηματοδότηση, ανιδιοτέλεια. Σαν να βρίσκεσαι σε μια ιδανική κοινωνία αγγέλων, έτοιμη να αγκαλιάσει τα πολύτιμα δώρα της πνευματικής δημιουργίας. Τι να σου πω; Μένω άφωνος και ομολογώ ότι σε θαυμάζω.

»Πριν από λίγες μέρες άκουσα με τον Antoine (Αντώνη!) την... "Παράδεισος", που με εντυπωσίασε. Πράγματι είναι ένα νέο "κοίταγμα" αυτού του κόσμου που επιβεβαιώνει αυτό που λες, ότι δηλαδή η τέχνη είναι έντεχνη. Ομως γι' αυτό χρειάζεται φαντασία, όπως με πολλή επιτυχία δείχνεις να είσαι κάτοχος. Εγώ να προσθέσω τη λέξη "πνευματικότητα", χάρη στην οποία η πρώτη γνήσια ύλη ανεβαίνει ένα σκαλί πιο πάνω από την κλίμακα των ανθρώπινων αξιών. Δηλαδή την πεμπτουσία αυτού που ονομάζουμε απλά τέχνη.

»Σιγά σιγά θα κοιτάξω και τα υπόλοιπα υλικά, στον βαθμό φυσικά που μου το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, που -φευ- παλεύουν απεγνωσμένα με τη φθορά του χρόνου».

Εκτός από τους δίσκους, ο Νίκος Μαμαγκάκης προχώρησε μέσω της εταιρείας του και στην έκδοση 4 άκρως σημαντικών βιβλίων: «Το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», λαϊκό έπος του ποιητάρη Παντζέλιου, «Ποιήματα», τα ψηλορείτικα, τα τραγούδια του παλιού Ρέθυμνου, κρητικές αύρες, του Γιώργου Καλομενόπουλου, «Ο νέος Ερωτόκριτος» του Παντελή Πρεβελάκη, «Διάλογοι πάνω στην ελληνική μουσική» του Γιάννη Παπαϊωάννου.

«Μόνον η βεβαιότητά μου και ο ένθεος έρωτας που τρέφω για τους ογκόλιθους αυτούς του νεοελληνικού πολιτισμού, με ώθησε, έστω και μην έχοντας τα αναγκαία κεφάλαια, να προβώ στην έκδοση των κειμένων αυτών και μέσα σ' αυτό τον πολτό και τον συρφετό των ιδεολογικών σκουπιδιών και το σημερινό πολιτισμικό κομφούζιο, ίσως μπορούν να βοηθήσουν τους σύγχρονους Ελληνες να σώσουν ψυχές», γράφει προλογίζοντας τις εκδόσεις αυτές ο συνθέτης - κάτι που θα 'λεγα ισχύει για όλο του το εγχείρημα. *