Wednesday, November 30, 2022

Πέθανε η τραγουδίστρια των Fleetwood Mac, Christine McVie

 


Tην τελευταία της πνοή άφησε η Κριστιν ΜακΒι (Christine McVie), τραγουδίστρια και τραγουδοποιός του συγκροτήματος Fleetwood Mac σε ηλικία 79 ετών.

Τη θλιβερή είδηση ανακοίνωσε η οικογένειά της.

Η ίδια είχε γράψει ορισμένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια των Fleetwood Mac, όπως το Little Lies, Everywhere, Don’t Stop, Say You Love Me, και Songbird.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, πέθανε ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο έχοντας στο πλευρό της την οικογένειά της.

https://www.youtube.com/watch?v=ov1iSTS9tQc

Monday, November 28, 2022

Τζάκομο Πουτσίνι : Συνθέτης όπερας, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ιταλικού βερισμού

 



Aleardo Βίλα (1865 – 1906), Πορτρέτο του Giacomo Puccini, λάδι σε μουσαμά, ιδιωτική συλλογή

Ο Τζάκομο Πουτσίνι (Giacomo Antonio Domenico Michele Secondo Maria Puccini, 22 Δεκεμβρίου 1858 – 29 Νοεμβρίου 1924), συχνά λανθασμένα και Τζιάκομο Πουτσίνι, ήταν Ιταλός συνθέτης.

Γεννήθηκε στην Ιταλία το 1858 και πέθανε στο Βέλγιο το 1924 από καρκίνο στον λάρυγγα. Μη μπορώντας να μιλήσει το τελευταίο διάστημα επικοινωνούσε με γραπτά μηνύματα. Το τελευταίο του ήταν προς την σύζυγό του Ελβίρα: “Elvira, povera donna, finito” (Ελβίρα, καημένη γυναίκα, όλα τέλειωσαν). Ήταν συνθέτης όπερας, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ιταλικού βερισμού. Καταγόταν από οικογένεια μουσικών. Σπούδασε σύνθεση και εκκλησιαστικό όργανο, πρώτα στη γενέτειρα του, Λούκα και μετά στο Μιλάνο.

Το 1893, είχε την πρώτη του επιτυχία με την Όπερα «Τόσκα» (1900), την «Μαντάμα Μπατερφλάι» και την «Τουραντό», την οποία άφησε ημιτελή και την συμπλήρωσε ο Φράνκο Αλφάνο. Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του η όπερα ανέβηκε στην Σκάλα του Μιλάνου με μαέστρο τον φίλο του Αρτούρο Τοσκανίνι. Ο Τοσκανίνι αποφάσισε να διακόψει την παράσταση στο σημείο όπου είχε δουλευτεί από τον Πουτσίνι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, διέκοψε το έργο, γύρισε στο κοινό και είπε “Σε αυτό το σημείο τελειώνει το έργο αφού πεθαίνει ο συνθέτης. Δυστυχώς, ο θάνατος υπερβαίνει την τέχνη”. Ο Πουτσίνι έγραψε επίσης μια λειτουργία, έργα μουσικής δωματίου κ.α.

Διαφημιστική αφίσα για την «Τόσκα» του Πουτσίνι

Τα έργα του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ενορχήστρωση, άμεσο λυρισμό και κυριαρχεί σε αυτά δραματική ατμόσφαιρα. Είναι από τα πιο δημοφιλή στο χώρο της όπερας.

Κλαούντιο Μοντεβέρντι (1567 - 1643) Ιταλός συνθέτης, μουσικός και Ρωμαιοκαθολικός ιερέας

 


Ο Κλάουντιο Μοντεβέρντι (Claudio Giovanni Antonio Monteverdi, Κρεμόνα, 15 Μαΐου 1567 - Βενετία, 29 Νοεμβρίου 1643) ήταν Ιταλός συνθέτης, μουσικός και Ρωμαιοκαθολικός ιερέας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες της δυτικής μουσικής, ενώ το έργο του σηματοδοτεί τη μετάβαση από την μουσική της Αναγέννησης στο Μπαρόκ. Υπήρξε, μαζί με τον Κάρλο Τζεζουάλντο, ένας από τους σημαντικότερους μεταρυθμιστές στην εξέλιξη της μουσικού γλωσσικού ιδιώματος και της μουσικής έκφρασης. Συνέθεσε μια από τις πρώτες όπερες -τον Ορφέα- στην ιστορία της μουσικής, ενώ είχε την τύχη, σε αντίθεση με πλήθος άλλων συνθετών, να γνωρίσει μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση στη διάρκεια της ζωής του.

Σπούδασε με τον Μάρκο Αντόνιο Ιντζενιέρι, Μαέστρο του παρεκκλησίου του Καθεδρικού Ναού της Κρεμόνα και ήδη το 1582, στα 15 του, εξέδωσε μια συλλογή φωνητικής μουσικής, το Sacrae Cantiunculae. Ακολούθησαν τα Madrigali spirituali για τέσσερις φωνές (1583) και οι Canzonette για τρεις φωνές (Πρώτος Τόμος) και Madrigali για 5 φωνές (Πρώτος Τόμος, 1584 και Δεύτερος Τόμος το 1590).

Στη Μάντοβα

Από το 1590 έως το 1592 ο Μοντεβέρντι εργάστηκε στην αυλή της Μάντοβας ως βιολονίστας Την τελευταία χρονιά της θητείας του εκδίδεται ο Τρίτος Τόμος των Madrigali. Το 1595 συνοδεύει τον δούκα Vincenzo I Gonzaga της Μάντοβας σε ένα ταξίδι του στην Ουγγαρία και το 1599 στη Φλάνδρα, όπου έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το γαλλικό μουσικό στυλ. Το 1601 διορίστηκε maestro della musica από τον δούκα. Τα καθήκοντα του περιλάμβαναν την διδασκαλία, την διεύθυνση ενός γυναικείου φωνητικού συνόλου και την σύνθεση κομματιών για το θέατρο, μεταξύ των οποίων αναφέρουμε τον χορό "Gli amori di Diana ed Endimione" (οι έρωτες της Αρτέμιδος και του Ενδυμίωνα - δε σώζεται), μουσική για το Καρναβάλι (1604-5) και την όπερα Ορφέας.

Το 1603 εκδίδει τον Τέταρτο Τόμο με τα madrigali και μετά από δύο χρόνια τον Πέμπτο. Το καινοτόμο ύφος των δύο τελευταίων συλλογών συζητήθηκε έντονα, με αποκορύφωμα την πασίγνωστη διαμάχη του συνθέτη με τον μοναχό Τζοβάννι Αρτούζι (Giovanni Artusi) της Μπολόνια, ο oποίος χαρακτήριζε τα μαδριγάλια του Μοντεβέρντι "ξινά και όχι ιδιαίτερα απολαυστικά για το αυτί", εφόσον δεν τηρούσαν τους εκκλησιαστικούς κανόνες περί αρμονίας και έτσι απομακρύνονταν από τον σκοπό της μουσικής που είναι καθαρά ψυχαγωγικός. Στην εισαγωγή του Πέμπτου Τόμου των madrigali ο Μοντεβέρντι διαβεβαιώνει ότι έχει ήδη γράψει και είναι έτοιμη να εκτυπωθεί μια απάντηση στις κατηγορίες, με τον τίτλο "Seconda Pratica" (δηλ. Δεύτερη πρακτική (= νεότερο μουσικό ύφος) σε αντιπαραβολή με την Πρώτη που αντιπροσωπεύει το παλαιό μουσικό ύφος. Δυστυχώς το εν λόγω έργο ουδέποτε εξεδόθη. Αντιθέτως μια απάντηση δίνεται στην Dichiarazione (Δήλωση) που προηγείται των Scherzi Musicali (1607) και φέρει την υπογραφή του Τζούλιο Τσέζαρε Μοντεβέρντι (Giulio Cesare Monteverdi), αδελφού του συνθέτη. Εδώ πραγματεύεται εκτενώς η θεωρία και πράξη της Δεύτερης Πρακτικής (Seconda Pratica), με αναφορές στην Πλατωνική Θεωρία της μουσικής που υπηρετεί την δέηση, ενώ παρατίθεται και ένας κατάλογος συνθετών που την έχουν ήδη εφαρμόσει.

Κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού του 1607 στη Μάντοβα παρουσιάζεται, αρχικά στην Ακαδημία των Ερωτευμένων και μετά από λίγες μέρες στην αυλή, η πρώτη του όπερα «Ορφέας» σε λιμπρέττο του Αλεσσάντρο Στρίτζιο. Το έργο είχε μεγάλη επιτυχία και σε λίγο χρονικό διάστημα παρουσιάζεται στο Μιλάνο, στην Κρεμόνα και, πιθανότατα, στο Τορίνο και την Φλωρεντία. Λίγο μετά τα Scherzi Musicali ο Μοντεβέρντι επιστρέφει στην Κρεμόνα για να φροντίσει τη σύζυγό του, βαριά άρρωστη, η οποία πεθαίνει στις 10 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Ο συνθέτης βρίσκεται έτσι μόνος με τα τρία μικρά παιδιά και δεν είναι διατεθειμένος να ξαναγυρίσει στη Μάντοβα, παρ'όλα αυτά αποδέχεται μια επίσημη πρόσκληση από την αυλή του Δούκα, προκειμένου να συμμετέχει στους εορτασμούς των γάμων του πρίγκιπα Francesco IV Gonzaga με τη Μαργαρίτα της Σαβοΐας. Για την περίσταση ο Μοντεβέρντι συνθέτει μέρος των Intermedi για το "L'idropica", το "Βallo delle Ingrate" και μια νέα όπερα, την "Αριάννα", σε λιμπρέττο του Οττάβιο Ρινουντσίνι. Η τελευταία παρουσιάζεται στος 28 Μαΐου του 1608 και γνωρίζει αμέσως τεράστια επιτυχία. Το ρόλο της Αριάννας ερμήνευσε η μεγάλη ντίβα Virginia Ramponi-Andreini, η επονομαζόμενη "La Florinda", που συγκίνησε το κοινό με το θρήνο της στο "Lamento di Arianna", το μοναδικό κομμάτι της όπερας που σώζεται μέχρι σήμερα. Παρά ταύτα κατά την παραμονή του συνθέτη στη Μάντοβα δεν έλειψαν οι πίκρες. Όχι μόνο αισθανόταν υποτιμημένος από την αυλή, αλλά βρισκόταν και σε έντονη αντιπαλότητα με τον Φλωρεντινό Μάρκο ντα Γκαλλιάνο (Marco da Galliano) του οποίου η "Δαφνις" παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού του 1608 και χειροκροτήθηκε από τον πρίγκιπα (και από τον Δεκέμβριο του 1607, καρδινάλιο) Ferdinando Gonzaga.

Ο Μοντεβέρντι επιστρέφει στην Κρεμόνα σε μεγάλη κόπωση, απογοητευμένος και αποφασισμένος να μην εργάζεται πλέον για την αυλή της Μάντοβας, παρόλ' αυτά κατά τη διάρκεια του 1609, αναθερμαίνει τις επαφές του με τον δούκα Vincenzo και συνθέτει αρκετά έργα εμπνευσμένα από την παρουσία της εξαιρετικής σοπράνο Adriana Basile στη Μάντοβα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η πολυφωνική παραλλαγή του Lamento di Arianna που εξεδόθη αργότερα στον Έκτο Τόμο των madrigali. Η έκδοση των Εσπερινών (Missa... ac vesperae) του 1610 έρχεται κατόπιν μιας επίσκεψης στη Ρώμη για να παρουσιαστεί στον πάπα Παύλο τον Ε΄, στον οποίο ήταν μάλιστα αφιερωμένη. Πιθανότατα ο σκοπός της χειρονομίας αυτής ήταν μια υψηλόβαθμη θέση στην παπική αυλή, κάτι όμως που τελικά ουδέποτε ήρθε. Από την άλλη η σχέσεις του Μοντεβέρντι με την αυλή των Gonzaga εντείνονταν όλο και περισσότερο. Με το θάνατο του δούκα Vincenzo, τον Φεβρουάριο του 1612, στο θρόνο του Δουκάτου διαδέχεται ο πρωτότοκος υιός του Francesco, που επιδόθηκε αμέσως σε αναδιάρθωση της πολυτέλειας της αυλής. Ο Μοντεβέρντι έχασε έτσι τον βασικό του μέντορα. Ο νέος Δούκας δεν τον είχε σε ιδιέταιρη εκτίμηση ενώ ο καρδινάλιος Ferdinando προωθούσε τον προστατευόμενο του, τον τενόρο Orlandi Sante. Έτσι στις 29 Ιουλίου ο Μοντεβέρντι, μαζί με τον αδελφό του Τσέζαρε, αποδεσμεύεται αιφνιδίως από την υπηρεσία του και επιστέφει στην Κρεμόνα υπό αβέβαιες οικονομικά συνθήκες. Όμως στις 10 Ιουλίου του 1613 πεθαίνει ο Τζούλιο Τσέζαρε Μαρτινένγκο, (Giulio Cesare Martinengo) maestro di capella της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου στη Βενετία και ο Μοντεβέρντι διορίζεται στη θέση του στις 19 Αυγούστου.

Βενετία

Ο Μοντεβέρντι οργάνωσε εκ νέου την ενορία, εμπλούτισε την βιβλιοθήκη και προσέλαβε νέους μουσικούς. Τώρα τα καθήκοντά του ήταν προκαθορισμένα με ακρίβεια και μπορούσε να υπολογίζει στην υποστήριξη των βοηθών του. Αισθανόταν αξιοσέβαστος στον περίγυρό του και ο μισθός του ερχόταν κατά κανόνα από δωρεές και επιβραβεύσεις. Εξάλλου η πόλη τού παρείχε πολλές πιθανότητες για δευτερεύουσες επαγγελματικές δραστηριότητες.

Η αυλή των Gonzaga προσπάθησε να τον δελεάσει να επιστρέψει, προσφέροντάς του θέσεις που αυτός δεν δεχόταν, με το πρόσχημα των καθηκόντων του. Παρόλα αυτά η ιδιότητα του σαν πολίτης της Μάντοβα δεν του επέτρεπε να αποκόψει εντελώς κάθε δεσμό υπηκοότητας. Στη Μάντοβα απέστειλε μεταξύ άλλων το μπαλέτο Tirsi e Clori (1616) και την όπερα "Ανδρομέδα" (1619-1920) που σήμερα δε σώζεται. Φαίνεται έτσι ότι ο Μοντεβέρντι επέτυχε, κατά κάποιο τρόπο, μια επαγγελματική σταθερότητα, αν και θα πρέπει να σημειωθούν και κάποιες επαφές το 1623 με την αυλή του Sigismondo III της Πολωνίας, που πιθανότατα συνεχίστηκαν το 1625 όταν, με αφορμή την επίσκεψη του πρίγκηπα Ladislao Sigismondo στην Βενετία, ο Μοντεβέρντι γράφει μια λειτουργία καθώς και έναν αριθμό έργων για συναυλίες δωματίου. Τέλος, είναι βέβαιο ότι εργάστηκε και για την αυλή της Πάρμας επ' ευκαιρία των γάμων του δούκα Odoardo Farnese με την Μαργαρίτα των Μεδίκων τον Δεκέμβριο του 1628.

Το 1632 έγινε ιερέας. Προς το τέλος της ζωής του, αν και συχνά άρρωστος, συνέθεσε δύο από τα τελευταία αριστουργήματά του: "Η Επιστροφή του Οδυσσέα" (Il Ritorno d'Ulisse in patria - 1641), και την ιστορική όπερα "Η στέψη της Ποππαίας" (L'incoronazione di Poppea - 1642), βασισμένη στη ζωή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Νέρωνα. Η όπερα αυτή θεωρείται από τα πλέον κορυφαία έργα του Μοντεβέρντι, καθώς περιέχει τραγικές, ρομαντικές και κωμικές σκηνές (μια νέα εξέλιξη στην όπερα). Οι χαρακτήρες του έργου αποτυπώνονται με πιο ρεαλιστικό τρόπο, ενώ οι μελωδίες φαντάζουν πιο εύηχες απ' ό,τι σε προηγούμενά του έργα. Σε αντίθεση με άλλες όπερες της εποχής, ο Μοντεβέρντι γράφει για μικρότερη ορχήστρα, ενώ μειωμένης σπουδαιότητας είναι ο ρόλος της χορωδίας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι όπερες του Μοντεβέρντι είχαν μόνον ιστορικό και μουσικολογικό ενδιαφέρον. Από τη δεκαετία του 1960, Η "Στέψη της Ποππαίας" έχει επανεισαχθεί στο ρεπερτόριο των μεγάλων λυρικών θεάτρων όλου τον κόσμου. Ο Μοντεβέρντι πέθανε στη Βενετία στις 29 Νοέμβρη του 1643, έχοντας διατηρήσει μέχρι τότε το αξίωμα του maestro di cappella στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου.

Χαρακτηριστικά της μουσικής του

Ο Μοντεβέρντι χρησιμοποιεί στις όπερές του πιο πολλά όργανα για περιγραφικούς σκοπούς.

Με την χρήση των στολιδιών απελευθερώνει την ακαμψία του ρετσιτατίβο και υιοθετεί φωνητικούς μηχανισμούς. Παρουσιάζει την κατάσταση όπως ήταν και στην πραγματικότητα, γι αυτό μπορεί να συγκριθεί με τον Σαίξπηρ και τον σύγχρονο βερισμό (κατ' αντιστοιχία του ρεαλισμού, από την ιτ. λέξη vero = αληθής, πραγματικός). Ο Μοντεβέρντι είναι από τους πρώτους που χρησιμοποιεί την τεχνική τρέμολο στα έγχορδα, εκφραστικό μέσο που έκτοτε καθιερώνεται. Τέλος χρησιμοποιεί ντουέτα.

Σπυρίδων Σαμάρας - ο κορυφαίος συνθέτης της Επτανησιακής Σχολής. Διακρίθηκε στο χώρο της όπερας.


 Ο Σπυρίδων - Φιλίσκος Σαμάρας (17 Νοεμβρίου 1861 - 7 Απριλίου 1917) ήταν ένας από τους διαπρεπέστερους Έλληνες συνθέτες και ο κορυφαίος συνθέτης της Επτανησιακής Σχολής. Διακρίθηκε στο χώρο της όπερας.

Η περίοδος 1861-1882

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου 1861. Γιος του γεννημένου στη Βιέννη, αλλά με καταγωγή από τη Σιάτιστα, "γραμματέα υποπρόξενου" του Ελληνικού Βασιλικού Προξενείου, Σκαρλάτου Σαμάρα, και της γεννημένης στην Κωνσταντινούπολη Φαννής Ελάου. Πρώτος του δάσκαλος στη μουσική υπήρξε ο επίσης Κερκυραίος μουσουργός Σπυρίδων Ξύνδας, ο οποίος του συνέστησε να συνεχίσει στο Ωδείο Αθηνών, όπου και τελικά ενεγράφη το 1874, παρακολουθώντας συστηματικά μαθήματα από το επόμενο έτος. Δάσκαλοί του ήταν ο Φρειδερίκος Βολωνίνης (βιολί), ο Άγγελος Μασκερόνι και ο Ερρίκος Στανκαμπιάνο (θεωρητικά, ενορχήστρωση και πιάνο).

Η περίοδος 1882-1911

Τον Δεκέμβριο του 1881 έφυγε για ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Σημαντικότερος καθηγητής του στο Κονσερβατόριο του Παρισιού υπήρξε ο Λεό Ντελίμπ. Στο παρισινό Ωδείο εκτελέστηκαν μερικές συνθέσεις του, όπως η "Κιταράτα", η οποία απέσπασε τα συγχαρητήρια του Σαρλ Γκουνώ.

Στη συνέχεια (γύρω στο 1885) μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του καριέρα. Ωστόσο, διατηρούσε για πολλά χρόνια μόνιμη κατοικία στο Παρίσι. Στις 16 Μαϊου του 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Φλόρα Μιράμπιλις, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου το 1887, με πρωταγωνίστρια την Έμμα Καλβέ. Με επιτυχία στέφθηκε και η εκτέλεση της τετράπρακτης όπερας "Μετζέ" το Δεκέμβριο του 1888 στο θέατρο Kostanzi της Ρώμης παρουσία υψηλών προσώπων.

Ο Σαμάρας ποτέ δεν αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η "Φλόρα Μιράμπιλις" ως "Θαυμαστή Ανθώ".

Την αποτυχία της όπερας "Λιονέλλα" στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891, ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας "La Martire" (Η Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη το Μάιο του 1894. Τοτε ακριβώς ο συνθέτης κατατάχθηκε από τους κριτικούς στη σχολή του βερισμού, της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, πλάι στους Ρουτζέρο Λεονκαβάλο, Πιέτρο Μασκάνι και Τζάκομο Πουτσίνι.

Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως "Η Δαμασμένη Μαινάδα" (La Furia Damata) το 1895, βασισμένη στο έργο του Σαίξπηρ "Το ημέρωμα της στρίγγλας", "Storia d'Amore" 1903 (αργότερα ανεβάστηκε και στη Γερμανία με τον τίτλο La Biontinetta (Η Ξανθούλα) και "Mademoiselle de Belle-Isle", το 1905.

Το 1895 ανατέθηκε από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή στον Σαμάρα η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της πραγματοποίησης στην Αθήνα των Πρώτων Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958 στο Τόκυο, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια «πρώτη» του και σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη του.

Αποκορύφωμα της συνθετικής του καριέρας ήταν το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας "Rhea" (Ρέα) τον Απρίλιο του 1908 στο θέατρο "Verdi" της Φλωρεντίας. Τον Σαμάρα συγχαίρουν για τη μουσική του σημαντικοί Ιταλοί συνθέτες όπως ο Πουτσίνι και ο Μασκάνι, αναδεικνύοντάς τον ως ομότιμό τους. Κατόπιν το έργο ανεβάστηκε στο Βερολίνο, ενώ στην Αθήνα πρωτοπαίχτηκε το 1911.

Η περίοδος 1911-1917

Το 1911 ο Σαμάρας εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Λεωτσάκο (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό), ο επαναπατρισμός του ίσως συνδέεται με σκέψεις του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ να τον κάνει διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, κάτι που τελικά δεν τελεσφόρησε. Ένας ακόμη λόγος που τον ανάγκασε να παραμείνει στην Ελλάδα, παρόλο που οι συνθήκες καλλιτεχνικά ήταν αντίξοες, θεωρείται και γάμος του με την πιανίστα Άννα Αντωνοπούλου (1914). Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος φαίνεται ότι εγκλώβισε οριστικά τον Σαμάρα στην Ελλάδα. Ο συνθέτης για να επιβιώσει αναγκάστηκε να στραφεί σε ελαφρότερο μελοδραματικό είδος, την οπερέτα, αλλά και να εμπλουτίσει το έντεχνο ελληνόφωνο τραγούδι.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου / 7 Απριλίου 1917, σε ηλικία 56 ετών από τη νόσο του Bright (χρονία νεφρίτις).

Έργογραφία

Όπερες

Ο Σπυρίδων Σαμάρας ενήλικας

  • Όλάς (δεκαετία 1880 ;)
  • Flora Mirabilis (Μιλάνο 1886)
  • Medgè (Ρώμη 1888)
  • Lionella (Μιλάνο 1891)
  • Μάρτυς (Μιλάνο 1894)
  • La furia domata (Μιλάνο 1895)
  • Ιστορία έρωτος (Μιλάνο 1903)
  • Mademoiselle de Belle Isle (Γένοβα 1905)
  • Η Ξανθούλα (Γερμανία 1906)
  • Ρέα (Φλωρεντία 1908)
  • Η τίγρις (ημιτελής).

Οπερέτες

Αφίσα από την θεατρική παράσταση Πριγκίπισα της Σάσσων, 1915

  • Πόλεμος εν πολέμω (Αθήνα 1914)
  • Πριγκίπισα της Σάσσων (Αθήνα 1915)
  • Κρητικοπούλα (Αθήνα 1916)

Άλλες συνθέσεις

Το εξώφυλλο του "Ολυμπιακού Ύμνου", 1896

  • Σερενάτα για πιάνο, αφιερωμένη στη Βασίλισσα Όλγα (1876 ή 77)
  • Μελαγχολικαί σκέψεις επί τω θανάτω του λοχαγού Βούρβαχη (1877 ή 1878)
  • Βαλς η Νεότης (1879)
  • Εισαγωγή για ορχήστρα (Simfonia) (1879;)
  • Σονάτα για βιολί και πιάνο (1880;)
  • Ave Maria, για τενόρο και πιάνο (1880)
  • Chitarrata (έργο για μαντολίνα, κιθάρες φλάουτα, όμποε, βιολοντσέλα κοντραμπάσα & κρουστά (1885)
  • Ανατολικές σκηνές για πιάνο (1883;)
  • Ολυμπιακός Ύμνος (σε ποίηση Κ. Παλαμά) (1896)
  • Γαλλική Σερενάτα (για πιάνο) (1903)
  • Χαιρετισμός στη μητέρα Ελλάδα (σε ποίηση Αρ. Βαλαωρίτη, για χορωδία) (1914)
  • Επινίκια (σε ποιήση Γ. Δροσίνη) (1914)
  • Σερενάδα (τραγούδι σε ποίηση αγνώστου)
  • Στα σύνορα (εμβατήριο σε ποίηση Ι. Πολέμη)
  • Της κοπέλλας το νερό (τραγούδι σε ποίηση Γ. Δροσίνη)
  • Νανούρισμα (τραγούδι σε ποίηση Γ. Τσοκόπουλου)
  • Ο όρκος μου (τραγούδι σε ποίηση Ι. Πολέμη)
  • Σ' αγαπώ (τραγούδι σε ποίηση Ι. Καμπούρογλου)
  • Εξομολόγησις (τραγούδι σε ποίηση Ι. Πολέμη)
  • Μάννα και γυιος (τραγούδι σε ποίηση Γ. Δροσίνη )
  • Για την ένδοξη πατρίδα (εμβατήριο)
  • Ειδύλλιον (τραγούδι σε ποίηση Ι. Πολέμη)
  • Εμπρός (στρατιωτικό θούριο σε ποίηση Ζ. Παπαντωνίου)
  • Εμβατήριον των Αγώνων (σε ποίηση Κ. Μάνου)
  • Οι Νικηταί (εμβατήριο σε ποίηση Ι. Πολέμη)

Βιβλιογραφία

  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, λήμμα Σ. Σαμάρας, άρθρο Γ. Λεωτσάκου. Εκδοτική Αθηνών 1988.
  • Ιστορία της Μουσικής, Karl Nef, με προσθήκες για την ελληνική μουσική Φ. Ανωγειανάκη. Αθήνα 1980.
  • Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας. Επετειακός τόμος για τα 150 χρόνια από τη γέννησή του, στη σειρά «Δημοσιεύματα του Μουσείου Μουσικής 'Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος'» (Κέρκυρα, Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας, 2011), ISBN 978-960-99715-1-5

Δισκογραφία

  • La martire (Lyra CD0156),
  • La biondinetta (Lyra CD0654/5)
  • Rhea (Lyra CD1053)
  • Λύχνος υπό τον μόδιον. Έργα Ελλήνων συνθετών για πιάνο (1847-1908) (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 11), Νεανικά πιανιστικά έργα
  • Αντίς για Όνειρο. Έργα Ελληνων συνθετών, 19ος-20ος αιώνας(Υπουργείο Πολιτισμού, Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, 2004), Κασετίνα 12 CD με συνοδευτικό τόμο, CD αρ.12, Φωνητικά έργα με συνοδεία πιάνου

Γκαετάνο Ντονιτσέτι (1797 – 1848) Ιταλός συνθέτης της εποχής του Ρομαντισμού



 Ο Ντομένικο Γκαετάνο Μαρία Ντονιτσέτι (Gaetano Domenico Maria Donizetti‎· 29 Νοεμβρίου 1797, Μπέργκαμο – 8 Απριλίου 1848, Μπέργκαμο) ήταν Ιταλός συνθέτης της εποχής του Ρομαντισμού. Είναι ευρύτερα γνωστός για το έργο του στην όπερα, που περιλαμβάνει τις όπερες Λουτσία ντι Λάμερμουρ και Το ελιξίριο του έρωτα. Μαζί με τους Βιντσέντσο Μπελίνι και Τζοακίνο Ροσίνι θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του μπελ κάντο.

Ο Ντονιτσέτι γεννήθηκε στο Μπέργκαμο της επαρχίας της Λομβαρδίας· ήταν ο νεότερος από τα τρία παιδιά μιας πτωχής, μικροαστικής οικογένειας. Έλαβε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής από τον Σίμον Μάιρ, έναν γερμανό οπερατικό συνθέτη, που απασχολείτο ως μουσικός διευθυντής στην τοπική εκκλησία περί το 1802. Αρχικά μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας, καταφέρνει το 1806 να εισαχθεί με υποτροφία στη νεοσύστατη από τον Μάιρ μουσική σχολή Lezioni Caritatevoli, όπου και εκπαιδεύεται στην αντίστιξη και τη φούγκα.

Λαμβάνοντας παραγγελίες από τον Πάολο Ζάνκα, κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στη σύνθεση· μεταξύ αυτών και η 4η του όπερα, η Zoraida di Granata, που προκαλεί τον θαυμασμό του θεατρικού επιχειρηματία Ντομένικο Μπαρμπάια. Ο εν λόγω ιμπρεσάριος του προσφέρει συμβόλαιο για την όπερα της Νάπολης και σύντομα έργα του αρχίζουν και παρουσιάζονται εκεί, αλλά και στη Ρώμη και το Μιλάνο. Η πραγματική αναγνώριση έρχεται περί το 1830, με την όπερα Άννα Μπολένα, που κάνει πρεμιέρα στο Μιλάνο. Ο επακόλουθος θρίαμβος ταξιδεύει το όνομά του κατά μήκος της Ευρώπης, ενώ η επόμενή του όπερα, Το ελιξίριο του έρωτα (1832), καθιερώνεται αμέσως ως ένα αριστούργημα στην κατηγορία του κωμικού μελοδράματος. Μετά την επιτυχία της όπερας Λουκρητία Βοργία (1833), ο Ντονιτσέτι εξαργυρώνει τη φήμη του ακολουθώντας τα βήματα του Ροσίνι και του Μπελίνι: παρουσιάζει στο Παρίσι την όπερα Marin Faliero, ωστόσο επισκιάζεται από τους Πουριτανούς του Μπελλίνι. Επιστρέφοντας στη Νάπολη η καριέρα του απογειώνεται με τη Λουτσία ντι Λάμερμουρ, έργο βασισμένο στη νουβέλα του Γουόλτερ Σκοτ Η νύφη του Λάμερμουρ. Σ' αυτήν οφείλει το μεγαλύτερο μέρος της φήμης του και αποτελεί συνάμα ακρογωνιαίο λίθο του μπελ κάντο, που την κατατάσσει πλάι στη Νόρμα του Μπελίνι.

Οι παραγγελίες για όπερες έρχονται πλέον τόσο από την Ιταλία όσο και από τη Γαλλία. Μεταξύ άλλων γράφει τον Πολιούτο, που λογοκρίνεται από τις αρχές, καθώς το ιερό του θέμα τον καθιστά ανάρμοστο για τη σκηνή. Κατόπιν τούτου, το 1838 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και συνθέτει μια ακόμη επιτυχημένη όπερα, με τίτλο La fille du régiment.

Με τη σύζυγό του, Βιρτζίνια Βασέλι, απέκτησαν τρία παιδιά, από τα οποία κανένα δεν επέζησε. Ένα χρόνο μετά τον θάνατο των γονιών του χάνει και τη γυναίκα του, ενώ περί το 1843 ο ίδιος εμφανίζει συμπτώματα σύφιλης και πιθανής διπολικής διαταραχής. Το 1845 εισάγεται σε ίδρυμα αποκατάστασης και αργότερα μεταφέρεται στο Παρίσι, όπου και λαμβάνει την απαραίτητη φροντίδα. Πολλοί φίλοι και συνάδελφοι τον επισκέπτονται — μεταξύ αυτών και ο Τζουζέπε Βέρντι. Σύμφωνα με την επιθυμία του επιστρέφει στη γενέτειρά του, το Μπέργκαμο, όπου και — μετά από αρκετά χρόνια σε κατάσταση ημι-άνοιας — αφήνει το 1848 την τελευταία του πνοή, στην οικία της ευγενούς οικογενείας Σκόττι. Ετάφη αρχικά στο κοιμητήριο του Βαλτέσσε, ωστόσο στα τέλη του 19ου αιώνα η σoρός του μεταφέρεται στη Βασιλική της Σάντα Μαρία Ματζιόρε του Μπέργκαμο, πλάι στο μνήμα του πρώτου του δασκάλου, Σίμον Μάιρ.

Εργογραφία

Όπερα

1816–1819

  • Il Pigmalione (1816· πρώτη εκτέλεση: 13 Οκτωβρίου 1960, Teatro Donizetti, Μπέργαμο)
  • Olimpiade (1817, ημιτελής, λιμπρέτο του Μεταστάσιο)
  • L'ira di Achille (1817)
  • Enrico di Borgogna (14 Νοεμβρίου 1818, Teatro San Luca, Βενετία)
  • Una follia (17 Δεκεμβρίου 1818, Teatro San Luca, Βενετία -χαμένο έργο)
  • I piccioli virtuosi ambulanti (1819), κωμική μονόπρακτη όπερα
  • Pietro il Grande zar di tutte le Russie ossia Il Falegname di Livonia (26 Δεκεμβρίου 1819, Teatro San Samuele, Βενετία),

1820–1824

  • Le nozze in villa (1820 ή 1821, Teatro Vecchio, Μάντουα)
  • Zoraida di Granata ή Zoraïda di Granata (28 Ιανουαρίου 1822, Teatro Argentina, Ρώμη· αναθεωρ. 7 Ιανουαρίου 1824 στο ίδιο θέατρο)
  • La Zingara (12 Μαΐου 1822, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • La lettera anonima (29 Ιουνίου 1822, Teatro del Fondo, Νάπολη)
  • Chiara e Serafina, ossia I pirati (26 Οκτωβρίου 1822, Σκάλα του Μιλάνου)
  • Alfredo il grande (2 Ιουλίου 1823, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Il fortunato inganno (3 Σεπτεμβρίου 1823, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • L'ajo nell'imbarazzo (4 Φεβρουαρίου 1824, Teatro Valle, Ρώμη)
  • Emilia di Liverpool ή L'eremitaggio di Liverpool (28 Ιουλίου 1824, Teatro Nuovo, Νάπολη)

1825–1829

  • Alahor in Granata (7 Ιανουαρίου 1826, Teatro Carolino, Παλέρμο)
  • Don Gregorio [αναθεώρηση του L'ajo nell'imbarazzo] (11 Ιουνίου 1826, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • Elvida (6 Ιουλίου 1826, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Gabriella di Vergy (1826· πρώτη εκτέλεση: 29 Νοεμβρίου 1869, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Olivo e Pasquale (7 Ιανουαρίου 1827, Teatro Valle, Ρώμη· αναθεωρ. 1 Σεπτεμβρίου 1827, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • Otto mesi in due ore (13 Μαΐου 1827, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • Il borgomastro di Saardam (19 Αυγούστου 1827, Teatro del Fondo, Νάπολη)
  • Le convenienze ed inconvenienze teatrali, επίσης γνωστό και ως Viva la mamma (21 Νοεμβρίου 1827, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • L'esule di Roma, ossia Il proscritto (1 Ιανουαρίου 1828, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Emilia di Liverpool [αναθεωρ.] (8 Μαρτίου 1828, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • Alina, regina di Golconda (12 Μαΐου 1828, Teatro Carlo Felice, Γένοβα)
  • Gianni di Calais (2 Αυγούστου 1828, Teatro del Fondo, Νάπολη)
  • Il paria (12 Ιανουαρίου 1829, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Il giovedi grasso ή Il nuovo Pourceaugnac (26 Φεβρουαρίου 1829?, Teatro del Fondo, Νάπολη)
  • Il castello di Kenilworth (6 Ιουλίου 1829, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Alina, regina di Golconda [αναθεωρ.] (10 Οκτωβρίου 1829, Teatro Valle, Ρώμη)

1830–1834

  • I pazzi per progetto (6 Φεβρουαρίου 1830, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Il diluvio universale (28 Φεβρουαρίου 1830, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Imelda de' Lambertazzi (5 Σεπτεμβρίου 1830, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Anna Bolena (26 Δεκεμβρίου 1830, Teatro Carcano, Μιλάνο)
  • Le convenienze ed inconvenienze teatrali [αναθεωρ. του Le convenienze teatrali] (20 Απριλίου 1831, Teatro Canobbiana, Μιλάνο)
  • Gianni di Parigi (1831· πρώτη εκτέλεση: 10 Σεπτεμβρίου 1839, Σκάλα του Μιλάνου)
  • Francesca di Foix (30 Μαΐου 1831, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • La romanzesca e l'uomo nero ή La romanziera e l'uomo nero (18 Ιουνίου 1831, Teatro del Fondo, Νάπολη) (δεν σώζονται τα μέρη πρόζας)
  • Fausta (12 Ιανουαρίου 1832, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Ugo, conte di Parigi (13 Μαρτίου 1832, Σκάλα του Μιλάνου)
  • L'elisir d'amore (12 Μαΐου 1832, Teatro Canobbiana, Μιλάνο)
  • Sancia di Castiglia (4 Νοεμβρίου 1832, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Il furioso all'isola di San Domingo (2 Ιανουραίου 1833, Teatro Valle, Ρώμη)
  • Otto mesi in due ore [αναθεωρ.] (1833, Λιβόρνο)
  • Parisina (17 Μαρτίου 1833, Teatro della Pergola, Φλωρεντία)
  • Torquato Tasso (9 Σεπτεμβρίου 1833, Teatro Valle, Ρώμη)
  • Lucrezia Borgia (26 Δεκεμβρίου 1833, Σκάλα του Μιλάνου)
  • Il diluvio universale [αναθεωρ.] (17 Ιανουαρίου 1834, Teatro Carlo Felice, Γένοβα)
  • Rosmonda d'Inghilterra (27 Φεβρουαρίου 1834, Teatro della Pergola, Φλωρεντία)
  • Maria Stuarda [αναθεωρ.] (Buondelmonte) (18 Οκτωβρίου 1834, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Gemma di Vergy (26 Οκτωβρίου 1834, Σκάλα του Μιλάνου)

1835–1839

  • Maria Stuarda (30 Δεκεμβρίου 1835, Σκάλα του Μιλάνου)
  • Marin Faliero (12 Μαρτίου 1835, Théâtre-Italien, Παρίσι)
  • Lucia di Lammermoor (26 Σεπτεμβρίου 1835, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Belisario (4 Φεβρουαρίου 1836, Teatro La Fenice, Βενετία)
  • Il campanello di notte (1 Ιουνίου 1836, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • Betly, o La capanna svizzera (21 Αυγούστου 1836, Teatro Nuovo, Νάπολη)
  • L'assedio di Calais (19 Νοεμβρίου 1836, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Pia de' Tolomei (18 Φεβρουαρίου 1837, Teatro Apollo, Βενετία)
  • Pia de' Tolomei [αναθεωρ.] (31 Ιουίου 1837, Σενιγκάλια)
  • Betly [αναθεωρ.] (29 Σεπτεμβρίου 1837, Teatro del Fondo, Νάπολη)
  • Roberto Devereux (28 Οκτωβρίου 1837, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Maria de Rudenz (30 Ιανουαρίου 1838, Teatro La Fenice, Βενετία)
  • Gabriella di Vergy [αναθεωρ.] (1838)
  • Poliuto (1838· πρώτη εκτέλεση: 30 Νοεμβρίου 1848, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Pia de' Tolomei [αναθ. β΄] (30 Σεπτεμβρίου 1838, Teatro San Carlo, Νάπολη)
  • Lucie de Lammermoor [αναθεωρ. της Lucia di Lammermoor] (6 Αυγούστου 1839, Théâtre de la Renaissance, Παρίσι)
  • Le duc d'Albe (1839· πρώτη εκτέλεση: 22 Μαρτίου 1882, Teatro Apollo, Ρώμη)

1840–1845

  • Lucrezia Borgia [αναθεωρ.] (11 Ιανουαρίου 1840, Σκάλα του Μιλάνου)
  • Poliuto [αναθεωρ.] (Les martyrs) (10 Απριλίου 1840, Όπερα των Παρισίων -Salle Le Peletier)
  • La fille du régiment (11 Φεβρουαρίου 1840, Opéra-Comique, Παρίσι)
  • L'ange de Nisida (1839 ?)
  • Lucrezia Borgia [αναθ. β΄] (31 Οκτωβρίου 1840, Théâtre-Italien, Παρίσι)
  • La favorite [αναθεωρ. της L'ange de Nisida] (2 Δεκεμβρίου 1840, Όπερα των Παρισίων -Salle Le Peletier)
  • Adelia (11 Φεβρουαρίου 1841, Teatro Apollo, Ρώμη)
  • Rita (Deux hommes et une femme· 1841· πρώτη εκτέλεση: 7 Μαΐου 1860, Opéra-Comique, Παρίσι)
  • Maria Padilla (26 Δεκεμβρίου 1841, Σκάλα του Μιλάνου)
  • Linda di Chamounix (19 Μαΐου 1842, Kärntnertortheater, Βιέννη· αναθεωρ. 17 Νοεμβρίου 1842, Théâtre-Italien, Παρίσι)
  • Don Pasquale (3 Ιανουαρίου 1843, Théâtre-Italien, Παρίσι)
  • Maria di Rohan (5 Ιουνίου 1843, Kärntnertortheater, Βιέννη)
  • Dom Sébastien (13 Νοεμβρίου 1843, Όπερα των Παρισίων -Salle Le Peletier) [αναθεωρ.] (6 Φεβρουαρίου 1845, Kärntnertortheater, Βιέννη)
  • Caterina Cornaro (18 Ιανουαρίου 1844, Teatro San Carlo, Νάπολη)
 

Πηγές

  • Allitt, John Stewart, Gaetano Donizetti – Pensiero, musica, opere scelte, Milano: Edizione Villadiseriane, 2003
  • Allitt, John Stewart, Donizetti – in the light of romanticism and the teaching of Johann Simon Mayr, Shaftesbury, Dorset, UK: Element Books, 1991. Also see Allitt's website http://www.johnstewartallitt.com/
  • Ashbrook, William: Donizetti and his Operas, Cambridge:Cambridge University Press 1982. Ashbrook also wrote an earlier life entitled Donizetti in 1965.
  • Bini, Annalisa and Jeremy Commons, Le prime rappresentazioni delle opere di Donizetti nella stampa coeva, Milan: Skira, 1997
  • Black, John, Donizetti's Operas in Naples 1822–1848, London: The Donizetti Society, 1982
  • Cassaro, James P., Gaetano Donizetti – A Guide to Research, New York: Garland Publishing. 2000
  • Gossett, Philip, "Anna Bolena" and the Artistic Maturity of Gaetano Donizetti, Oxford: Oxford University Press, 1985
  • Kantner, Leopold M (Ed.), Donizetti in Wien, papers from a symposium in various languages. Primo Ottocento, available from Edition Praesens. (ISBN 3-7069-0006-8)
  • Keller, Marcello Sorce, "Gaetano Donizetti: un bergamasco compositore di canzoni napoletane", Studi Donizettiani, III(1978), 100- 107.
  • Keller, Marcello Sorce, "Io te voglio bene assaje: a Famous Neapolitan Song Traditionally Attributed to Gaetano Donizetti", The Music Review, XLV (1984), no. 3- 4, 251- 264. Also published as: "Io te voglio bene assaje: una famosa canzone napoletana tradizionalmente attribuita a Gaetano Donizetti, La Nuova Rivista Musicale Italiana, 1985, no. 4, 642- 653.
  • Sadie, Stanley (Ed.), The New Grove Dictionary of Music and Musicians, Volume 7, London: Macmillan Publishers Ltd., 2001, pp. 761–796. The 1980 edition article, by William Ashbrook and Julian Budden, was also reprinted in The New Grove Masters of Italian Opera, London: Papermac, 1984, pp. 93–154.
  • Sadie, Stanley (Ed.), The New Grove Dictionary of Opera, Volume 1, London: Macmillan Publishers Ltd., 1997, pp. 1201–1221.
  • Saracino, Egidio (Ed.), Tutti I libretti di Donizetti, Garzanti Editore, 1993.
  • Weinstock, Herbert, Donizetti and the World of Opera in Italy, Paris and Vienna in the First Half of the Nineteenth Century, New York: Random House, 1963.
  • Petténi, Giuliano Donati]], Donizetti, Milano: Fratelli Treves Editori, 1930
  • Zavadini, Guuido, Donizetti: Vita – Musiche- Epistolario, Bergamo, 1948