Showing posts with label Sugahspank. Show all posts
Showing posts with label Sugahspank. Show all posts

Saturday, May 16, 2009

Οι άγγλοι «ασθενείς» της ελληνικής σκηνής. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα αγγλόφωνα συγκροτήματα μέσα σε ένα «ελληνοκρατούμενο» περιβάλλον

Η αγγλόφωνη ελληνική μουσική σκηνή είναι εδώ, ενωμένη, δυνατή. Μόνο που, παρ΄ όλες τις προσπάθειες όλων όσοι τη στηρίζουν, δεν μπορεί να ξεπεράσει κάποιες παιδικές ασθένειες που ενδεχομένως δεν οφείλονται μόνο σε αυτήν. Οπως ότι δεν έχουν την πλήρη αποδοχή του κοινού, οι δισκογραφικές εταιρείες δεν είναι τόσο ανοιχτές στους εκπροσώπους της, χώροι για να παίξουν τα συγκροτήματα δεν υπάρχουν και, φυσικά, η επαγγελματική αποκατάσταση μέσω συμμετοχής σε αγγλόφωνο γκρουπ αποτελεί ζήτημα... επιστημονικής φαντασίας. Ποια λεφτά, όταν υπάρχουν φορές που βάζουν από την τσέπη τους για να παίξουν «ζωντανά» ή να βγάλουν δίσκο; Ποια λεφτά, όταν για να βγάλουν δίσκο σε «μεγάλη» εταιρεία χρειάζεται τάμα σε μοναστήρι; Ποια λεφτά, όταν στις συναυλίες μαζεύονται οι ίδιοι και οι ίδιοι;

Το θέμα όμως δεν είναι εκεί. Το ζητούμενο είναι ότι όλοι όσοι εμπλέκονται το κάνουν κυρίως επειδή το γουστάρουν και το αγαπούν. Γνωρίζουν πολύ καλά τις συνέπειες του «ατοπήματός» τους και δεν νοιάζονται γι΄ αυτές. Η SugahSpank!, γέννημα θρέμμα Πειραιώτισσα, που τραγουδά σόουλ και τζαζ, γνωρίζει πολύ καλά ότι «όταν τραγουδάς στα αγγλικά στην Ελλάδα, όλα είναι μια μεγάλη δυσκολία. Το μεγαλύτερο ποσοστό του κόσμου ακούει ελληνική μουσική. Αρα, δεν μπορεί να γίνει της τρελής με το αγγλόφωνο». Η ίδια άφησε τη «σοβαρή» δουλειά της και «είμαι πλέον ευτυχισμένος άνθρωπος. Κάνω αυτό που μου αρέσει- και όχι, δεν είμαι ξενομανής. Απλώς έτσι μου βγαίνει, αυτές είναι οι επιρροές μου, τα ακούσματά μου». Η SugahSpank! θεωρεί ότι τα χρήματα που κερδίζει την κάνουν να αισθάνεται ότι δεν χαρίζει την αξιοπρέπειά της. Για τα προβλήματα όμως που αντιμετωπίζει η σκηνή δεν φταίνε μόνο οι άλλοι. «Οταν οι μπάντες παίζουν live και δεν πληρώνονται, ευθύνονται και αυτές. Οπως και δεν έχει νόημα να μιμούνται αντίστοιχα συγκροτήματα από το εξωτερικό».

  • «Οι νέοι δεν μασάνε από δυσκολίες»

Το περίεργο είναι ότι, παρ΄ όλα τα προβλήματα, τα αγγλόφωνα σχήματα έχουν αυξηθεί σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Ο μπασίστας των Film Δημήτρης Μπόρης θεωρεί ότι αυτό συμβαίνει επειδή «οι νέοι άνθρωποι δεν “μασάνε” από τις δυσκολίες, η μουσική έχει πάρει μια καλύτερη θέση στην καθημερινότητα της νεολαίας. Οι “αλήθειες” αλλάζουν χέρια και χρώμα πολύ εύκολα τα τελευταία χρόνια και αυτό από μόνο του δημιουργεί αποστροφή και ανάγκη για νέους κώδικες και τρόπους επικοινωνίας. Αν και χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά». Ο ίδιος πάντως θεωρεί ότι η αγγλόφωνη σκηνή «έχει να δώσει πολύ καλά πράγματα πολύ σύντομα. Και να δώσει την αφορμή, επιτέλους, ν΄ αρχίσει η Ελλάδα να εξάγει μουσική στην Ευρώπη και στο εξωτερικό γενικότερα. Πάντως ακόμη δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά της, τα οποία κάνουν και δύο και τρεις δουλειές, απλώς για να μπορούν να κάνουν μουσική. Η αγγλόφωνη σκηνή συνεχίζει να υπάρχει από την ανάγκη και την τρέλα, μαζί με το πείσμα, τον τσαμπουκά, το χαμόγελο, τη στεναχώρια και τη γλυκιά κούραση κάποιων ανθρώπων».

Ο Κώστας Βαβούσης από τους Ζebra Τracks και τους Μodels υπογραμμίζει ότι «υπάρχουν γκρουπ που έχουν ηχογραφήσει έξι ή επτά δίσκους και ουσιαστικά παραμένουν στην αφάνεια. Αρα, τα πράγματα είναι όντως δύσκολα. Από την άλλη, και οι δισκογραφικές έχουν πέσει στην παγίδα να “μετράνε” κάθε δίσκο μόνο ως προς τις πωλήσεις που θα κάνει. Αλλά ένα άλμπουμ αγγλόφωνου ροκ δεν μπορεί να συναγωνιστεί τις πωλήσεις ενός ελληνικού. Και ούτε πάντοτε πρέπει να μας συγκρίνουν με τις μπάντες του εξωτερικού ή να λένε “για ελληνικό συγκρότημα που τραγουδά στα αγγλικά καλό είναι”. Αλλωστε κανένας από εμάς δεν πάει για το σταριλίκι».

  • Κάτι σαν ρεμπέτικα της Γηραιάς Αλβιώνας

Σύμφωνα με τους Αbbie Gale, «όταν δεν κάνεις κάτι στη γλώσσα που καταλαβαίνει και η γιαγιά μου, λογικό είναι να μην απευθύνεσαι σε τόσο μεγάλη μερίδα κοινού. Για σκεφτείτε, πώς θα ήταν να έβγαινε στην Αγγλία ένα συγκρότημα που θα έπαιζε ρεμπέτικα; Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχει “ανοίξει” το κοινό σε σχέση με το παρελθόν. Αλλά φυσικά δεν θα μπορούσαμε ποτέ να γεμίσουμε ένα Ολυμπιακό Στάδιο. Πρόκειται για... οικογενειακή σκηνή, όπου όλοι έχουμε επίγνωση πού πατάμε και πού πηγαίνουμε».

Ο Τhe Βoy θεωρεί ότι δεν υπάρχει κατ΄ ουσίαν σκηνή. «Σκηνή υπάρχει όταν εκφράζει κάτι. Εδώ στην Ελλάδα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και ούτε φυσικά το ζητούμενο είναι να παίζει ένα συγκρότημα πανκ σε μια κατάληψη. Πρέπει όλοι να προσπαθούν για κάτι πολύ περισσότερο. Να προετοιμάζονται για ένα καλύτερο μέλλον. Να βγουν έξω».

Ωσπου να φθάσει το... μέλλον, τα μέλη της αγγλόφωνης μουσικής σκηνής στην Ελλάδα θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που σημειώνει ο Δημήτρης Αρώνης των Μodrec. «Κατά βάση έχουμε συνηθίσει όλοι στις δυσκολίες. Και όταν έρχεται η ώρα να γράψουμε ένα τραγούδι, η διαδικασία αυτή μάς δίνει την απαιτούμενη ενέργεια ώστε όλα να τα ξεπερνάμε».

  • «Ο κόσμος ενδιαφέρεται αλλά δεν έρχεται στα live»

Ο Δημήτρης Αρώνης, εκ μέρους των Μodrec, μπορεί να μεγάλωσε ακούγοντας ξένο ρεπερτόριο και όταν πρωτογρατσούνισε κιθάρα να τα είπε και στα αγγλικά, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να βλέπει ότι «για πολλούς το αγγλόφωνο ροκ είναι ένα εισαγόμενο είδος και για κάποιους άλλους καλύπτεται από τα γκρουπ του εξωτερικού». Αρα, πού βρίσκεται η ελληνική ροκ, ποπ κ.ο.κ. αγγλόφωνη σκηνή; «Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει ακριβώς σκηνή. Δεν υπάρχει δηλαδή κάτι αντίστοιχο όπως παλαιότερα στο Μάντσεστερ ή στο Σιάτλ. Και στο εξωτερικό ο ήχος έχει “ανοίξει”, οπότε είναι δύσκολο να διαμορφωθεί σκηνή. Επίσης επικρατεί το εξής παράδοξο: Ενώ υπάρχει κόσμος που ασχολείται, στα live η προσέλευση δεν είναι τόσο “δυνατή”».

Οι Μodrec μεγάλωσαν ακούγοντας ξένη ροκ μουσική, δηλαδή ένα «εισαγόμενο», σύμφωνα με τους πολλούς, είδος.
  • Γ. ΣΚΙΝΤΣΑΣ | TO BHMA, Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Sunday, March 29, 2009

Μια χιπ χόπερ Πειραιώτισσα

  • Για τα νέα κορίτσια η Sugahspank! αντιπροσωπεύει την εκπλήρωση του ονείρου. Ξεκίνησε με πενιχρά μέσα και κατάφερε μέσα σε μια πενταετία να ζει από τη μουσική και να κυκλοφορεί τα CD της από τη δική της εταιρεία. Οπως φάνηκε ήδη από το παρθενικό της άλμπουμ «The incredible, the invisible», είναι ένα κορίτσι με σόουλ, βραχνή φωνή, άψογη αγγλική προφορά, τραγούδια με τσαγανό, που μοιάζουν να βγήκαν από κάποιο χάι τεκ στούντιο της Νέας Υόρκης. Ποιος θα φανταζόταν ότι οι στίχοι γράφτηκαν όσο εκείνη ήταν κλινήρης και τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν στο δωμάτιο του σπιτιού της;
  • Εξαιρετικά ταλαντούχα, βέρα Πειραιώτισσα, αμετανόητη χιπ χόπερ, άνετη και ειλικρινής, η Γεωργία μπήκε στα γρανάζια της μουσικής στα 13 της. Δύο χρόνια μετά, που άρχισε να τραγουδά σε διάφορα συγκροτήματα, πήρε την πρώτη ψυχρολουσία: «Με προσέγγισε μια εταιρία, μου υποσχέθηκαν δίσκο, μετά έψαξαν να μου βρουν παρτενέρ και στο τέλος άρχισαν να επεμβαίνουν από τη μουσική μέχρι το ντύσιμό μου. Τους πάγωσα αυτομάτως. Δεν είμαι εγώ γι' αυτά», λέει.
  • Αναζήτησε, λοιπόν, την τύχη της με τον τρόπο που ξέρουν καλύτερα τα νέα παιδιά: γνωρίστηκε μέσω myspace με τους μουσικούς της και έπιασαν δουλειά. Η περίοδος της προετοιμασίας του δίσκου συνέπεσε με την καθημερινή της εργασία σε μια εταιρεία που διαπραγματευόταν αγοραπωλησίες πλοίων. «Κοιμόμουν το πολύ τέσσερις ώρες την ημέρα. Δεν τη γλίτωσα: υπερκόπωση κι ένα πρόβλημα υγείας με καθήλωσαν για έξι μήνες στο κρεβάτι. Αφού εξάντλησα όλες τις ταινίες και τα σίριαλ από το κοντινό βίντεο κλαμπ, άρχισα να γράφω στίχους. Ηταν ευεργετικό το ότι σε αυτή την κατάσταση μπορούσα τουλάχιστον να κάνω κάτι δημιουργικό».
  • Λίγο καιρό μετά, το πρώτο άλμπουμ της βρίσκεται στα δισκοπωλεία. Η ανταπόκριση ανέλπιστη. «Δεν ήμουν προετοιμασμένη. Ισως μια μελαχρινή με σγουρό φουντωτό μαλλί τραβάει περισσότερο τα βλέμματα από 10 αγόρια. Εχει πλάκα, αλλά ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι με περνούν για ξένη και με ρωτούν από πού είμαι. Ομως, σίγουρα δεν είμαι η σόουλ ντίβα με το εξωτικό look. Είμαι μια νέα τραγουδίστρια που αγαπάει πολύ τη μουσική».
  • Τώρα απολαμβάνει την ηχογράφηση του επόμενου άλμπουμ, περιοδεύει στην Ελλάδα και λαχταρά για τη συναυλία της στο Βερολίνο, τον Μάιο. «Μου αρέσουν πολύ τα επαρχιακά κλαμπ γιατί οι ιδιοκτήτες τους δεν είναι άνθρωποι της νύχτας όπως οι Αθηναίοι. Είναι κανονικοί άνθρωποι που μου κάνουν το τραπέζι με τη γυναίκα και τα παιδιά τους, με πάνε στον φίλο τους με τον ραδιοφωνικό σταθμό, μου φέρονται σαν συγγενή τους».
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 29/03/2009