Showing posts with label Μάλαμας Σωκράτης. Show all posts
Showing posts with label Μάλαμας Σωκράτης. Show all posts

Saturday, April 16, 2011

Σωκράτης Μάλαμας. Κάτι σαν απολογισμός...

  • Πετρόπουλος Α., Η ΑΥΓΗ: 17/04/2011
Συνήθως η παρουσίαση ή η αναφορά σε έναν καλλιτέχνη στα ΜΜΕ γίνεται με την ευκαιρία της εμφάνισής του. Καμιά φορά γίνεται και ανάποδα, μετά το τέλος των εμφανίσεων. Έτσι ως απολογισμός...

Τον Μάλαμα είχα περισσότερα από τρία χρόνια να τον δω. Οι συναυλίες του, ιδίως σε ανοιχτούς χώρους στην Αθήνα τα καλοκαίρια μετατρέπονταν σε ένα λαϊκό πανηγύρι, απέχοντας τελευταία αρκετά από το ιδιαίτερο κλίμα που έφτιαχνε ο ίδιος και οι άλλοτε λιγοστές ή πιο διευρυμένες με τα χρόνια παρέες που τον ανακάλυπταν διαρκώς και τον ακολουθούσαν πιστά ώς τις αρχές του 2000. Η σταδιακή μαζικότητα, που έφτασε στο απόγειό της με την “Πριγκηπέσσα” γύρω στο 2007, προσωπικά μου είχε γίνει κάπως απεχθής, δεν ταίριαζαν, βλέπεις, με τα αριστερά μου γούστα τα πλήθη και οι ανοιχτές συνακροάσεις με "μπουζουκόβιους". Παλιό κουσούρι της αριστεράς, θα μπορούσε εύστοχα να πει κάποιος.

Είναι πάντως αλήθεια ότι με τον χρόνο ο Μάλαμας είχε γίνει συνήθεια, διαχρονικό ραντεβού φίλων που συναντιόντουσαν λές και πήγαιναν στο πανηγύρι του χωριού, στον Αϊ Λιά να ανάψουνε (ως πιστοί) κερί! Διαχρονικό ραντεβού για ρακές, μεθύσια, ατάκες, γέλια, μεράκια και γκόμενες στις εξέδρες. Περνάγαμε καλά σε ένα "πλυντήριο ψυχής", διακωμωδούσαμε το κόλλημά μας με τον ίδιο και τα τραγούδια του, απαντάγαμε μεταξύ μας χρησιμοποιώντας ατάκες από τους στίχους του. Νιώθαμε «ευτυχείς, λυπημένοι και πότες»… Μια ιδιαίτερη φυλή.

Όλο αυτό το διάστημα, δηλαδή κοντά 18 χρόνια, ο Μάλαμας δεν σταμάτησε να είναι η ίδια δωρική μορφή, ποιοτικός πάντα, διαρκώς να ψάχνεται, πειραματιζόμενος σε λαϊκούς δρόμους, σε έντεχνες μπαλάντες, σε ροκ φόρμες που θύμιζαν κάτι από Λου Ριντ και Νικ Κέιβ, να παθιάζεται περασμένες τρεις τα ξημερώματα μόνος στη σκηνή με την κιθάρα, το πρόσωπο του να παραμορφώνεται από το πάθος θυμίζοντας Τζο Στράμερ όταν έπαιζε τον “Μπαγάσα” του Άσιμου ή το "Ποιος τη ζωή μου ποιος την κυνηγά" του Θεοδωράκη.

Όλες αυτές οι εικόνες μιας παράλληλης διαδρομής πέρναγαν στα πρώτα τραγούδια που άκουγα ξανά στο "Κασαμπλάνκα", στα Εξάρχεια πριν από μερικά βράδια. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάποια πράγματα άλλαξαν. Ο Μάλαμας ακουγόταν καλύτερος από ποτέ, τραγουδώντας το "Ριφιφί", το "Γράμμα", τον "Θίασο" το "Μονοπώλιο", "Τα Τσιμέντα". 
Ώσπου συνειδητοποίησα ότι δεν είχε αλλάξει τόσο ο ίδιος όσο άλλαξε φοβερά γρήγορα η ζωή μας τον τελευταίο χρόνο. Το είδα στα μάτια των διπλανών μου όταν ο Διόνυσος εγκαταστάθηκε για τα καλά στο χώρο. Ο Μάλαμας ακάθεκτος ξεστόμιζε τους ίδιους γνωστούς στίχους, με πάθος κάποιες φορές, θαρρείς, στα όρια της τρέλας… Νομίζω ότι ο Μάλαμας μας υποδείκνυε εν μέσω κρίσης μια στάση ζωής που για χρόνια μάλλον τηρεί, όσο μπορεί, ευλαβικά.
Ζούσαμε (όσοι τελοσπάντων...) όλα τα τελευταία χρόνια αδιάφορα, νιώθαμε παράφορα, μέσα σε μια κοινωνία ναρκωμένη, με πρώτη προτεραιότητα ένα αδιόρατο μέλλον που θέλαμε λίγο - πολύ να το κάνουμε καλύτερο με το στανιό... Τουλάχιστον έτσι νομίζαμε ότι έπρεπε να γίνει, παραμερίζοντας προσωπικές στιγμές για τις οποίες συνήθως δεν είχαμε χρόνο, ή τις χωνεύαμε σε εικόνες που εναλλάσσονταν, σε μια καθημερινότητα εθισμένη στην… επιτυχία, σκοτώνοντας συνήθως τον χρόνο και προπάντων προσπερνώντας τον πόνο, όπου και να τον συναντούσαμε, χάνοντας συνήθως και τη χαρά.
Ο Μάλαμας μας επανέλαβε τον ίδιο δρόμο που ξέρει, τον δρόμο που ο ίδιος περπάτησε και συνεχίζει. Δρόμο προσωπικής ευθύνης, όχι αναγκαστικά δεσμευτικό και καταναγκαστικό. Δρόμο όπου τα πάθη, τα συναισθήματα, η αγάπη, η οργή, η θλίψη, ο πόνος μπορούν να ισορροπήσουν αρμονικά. «Όλα στη θέση τους σωστά και ωραία βολεμένα».
Ο Μάλαμας, μέσα σε ένα ιδανικό και ταυτόχρονα άθλιο μαγαζί (προφανώς από την ανάγκη του επιχειρηματία να τιγκάρει και να κονομήσει), κατέθετε επί δέκα διήμερα μια ταυτότητα σπάνια στις μέρες μας, που δεν φαίνεται με τη μία πολιτική, αλλά είναι βαθύτατα τέτοια. Και με επιμονή απίστευτη στην υπεράσπισή της. Ένα φτωχόπαιδο, εργατόπαιδο, ένα μεταναστάκι (τρεις φορές πήγε και ήρθε στη Γερμανία από το '60 και το '70) ένα τσογλάνι που λύγισε πολλές φορές, αλλά δεν έσπασε ποτέ, αναμετρήθηκε στα ίσα με ό,τι τού 'φερε η ζωή…
Φεύγοντας κοντά στις τέσσερις τα ξημερώματα από το μαγαζί, ένιωσα μια απίστευτη πληρότητα συναισθημάτων, αλλά κυρίως μια διάθεση επαναπροσδιορισμού, να ξεφυλλίσω έναν «οδηγό» ζωής (και όχι επιβίωσης, αν και αυτή χρειάζεται στα δύσκολα) σε μια εποχή που αλλάζει δραματικά, παρασύρει τα πάντα κυρίως τις κάποτε ακλόνητες βεβαιότητες που πέσαν και μας πλάκωσαν... Λίγες μέρες μετά, είδα μια αυτοβιογραφική συνέντευξή του στη "Lifo": "Θα κάνουμε ό,τι ωραιότερο και υψηλότερο μπορούμε για να μπούμε σε μια διαφορετική κατάσταση, θα ονειρευτούμε έναν κόσμο ιδανικό, θα μάθουμε ξανά να ονειρευόμαστε. Θα γίνουμε σοβαροί ονειρευτές, όχι κωλόπαιδα. Θα πάρουμε την ευθύνη των πραγμάτων. Είμαστε υπεύθυνοι για το έργο ή δεν είμαστε; Θα πορευτούμε με τον διπλανό μας ή όχι;"

"Οι πρώτες μου εμφανίσεις ήταν με πολύ λίγο κόσμο, αλλά εγώ το θεωρούσα δώρο. Για μια πενταετία ζούσα χωρίς χρήματα. Έκανα ενδιάμεσα κάποιες εμφανίσεις σε μερικά μπαράκια σε νησιά, μάζευα κάποια χρήματα από εκεί και μετά έκλεινα δουλειές για να παίζω τα δικά μου πράγματα. Πήγαινα τρεις μήνες στη Σίφνο, μάζευα 15.000-20.000 δραχμές όταν το ενοίκιο είχε 3.000. Ήταν τόσο μεγάλο το πάθος να βγω να παίξω ή να γίνω δημοσίως χάλια, που αυτό το πράγμα υπερέβαινε όλες τις ανάγκες μου. Ήμουν 48 κιλά, ποτέ δεν πήρα σάρκα πάνω μου. Ήταν μια περίοδος εξαιρετικά έντονη και όμορφη και μεγαλειώδης. Όταν κοιτάζω πίσω, βλέπω ότι αυτή η περίοδος μπορεί να ήταν μια σκοτεινή τρύπα, μια μαύρη τελεία μέσα στη ζωή μου, αλλά ήμουν απολύτως λειτουργικός, εξαναγκασμένος, και ταυτόχρονα επιζητούσα πάση θυσία την έκσταση μέσα από την εργασία μου και την επιμονή μου. Έβρισκα τροφή στα κομμάτια μου, όταν έγραφα μια μελωδία δεν χρειαζόταν να φάω ούτε να πιω. Ζούσα από αυτό το πράγμα, όπως ζω και τώρα. Απλώς τώρα έχω βάλει μια απόσταση ανάμεσα σ' αυτό και στον νου και την καρδιά μου. Είμαι κάποια μέτρα μακριά από τότε. Αυτό το φέρνουν η ηλικία και η αποχώρηση από το πεδίο δράσης και βολής"... (από το Lifo).


"Ριφιφί"

Σαν ένα τσαμπί σταφύλι / μαζευτήκανε οι φίλοι /
που μισούν τις Κυριακές τους / πιο πολύ απ' τις ενοχές τους /
αγαπούν το μαύρο χρώμα / και αντέχουνε ακόμα.
Άντε να γίνεις ουζερί εσύ του κόσμου η τυχερή /
κι εγώ να σπάω τα ποτήρια / να κάνουμε όλοι χαρακίρια.
Στο δολάριο μπλεγμένη / σέρνεται η οικουμένη /
ένας κλέβει για να φάει / κι άλλος για να τα σκορπάει /
και κουτός όποιος παλεύει / για να τα αποταμιεύει.
Άντε να κάνεις ριφιφί / και στη δική μας την αφή /
να κλαίει το αφεντικό μας / που δεν χωράει στο ρεπό μας.


Σήματα φωσφορικά
Είχες μια φέτα φεγγαριού / στα διάφανά σου χέρια
και μες στα μάτια σου πουλιά
που φεύγανε για το νοτιά
στο δρόμο σου εκατόφυλλα / έστρωσα να περάσεις
να δεις το φως τ΄ αληθινό
να βρεις τ΄ αθάνατο νερό
όλους να μας κεράσεις
Ύστερα ήρθαν δειλινά / θολά και βουρκωμένα
άλλος ξεπούλησε φθηνά
άλλος αγόρασε ακριβά
κι όσοι ακόμα αντέχουνε
μές στο σκοτάδι φέγγουν
σαν σήματα φωσφορικά
σαν νυχτωμένα φορτηγά
Τα αιώνια κακός μπελάς
στα εφήμερα χρονοτριβώ
και συ στο αίμα μου κυλάς
σαν δηλητήριο αργό


Τα τσιμέντα

Φτερά δυο μέτρα έβγαλα
και θέλω να πετάξω
Πως θα ξεφύγω έλεγα
το δρόμο μου ν' αλλάξω
Πού να σταθώ πού ν' ανεβώ
στο πιο ψηλό κοντάρι
Και πριν να πέσω στο κενό
να δώσω μια να τιναχτώ
να φτάσω το φεγγάρι
Ρίζα στην άμμο έβγαλα
και θέλω να βλαστήσω
Στη τύχη χαμογέλαγα
για να μη βλαστημήσω
Πώς να σταθώ να κρατηθώ
να κάνω την πατέντα
Και ακόμα δύναμη να βρω
για να φυτρώσω στο μπετό
να σπάσω τα τσιμέντα

Saturday, February 7, 2009

Σωκράτης Μάλαμας: Είμαι «πρώτος ξάδελφος» του Bασίλη Καρρά


http://users.otenet.gr/~tsirobab/malamas.jpg

Ο Σωκράτης Μάλαμας δηλώνει «εντελώς λαϊκός» και μιλάει για τη χαμένη συλλογικότητα, την κρίση, την παραμυθία του καινούργιου

«Mε τρώει, με ζαλίζει και με καταπίνει όποτε ετοιμάζω καινούργιο δίσκο. Δεν θέλω να πω τίποτα. Κι επειδή θα τραγουδάει τα τραγούδια μια τραγουδίστρια της παλιάς γενιάς, είμαι ακόμη πιο προσεκτικός για να μην την εκθέσω… Οπως κάνω πάντα όταν έχω καλεσμένους σε δουλειές μου».

Το μόνο σημείο που έμεινε σκοτεινό στην κουβέντα μας με τον Σωκράτη Μάλαμα, ήταν αυτό του επερχόμενου νέου δίσκου και των ανθρώπων που θα συμμετέχουν. Σε όλα τα υπόλοιπα, το λαϊκό τραγούδι, την οικογένειά του, τις μουσικές σχολές, την οικονομική κρίση, ο δημοφιλής τραγουδοφτιάχτης –όπως του αρέσει να δηλώνει– ήταν αποκαλυπτικός, άμεσος, παθιασμένος και ουσιαστικός. Σαν ένας αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής, ώριμος και κατασταλαγμένος, στην πέμπτη πια δεκαετία της ζωής του.

  • Δεν μου ανήκουν τα τραγούδια μου

— Αρχίσατε εμφανίσεις προχθές στον Ζυγό. Τι έχει το πρόγραμμά σας;

— Το πρόγραμμά μας δεν έχει ποτέ εκπλήξεις. Μην περιμένετε καινοτομίες και πρωτοτυπίες. Είμαστε οι απόγονοι των λαϊκών πάλκων, άσχετα αν δεν παίζουμε ακραιφνώς λαϊκό τραγούδι.

— Δεν σας αρέσουν οι εκπλήξεις;

— Μου αρέσουν μόνο όταν είναι ενσωματωμένες στον χαρακτήρα των ανθρώπων που τις παρουσιάζουν.

— Δεν κουράζεστε να τραγουδάτε τα τραγούδια σας ξανά και ξανά;

— Ποτέ. Είναι σαν να παίζω τα τραγούδια του Κραουνάκη, του Βαμβακάρη ή του Τσιτσάνη. Αισθάνομαι ότι τραγουδάω τραγούδια άλλων. Αλλωστε δεν μου ανήκουν τα τραγούδια μου. Εισπράττω μόνο τα πνευματικά δικαιώματα. Μόλις βγάλεις ένα τραγούδι προς τα έξω, δεν έχεις καμία ιδιοκτησία πάνω του.

— Tα παιδιά σας τι σας λένε για τα τραγούδια σας;

— Τα παιδιά δεν κρίνουν, αποδέχονται ή δεν αποδέχονται. Κι όταν επιστρέφω σπίτι και τα πετυχαίνω να ακούνε ένα τραγούδι μου, ξέρω ότι με αποδέχονται. Γενικά μετράω την κριτική των άλλων, αλλά μέχρι εκεί. Αν την υπολόγιζα περισσότερο, θα είχα κάνει σημαντικά εμπορικά βήματα, γιατί την τέχνη της κατασκευής των τραγουδιών την κατέχω. Είμαι ένας χτίστης που με τον καιρό έμαθε να χτίζει.

— Νιώθετε λαϊκός τραγουδιστής;

— Εντελώς λαϊκός. Είμαι «πρώτος ξάδελφος» του Βασίλη Καρρά και μην ξανακούσω για έντεχνο, γιατί δεν έχω καμία σχέση. Από την άλλη πλευρά, αυτό που ονομάζεται σήμερα λαϊκό τραγούδι δεν είναι λαϊκό ούτε γι’ αστείο. Τώρα, αν οι εκφραστές του επαίρονται ότι είναι λαϊκοί, με γεια τους και χαρά τους. Λαϊκοί για μένα είναι ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Καλδάρας και φυσικά ο Σαββόπουλος στις τέσσερις πρώτες δουλειές του.

— Ενας λαϊκός τραγουδιστής δεν οφείλει να τηρεί και λαϊκή στάση στο μαγαζί; Δηλαδή να μην έχει τη φιάλη το ουίσκι 250 ευρώ!

— Να τη βάλει και χίλια ευρώ. Αν το κοινό έχει να πληρώσει, να του τα πάρει. Εγώ θυμάμαι πήγαινα κι έβλεπα τον Στέλιο Κερομύτη σε μικρά μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη και άφηνα σε μια βραδιά όλο το μηνιάτικο που μου έστελνε ο πατέρας μου για να σπουδάσω. Γιατί να μην πληρώσεις; Πληρώνεις για κοστούμια και αυτοκίνητα, να πληρώσεις και για ένα πρόγραμμα που πραγματικά γουστάρεις.

— Kαι η οικονομική κρίση δεν πρέπει να υπολογισθεί; Ο κόσμος είναι υπερχρεωμένος.

— Εχουμε όλοι πει ναι σε αυτό το στυλ. Εχουμε ατομική ευθύνη μαζί φυσικά με την πολιτική ευθύνη των κυβερνήσεων που σιγοντάρισαν στο να εμπιστευθούμε τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Μας έκλεψαν τον χρόνο. Αυτό το ναι που είπαμε μάς κοστίζει χρόνο, δουλεύουμε πια για τις τράπεζες και όχι για τους εαυτούς μας. Δουλεύουμε για το χθες. Οχι για το σήμερα ή το αύριο.

— Βλέπετε να υπάρχει ελπίδα σε ένα είδος νέας συλλογικότητας;

— Εχει χαθεί η συλλογικότητα και ήταν επιδίωξη όλων των κυβερνήσεων. Εγιναν μεγάλες προσπάθειες χειραγώγησης του ενστίκτου της συνεννόησης. Πήραν ένα ψαλίδι και κρυφά, με αποφάσεις περίεργες, όλοι αυτοί οι διανοούμενοι και οι γνώστες της κοινωνικής μηχανικής έκοψαν τη δυνατότητα συνδιαλλαγής και συνεννόησης μεταξύ μας, γιατί έτσι μπορούν να μας χειρίζονται. Ολοι το γνωρίζουμε αυτό. Και όλοι συναινέσαμε.

— Ποιος ο ρόλος του καλλιτέχνη σε αυτό το περιβάλλον;

— Aκόμη και τα τραγούδια που είναι για πέταμα είναι έντονα πολιτικά. Οταν τραγουδάς ότι «όλα είναι θαυμάσια, μην γκρινιάζετε», κάνεις πολιτική δήλωση.

— Tα Δεκεμβριανά των εφήβων τι συναισθήματα σας γέννησαν;

— Εχουμε ένα σύστημα εκπαίδευσης, το οποίο ουσιαστικά είναι φυλακή. Τι μαθαίνουμε στα παιδιά; Τους μαθαίνουμε τι θα πει κατανόηση, τι θα πει συνεννόηση χωρίς βία, τους μαθαίνουμε πώς θα αλλάξουν ένα λαμπτήρα ή ένα μπουζί, τι είναι το σύστημα που τους κάνει κουμάντο; Δεν τους μαθαίνουμε τα βασικά που τους αφορούν. Τους δίνουμε λεφτά χωρίς να τους εξηγούμε τι είναι το χρήμα και από πού προέρχεται. Tους λέμε συνέχεια ψέματα. Τι θα κάνουν λοιπόν; Aπεχθάνομαι τη βία αλλά δεν μπορώ να πω και ότι δεν καταλαβαίνω γιατί έγιναν όλα αυτά.

— Ενεργοποιείται η έμπνευσή σας απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω σας;

— Δεν ενεργοποιείται τίποτα πια. Ο,τι είχα να πω για τον θάνατο των ενστίκτων το είπα. Ολοι έχουμε σκοτωθεί σε μια στροφή χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι επειδή πιστέψαμε σε παραμύθια. Εζησα με την παραμυθία του καινούργιου, έφυγα από τις δαγκάνες της δεξιάς κυριαρχίας, μπήκα στο τρένο της Αλλαγής, πίστεψα στην Αριστερά, και βλέπω ότι το έργο επαναλαμβάνεται. Eίμαι πεπεισμένος πια ότι αν αλλάξει κάτι, θα είναι μόνο η εικόνα. Από τη στιγμή που δεν αυτοσυνειδητοποιούνται τα όντα κατ’ άτομο και κατά ομάδες εν συνεχεία, δεν αλλάζει τίποτα στον κοινωνικό ιστό. Θα επαναλαμβάνεται το πρότυπο σε μια κυανοτυπία που βγάζει συνέχεια τα ίδια αντίγραφα. Καλό είναι μόνο να έχουμε λόγο και να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τις κορυφές των βουνών. Να μη σκοτώνεται ο κόσμος για το τίποτα. Να μην καταστρέφεται η κοινή συνείδηση και να υπάρχει μια σχετική αξιοπρέπεια. Nα μη νιώθεις ζητιάνος στην ίδια σου τη χώρα.

— Στα παιδιά σας μιλάτε με αυτά τα λόγια;

— Φυσικά. Τα μεγάλα μού λένε ότι είμαι υπερβολικός και τα μικρά ότι είμαι κουραστικός. Ζουν στο δικό τους φαντασιακό και στο θαυμαστό της δύναμής τους. Δεν μπορούν να μοιραστούν τα δικά μου συμπεράσματα.

— Η δουλειά σας έγινε ποτέ «βάσανο» για την οικογένειά σας;

— Εχουν λειανθεί πια όλες οι αιχμές στις οικογενειακές και κοινωνικές μου σχέσεις. Βλέπω την πραγματικότητα των άλλων εξίσου ισχυρά με τη δική μου. Γι’ αυτό άρχισα εδώ και χρόνια να δέχομαι στίχους από άλλους, σπάζοντας τον εγωισμό του προσωπικού λόγου. Τα λόγια των άλλων και περισσότερο η ζωή με τα παιδιά μου μ’ έκαναν να κόψω τις γωνίες. Εγινα μια καλή πέτρα όπου μπορεί κανείς να ακουμπήσει και να κοιμηθεί ήσυχα, χωρίς να φοβάται ότι θα γυρίσει και θα τον πλακώσει.

  • Εχω περιέργεια για τη μουσική

— Aκούτε καλά τραγούδια από τους νέους;

— Υπάρχουν νέα παιδιά που γράφουν εξαιρετικά. Ενα απ’ αυτά είναι ο Νίκος Ζουρνής, 23 χρόνων. Η δουλειά του που θα κυκλοφορήσει σε λίγο, είναι ζεστή, έχει συναισθήματα και πάθος. Ακούω και διάφορα πιτσιρίκια από δω κι από κει, που τραγουδάνε στα αγγλικά περισσότερο, αλλά δεν μου προκαλούν το ενδιαφέρον. Καλά θα κάνουν να πάνε στο Μπρίστολ και να μπουν στην εγγλέζικη σκηνή.

— Γενικά ακούτε διάφορα είδη μουσικής;

— Εχω περιέργεια. Μου αρέσουν ο Ρεπάνης, ο Μενιδιάτης, ο Αγγελόπουλος, ο Ντίλαν, η Αρίθα Φράνκλιν, ο Σινάτρα, τα μεσαιωνικά τραγούδια, η όπερα. Φυσικά, δεν έχω την ίδια περιέργεια για όλες τις τέχνες. Δεν ψάχνω τη ζωγραφική, παρόλο που μου αρέσει. Δεν είναι απαραίτητο να εντρυφήσουμε όλοι σε όλες τις μορφές τέχνης. Ο πατέρας μου ακούει ραδιόφωνο για συντροφιά, και δεν τον ενδιαφέρει αν εκείνη τη στιγμή ακούει Μάικλ Τζάκσον ή Περπινιάδη. Η τέχνη λειτουργεί υπόγεια, σαν υγρασία που δεν παίρνεις χαμπάρι πότε θα γκρεμίσει τον τοίχο. Είναι κρυφή, εκτός κι αν τρακάρεις πάνω της και μείνεις έκθαμβος.

— Εχετε ακούσει τη φράση «αυτός είναι μαλαμικός»; Νιώθετε να έχετε κάνει σχολή;

— Σχολή κάνουν οι τραγουδιστές. Ο Νταλάρας, ο Πάριος, ο Βοσκόπουλος, ο Πουλόπουλος, ο Πλούταρχος. Επίσης, σχολή ήταν ο Τσαουσάκης, ο τελευταίος κρίκος διδασκαλίας της λαϊκής μελωδίας, πάνω στον οποίο πιστεύω ότι πάτησε ο Καζαντζίδης. Δεν πειράζουν οι σχολές, αρκεί να μη μένει κανείς μόνο εκεί. Tο «μαλαμικός» ίσως εξηγείται επειδή εγώ μουρμουρίζω, δεν είμαι εξωστρεφής τραγουδιστής, της όπερας, οπότε είναι πιο εύκολο να μιμηθούν εμένα απ’ ό,τι τον Νταλάρα.

  • Συνέντευξη στη Γιουλη Επτακοιλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/02/2009