Showing posts with label Τσανακλίδου Τάνια. Show all posts
Showing posts with label Τσανακλίδου Τάνια. Show all posts

Saturday, July 3, 2010

Ενα ντουέτο που αψηφά το μελαγχολικό καλοκαίρι

Μια μουσική περιοδεία-αντίδοτο στη μελαγχολία των ημερών. Δύο σπουδαίες φωνές, με τη σκηνική της προσωπικότητα κάθε μία και το ξεχωριστό της στίγμα στο ελληνικό τραγούδι. Δύο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, που κάνουν μια αρμονική αντίθεση. Αλλωστε, όσοι έχουν παρακολουθήσει ήδη τη συναυλία της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και της Τάνιας Τσανακλίδου, σε κάποια από τις ελληνικές πόλεις της περιοδείας τους, βεβαιώνουν ότι ίσως η ωραιότερη στιγμή είναι όταν οι δυο τους και δύο πιάνα, ερμηνεύουν, εναλλάξ ή μαζί, τα πιο εσωστρεφή και λυρικά τους τραγούδια.
Για να τις δούμε στην Αθήνα θα πρέπει να περιμένουμε τη δική τους βραδιά, στις 12 Ιουλίου, στο Θέατρο των Βράχων του Φεστιβάλ Βύρωνα. Αλλά εν τω μεταξύ τις αναζητούμε για να μας μιλήσουν για τη σκηνική τους συνάντηση αυτό το δύσκολο καλοκαίρι. Ηταν, συμφωνούν και οι δύο, μια συνεργασία που την ήθελαν καιρό. Κάνουν άλλωστε χρόνια παρέα και ήδη από πέρυσι σχεδίαζαν κοινές εμφανίσεις. Και αν προς στιγμήν το «βαρύ κλίμα» τις προβλημάτισε, είπαν πώς... «Κύμα το κύμα, η πέτρα λιώνει / του ονείρου η αύρα μάς ενώνει». Ετσι λέει και το τραγούδι του Γιώργου Ζήκα, που τους «δάνεισε» τίτλο στις εμφανίσεις τους.
Τάνια Τσανακλίδου

«Τα «πριγκιπάκια» μάς τελείωσαν...»

Στο «καταφύγιό» της στο Πήλιο για λίγες μέρες, προτού επιστρέψει στη μουσική δράση, η Τάνια Τσανακλίδου δεν κρύβει πόσο την έχουν επηρεάσει όσα συμβαίνουν στη χώρα μας τους τελευταίους μήνες. «Μου έχουν κοπεί τα φτερά», λέει. «Τουλάχιστον είναι ευλογία που αυτό το καλοκαίρι έχω δίπλα μου την Ελευθερία, έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορούμε να κουβεντιάζουμε, να συνεννοούμαστε και να μη διαφωνούμε...».
- Εχετε ζηλέψει κάποιο τραγούδι της;
«Χιλιάδες. Κατ' αρχήν όλα αυτά τα υπέροχα "Τραγούδια για τους μήνες". Υστερα το "Ερωτικό" του Ξυδάκη κι όλα της τα τραγούδια από το "Μένω εκτός"».
- Τραγούδια σαν κι αυτά σάς κάνουν να αισθάνεστε καλύτερα;
«Ετσι όπως είμαι, δύσκολο να με ξεσηκώσει η μουσική πια. Η μπιρίμπα μόνο με ξεκουράζει και η σιωπή. Δεν μπορώ να βρω παρηγοριά στη μουσική. Μόνο σαν εκτόνωση το βλέπω, για να μου φύγει το "ωχ"».
- Δεν έχετε επιδιώξει συχνά συνεργασίες με ντουέτα ή σχήματα...
«Μου είναι δύσκολο να αυτοπεριορίζομαι στα ντουέτα. Γιατί όταν συνεργάζομαι με κάποιον, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να φροντίζω να 'χει χώρο εκείνος. Ετσι έχω μεγαλώσει απ' το σπίτι μου κι αυτό δεν αλλάζει. Αφήνω πρώτα χώρο για τον άλλον και μετά βλέπω τι θα κάνω κι εγώ. Ετσι έχει νόημα η συνύπαρξη. Οταν είσαι αρπακτικό, τα πράγματα γίνονται άγρια μετά. Εγώ δεν τα θέλω καθόλου τα αρπακτικά».
- Ο κόσμος είναι μελαγχολικός. Δεν βγήκε να πανηγυρίσει ούτε καν όταν η Εθνική μας κέρδισε τη Νιγηρία.

«Για να πω την αλήθεια, τις προάλλες που παρακολουθούσα το ματς με την Αργεντινή ήθελα πολύ να κερδίσουμε. Βέβαια, αν εξαιρέσεις τον Σαμαρά που έκανε βλακείες, οι δικοί μας έπαιξαν καλά -και ο τερματοφύλακας έσκισε. Ευχόμουν "ας πάρουμε από κάπου μια ανάταση". Γιατί κάποιοι μας έκαναν να ντρεπόμαστε που είμαστε Ελληνες. Κι εμένα αυτό μού στοιχίζει. Γιατί γούσταρα πολύ που γεννήθηκα στην Ελλάδα. Παρά τα συν-πλην που έχουμε σαν λαός, δεν θα το άλλαζα με τίποτα. Εδώ ήθελα μόνο να ζω κι εδώ συνεχίζω να θέλω να ζω».

- Πού νομίζετε ότι οφείλεται όλη αυτή η κατάσταση;

«Μα, δεν ξαφνιάστηκα. Το περίμενα από τη δεκαετία του '80, που μπήκε στη ζωή μας η "γκλαμουριά" και το πλαστικό χρήμα, και διάβαζα μελέτες ανθρώπων που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για το Ασφαλιστικό. Εβλεπα τον κόσμο δίπλα μου να 'ναι στη "λούφα και παραλλαγή", έβλεπα πανάκριβα αυτοκίνητα, τεράστια σπίτια, ακριβά ρούχα και χρέος στις τράπεζες. Αναρωτιόμουν πού βρίσκουν όλα αυτοί τόσα λεφτά και τι θα κάνουν όταν θα 'ρθει ο λογαριασμός. Ε, ο λογαριασμός ήρθε».

- Αισθάνεστε τουλάχιστον ότι τώρα είμαστε σε καλύτερα χέρια;

«Οχι. Από τη στιγμή που ο έλεγχος της χώρας μου παραδόθηκε σε ξένους, ποια είναι τα καλά χέρια; Το ΔΝΤ; Ή ο Γιώργος Παπανδρέου; Ως άνθρωπος μου είναι συμπαθής αλλά, ρε παιδάκι μου, φοβάμαι πάρα πολύ τι θα συμβεί στα εθνικά μας θέματα. Φοβάμαι πάρα πολύ που απ' την αρχή ήταν αντίθετος για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Στη μονομερή μας εξάρτηση από την Αμερική και την Ευρωπαϊκή Ενωση εγώ συνεχίζω να είμαι τρομοκρατημένη, γιατί είμαι και μια γενιά που τα πλήρωσε όλα αυτά. Και τη δικτατορία είδα, και είχα κι ένα χαφιέ έξω απ' το σπίτι μου όσο ήμουν παιδάκι. Αλλά αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι μήπως έρθει πολύ σύντομα μια παγκόσμια οικονομική δικτατορία. Διότι όλα αυτά δεν τα τραβάμε μόνον εμείς. Μήπως η Αμερική είναι καλά; Οπου να 'ναι θα σκάσει το κανόνι της».

- Ο δικός σας χώρος αντιμετώπιζε ούτως ή άλλως κρίση...
«Η αλήθεια είναι ότι εγώ με τα πράγματα που έκανα δεν τη βίωσα την κρίση. Εκανα ιδιαίτερα πράγματα που γούσταρα τρελά, αλλά δεν απευθύνονταν σε χιλιάδες. Και συνεχίζω να μην απευθύνομαι σε χιλιάδες. Δεν ξέρω να μιλήσω αυτή τη λαοπλάνα γλώσσα. Και με τη δισκογραφία είχα πάντα άλλες σχέσεις γιατί τράβηξα τον δικό μου δρόμο. Ευτυχώς μου βγήκε σε καλό - γιατί θα μπορούσα να φάω τα μούτρα μου. Αλλά, δόξα τω Θεώ, δεν έχω παράπονο».
- Ο κόσμος, όμως, γίνεται όλο και απαιτητικότερος ως προς το πού θα δώσει τα λεφτά του.
«Αυτό είναι πολύ καλό, θα κάνει κι εμάς τους καλλιτέχνες πιο προσεκτικούς και λιγότερο αλαζόνες. Νομίζαμε ότι είμαστε και λιγάκι πριγκιπάκια. Τώρα τέρμα οι πρίγκιπες κι οι πριγκιποπούλες. Εγώ πάντως αυτό τον χειμώνα αποφάσισα να μη δουλέψω. Εχω και μια διάθεση να πω επαναστατικά τραγούδια. Δεν μου λέει τίποτα να πω παλιά τραγούδια, ούτε μπορώ πια να τραγουδάω για αγάπες και λουλούδια. Εχω την ανάγκη να γραφτούν καινούργια».
- Από ποιους;
«Ερχεται μια νέα γενιά που κάπως θα βρει τον τρόπο να εκφραστεί. Παιδιά που δεν έζησαν τις καλές εποχές της δισκογραφίας και κανείς δεν τα χάιδεψε - εκτός από τους γονείς τους, που τους είχαν λύσει όλα τα προβλήματα. Αυτά τα παιδιά θα αρθρώσουν λόγο. Και εμείς ας τους δώσουμε χώρο. Ας κάτσουμε λίγο και στο σπίτι μας...».**
  • info: 
  • Για τη συναυλία της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και της Τάνιας Τσανακλίδου (12/7, Θέατρο Βράχων, Βύρωνας) το εισιτήριο στοιχίζει 20 ευρώ. Πληροφορίες για την προπώληση στα τηλέφωνα: 210-7626438 και 7626738.
Ελευθερία Αρβανιτάκη

«Να ελπίσουμε σε καλύτερες μέρες;»

Η Ελευθερία Αρβανιτάκη είναι προβληματισμένη αλλά διατηρεί την αισιοδοξία της. «Βγαίνουμε με την Τάνια», εξομολογείται, «σε μια κακή περίοδο, αλλά είναι πολύ καλή η συνάντησή μας. Λειτούργησε τελικά αυτό το «τι ωραία που τραγουδάμε κι ανταλλάσσουμε θετική ενέργεια με τον κόσμο»».
- Εσείς έχετε πάνω στη σκηνή κάτι αιθέριο, εκείνη κάτι χοϊκό...
«Παρότι είμαστε πολύ διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, στρώνει η μία το χαλί στην άλλη να πατήσει και να αισθανθεί τη γλύκα ότι μπορείς να μοιράζεσαι τη σκηνή μ' έναν άνθρωπο που αγαπάς κι εκτιμάς. Και στο ρεπερτόριο, ίσως, απέχουμε, αλλά τι ωραία που τέτοιες αντιθέσεις μπορούν και πλησιάζονται. Κι ακριβώς επειδή υπάρχουν, λειτουργούν και απρόσμενα στοιχεία, που εμπεριέχουν και μια ίντριγκα».
- Ποιο τραγούδι της θα θέλατε να 'χετε πει;
«Το "Μαμά γερνάω" και το "Πάτωμα", δύο τραγούδια που τ' αγαπάω πολύ. Και το "Εγώ για δύο", απ' τον τελευταίο της δίσκο».
- Καταλύετε, πάντως, το στερεότυπο περί γυναικείου ανταγωνισμού.
«Ολοι οι άνθρωποι είμαστε ανταγωνιστικοί. Ανταγωνιστική μπορεί να είναι και η γυναίκα με τον άνδρα ή ακόμη και με τα παιδιά της. Το θέμα είναι πόσο μπορεί να υπερβεί η τέχνη τη φύση μας. Κι εγώ έχω κάνει συνεργασίες που ευλογήθηκαν μ' αυτή την υπέρβαση του ανταγωνισμού και του "α, εκείνος το 'πε καλύτερα". Μόνο έτσι λειτουργεί μια συναυλία. Το υπόλοιπο είναι μια αρρώστια που δεν με αφορούσε ποτέ».
- Εμφανίζεστε συχνά και μόνη σας...
«Αυτή είναι η χαρά της ελευθερίας. Και μετά έρχεται η χαρά της δέσμευσης. Είναι φυσικό άλλες φορές να αισθάνεσαι ότι θέλεις να είσαι μόνος κι άλλες με παρέα. Ομολογώ ότι το να είμαι μόνη είναι κάτι που με έλκει και γι' αυτό επιδιώκω συχνά, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, να είμαι μόνη ή με νεότερους συναδέλφους, έχοντας ουσιαστικά όλη την ευθύνη. Είναι, όμως, εξίσου ωραίο να μοιράζεσαι τη σκηνή με συναδέλφους που αγαπάς και τιμάς».
- Ωραία είναι τα live. Αλλά είναι κι ο κόσμος μελαγχολικός...
«Οχι μόνο. Ο κόσμος είναι κλεισμένος, μαγκωμένος και κυρίως φοβισμένος. Αλλά ποιος κόσμος; Μήπως δεν είμαστε κι εμείς σ' αυτόν; Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Οσα βλέπουμε, αλλάζουν πλήρως τον τρόπο που σκεφτόμαστε τη ζωή μας, τους γονείς μας, τα παιδιά μας και την ψυχή μας. Κοινωνικά το πράγμα μοιάζει να ορίζεται από μια πάρα πολύ σκληρή διεθνή πολιτική, που εφαρμόζεται και στην Ελλάδα και θυμίζει περιόδους τις οποίες εμείς τουλάχιστον δεν είχαμε ζήσει ποτέ. Βλέπουμε κεκτημένα δικαιώματα να αμφισβητούνται και να διαλύονται εν μια νυκτί».
- Πού νομίζετε ότι οφείλεται αυτό;
«Νομίζω ότι κάποια χρόνια πίσω αυτοί που έπρεπε δεν φρόντισαν για τη χώρα όπως έπρεπε, μόνο και μόνο για να μην έχουν πολιτικό κόστος. Γι' αυτό φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Επειδή δεν είχαμε τολμηρούς πολιτικούς, με όραμα, που να μη σκέφτονται τον εαυτό τους αλλά τη χώρα».
- Αισθάνεστε τουλάχιστον ότι τώρα είμαστε σε καλύτερα χέρια;
«Το μόνο σίγουρο είναι ότι είδαμε τα μαλλιά του Γιώργου Παπανδρέου ν' ασπρίζουν. Νομίζω ότι για όλους μας η κατάσταση είναι πρωτόγνωρη. Δεν νομίζω, πάντως, ότι και η τωρινή πολιτική ηγεσία περίμενε κάτι τέτοιο. Ισως όμως να κάνω και λάθος κι όλο αυτό να είναι πλήρως συνεννοημένο και οργανωμένο. Δεν ξέρω. Εκτός από βαθιά θλίψη, νιώθω πάντως ότι είναι ανάγκη να σοβαρευτούμε και να δούμε ψύχραιμα τα πράγματα ώστε να μη γίνουμε "κανίβαλοι" προσπαθώντας να φάει ο ένας τον άλλο. Μακάρι να επιτρέψουμε και στον λυρισμό να μπει λίγο στην ψυχή μας. Και να ελπίσουμε σε καλύτερες μέρες; Αυτό μ' ερωτηματικό».
- Συνάδελφοί σας δεν κρύβουν την ανασφάλειά τους όταν λένε ότι στον μουσικό χώρο η κρίση προϋπήρχε, η δισκογραφία τελείωσε και ότι το μόνο που μένει είναι τα live κι αυτά όμως με άγνωστο μέλλον...
«Μα, οι περισσότερες συναυλίες φέτος αυτοδιοργανώνονται - πράγμα που είναι ένα τεράστιο ρίσκο για τους παραγωγούς. Παρ' όλα αυτά νομίζω ότι εάν περιοριστεί το κέρδος -που έτσι κι αλλιώς περιορίζεται- μπορείς να κερδίσεις σύμπνοια με αυτό που υπήρξε το κοινό σου τόσα χρόνια. Ετσι κι αλλιώς, ο δικός μας χώρος πάντα είχε τον ρόλο της λύτρωσης για "όσους" και για "όποτε"... Αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης. Η λύτρωση και η βαθύτερη συνεννόηση».**

Sunday, December 20, 2009

Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή

  • Από τη ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ και τον ΑΝΤΩΝΗ ΜΠΟΣΚΟΪΤΗ

Οι τροχιές της Λένας Πλάτωνος και της ΤΑΝΙΑΣ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ διασταυρώθηκαν πρώτη φορά το 1972 στην μπουάτ «Λήδρα», όταν η πρώτη έπαιζε πιάνο και η δεύτερη τραγουδούσε, στην ορχήστρα του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Σήμερα, 37 χρόνια μετά, η Προσωπογραφία της Τσανακλίδου βρίσκεται στο Ντιβάνι του δισκαναλυτή της Λένας και του bosko με τα ολοκαίνουργια τραγούδια της, σε μουσική των Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Γιάννη Χριστοδουλόπουλου, Θοδωρή Οικονόμου, Θέμη Καραμουρατίδη, Γιάννη Ανδρέου και Δημήτρη Μπαρμπαγάλα, στίχους των Ελεάνας Βραχάλη, Γιάννη Μαύρου, Γεράσιμου Ευαγγελάτου, Ακη Δήμου και Σταύρου Σταύρου, καθώς και ένα ρεμίξ του Μιχάλη Δέλτα. Το πόρισμα της παρούσης δισκανάλυσης έχει να κάνει με μία γυναίκα - μοναχική φύσει και θέσει και έναν συμπαθέστατο δίσκο, στο πλαίσιο πάντα μιας συμβατικής τραγουδοποιίας.

  • ΠΑΝΤΑ

Η ηρωίδα έχει μια πολύ αρνητική εμπειρία για τον έρωτα και μάλλον αναλώνεται στα 3/4 του στιχουργήματος περιγράφοντάς τη. Στο υπόλοιπο 1/4 μας φανερώνει το καινούριο πρόσωπο στη ζωή της, έτοιμο να τη δεχτεί όπως είναι, μονίμως με τα χέρια του ανοιχτά. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μπαλάντα σε ημιζεϊμπέκικο ρυθμό, όπου το ζεϊμπέκικο υποβόσκει, έτοιμο να υποδαυλίσει και να γκρεμιστεί παράλληλα από το παίξιμο του πιάνου. Μια πολύ λεπτή ισορροπία, που με σοφία διατηρείται από την ενορχήστρωση του Τάκη Φαραζή. Η ερμηνεία της Τσανακλίδου χάνει σ' αυτό το αίσθημα της υγρασίας, ερχόμενη σε ρήξη κάπως με το παίξιμο του Φαραζή.

  • ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Οι στίχοι του Ακη Δήμου αναφέρονται σαφώς σ' έναν έρωτα μαζοχιστικό (Ματώνει / αυτός ο έρωτας που όλο δυναμώνει / και δε μ' αφήνει από σένα να σωθώ). Πρόκειται για ένα πολύ έξυπνο, ευαίσθητο και πρωτότυπο στιχούργημα. Το πρώτο μέρος του τραγουδιού είναι απλώς συμπαθητικό, σε αντίθεση με το μεσαίο μέρος, που εξελίσσεται σε ένα ενδιαφέρον ηλεκτρικό ζεϊμπέκικο με ενορχηστρωτική μαεστρία. Η ερμηνεία της Τσανακλίδου σε όλο το τραγούδι είναι φανερά επηρεασμένη από την παλαιότερη συνεργασία της με τον Μιχάλη Δέλτα και το ύφος της είναι ύφος διαμαρτυρίας, ενώ θα την περιμέναμε περισσότερο ερωτική εντός των συγκεκριμένων στίχων.

  • ΜΟΝΗ ΜΟΥ

Οι στίχοι της Ελεάνας Βραχάλη μιλούν για μοναξιά, ατολμία στη ζωή, αλλά και την ελπίδα για κάτι καλύτερο, την ίδια την ομορφιά. Η μουσική του Γιάννη Χριστοδουλόπουλου κινείται σ' ένα παθιασμένο μινόρε χασάπικο, με ευέλικτη μελωδική γραμμή και πολύ φροντισμένη ενορχήστρωση. Πολύ καλή και η ερμηνεία της Τσανακλίδου.

  • ΕΓΩ ΓΙΑ ΔΥΟ

Η ηρωίδα παραλογίζεται από τη μοναξιά της και πλέον ζει με εικονικό ανύπαρκτο σύντροφο. Μουσικά, πρόκειται για ένα ερωτολάγνο (καψούρικο) ζεϊμπέκικο, το οποίο υποτίθεται ότι χορεύει η ηρωίδα για τον Κανένα. Υπερβολικός ο τρόπος ένταξης του μπουζουκιού, που φαίνεται ότι στοχεύει σε κάτι σουξεδιάρικο. Καλός παίκτης ο Καραντίνης, υπερβολικός όμως ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε μέσα στο κομμάτι. Αρχίζοντας το τραγούδι, προτού φορτιστεί, η Τσανακλίδου είναι έως και συγκλονιστική. Στο τέλος όμως η έντασή της γίνεται εξίσου υπερβολική.

  • ΑΥΤΟ ΕΙΜΑΙ

Ενα φανταχτερό τραγούδι σε στυλ εμβατήριου, με εντυπωσιακούς ηλεκτρονικούς ήχους, οι οποίοι οδηγούν (;) την Τσανακλίδου στη στερεότυπη ερμηνευτική υπερβολή της. Εν αντιθέσει με τους στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, που μπορεί να μη χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, διατυπώνουν όμως τις θέσεις της ηρωίδας για το ότι δεν πρόκειται ποτέ ν' αλλάξει και να τη δεχτούν οι άλλοι όπως είναι.

  • ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Εδώ είναι αρκετά πρωτότυποι οι στίχοι του Ευαγγελάτου, παρότι αναλώνονται στη γνώριμη μυθολογία αλκοόλ=χορός. Η ηρωίδα τον παροτρύνει να χορέψει, σε μια προσπάθεια να απαλύνει τον θυμό του, δηλαδή το μαύρο σύννεφο στη σχέση τους. Εξυπνος ο διαχωρισμός απαίτησης - θέλησης, προσταγής - επιθυμίας. Μουσικά, πρόκειται για το πιο σύνθετο και επίσης πιο πρωτότυπο μέχρι τώρα τραγούδι. Πολύ όμορφα ενορχηστρωμένο, με το ακορντεόν του Παναγιώτη Τσεβά να αναδεικνύει το κομμάτι, αλλά και κάποια στοιχεία γκαράζ που προκύπτουν από τις ηλεκτρικές κιθάρες και τη δομή της κλασικής ροκ μπάντας. Ερμηνευτικά η Τσανακλίδου δίνει τον καλύτερο εαυτό της. Τη βοηθάει το τραγούδι, μουσικά και στιχουργικά, κι αυτή αντιστοίχως βοηθάει το ίδιο το τραγούδι.

  • INTRO

Πολύ ωραία ανάσα για όλο τον δίσκο ο καλοπαιγμένος αυτοσχεδιασμός στο τρομπόνι από τον Αντώνη Ανδρέου.

  • ΠΡΟΒΟΛΕΑΣ

Και πάλι το στιχούργημα της μοναξιάς, εδώ από τον Ακη Δήμου, με ποιητική διάθεση χωρίς ιδιαίτερο ειρμό. Ας πούμε ότι η ηρωίδα βρίσκεται στο Ντιβάνι του δισκαναλυτή και έχει αφεθεί στους συνειρμούς της (φέρτε κι άλλα σκοτάδια / να χορέψουν για μένα, Σκοτεινό μου φεγγάρι / ποια χαρά μου 'χουν πάρει κ.λπ.) Είναι σχεδόν αξιοθαύμαστο το πώς ο Θοδωρής Οικονόμου πιάστηκε από τους στίχους κι έφτιαξε ένα τραγούδι με παραληρητική ηχητική δομή, με το τρομπόνι του Αντώνη Ανδρέου και το ακορντεόν του Τσεβά σε πρώτο επίπεδο, καθώς και τη χρήση ροκ μπάντας. Προς το τέλος, βέβαια, το κομμάτι παραδίνεται σε μια ενορχηστρωτική σαλάτα. Ερμηνευτικά, η Τσανακλίδου κερδίζει, αφού αξιοποιεί τις υποκριτικές ικανότητες της στην υπηρεσία του τραγουδιού.

  • ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Κλασική ροκιά α λα Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, με τους κάπως αντιφατικούς στίχους του Γιάννη Μαύρου, εφόσον αρχίζουν μεν με την άποψη περί αρχής και τέλους κάθε πράγματος, τελειώνουν δε με την αγάπη της ηρωίδας να διαφοροποιείται απ' όλο αυτό, να μην έχει δηλαδή τέλος. Ερμηνευτικά, η Τσανακλίδου εδώ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο θηλυκός... Βασίλης Παπακωνσταντίνου, κι αυτό δεν αποτελεί μομφή σε καμία περίπτωση.

  • ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Καταπληκτικός ο Φαραζής σ' αυτό το κομμάτι, υπηρετώντας τη σύνθεση του Θοδωρή Οικονόμου. Οι στίχοι του Σταύρου Σταύρου διέπονται από ορισμένες μεταφυσικές ανησυχίες, καθώς η ηρωίδα αναζητά τον Παράδεισο, τον οποίο έχασε με την ενηλικίωσή της και φοβάται μην και δεν τον βρει μεταθανάτια. Αυτός ο Παράδεισος είναι και μια όψη του έρωτα. Απροσδόκητο το πώς η μικρούλα Ανδρομάχη Μπαρμπαγάλα, ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας, τραγουδάει το δικό της μέρος για αρκετή ώρα, δίνοντας μια χαριτωμένη νοσταλγική νότα στο κομμάτι. Χαμηλότονη, και ως εκ τούτου υπέροχη η ερμηνεία της Τσανακλίδου.

  • ΕΞΟΔΟΣ

Πολύ ποιητικίζουσα και νοσταλγική η έξοδος του cd με φράσεις απ' όλα τα τραγούδια που ακούσαμε. Το theremin μέσα από τους προγραμματισμούς του Δημήτρη Μπαρμπαγάλα εντείνει τη νοσταλγική διάθεση, σαν να λυπεί τον ακροατή για το ηχογράφημα που έφτασε στο τέλος του.

  • ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ (REMIX ΒΥ MIKAEL DELTA)

Ο Μιχάλης Δέλτα έδωσε τη χορευτική βερσιόν του τραγουδιού των Λ. Μαχαιρίτσα / Γ. Μαύρου με τον ήχο του προσωπικού του ηλεκτρονικού σύμπαντος. Η Τσανακλίδου, απολύτως εντός κλίματος.

Sunday, November 1, 2009

Τάνια Τσανακλίδου: «Πάντα αγαπούσα μέχρι το κόκαλο»

  • Η Τάνια Τσανακλίδου μιλάει για τη ζωή και τον έρωτα με αφορμή το νέο της άλμπουμ, που μόλις κυκλοφόρησε, με τίτλο «Προσωπογραφία»

Εννέα ολόκληρα χρόνια είχε να κάνει καινούριο δίσκο. Από βαρεμάρα, από άποψη, επειδή δεν ήξερε αν θα βρει κομμάτια που θα της αρέσουν, επειδή «το τραγούδι είναι εραστής κι όχι μόνιμη σχέση. Το μόνο που πρέπει να κυνηγάς στη ζωή είναι τον έρωτα, όλα τα άλλα σε βρίσκουν μόνα τους», λέει η Τάνια Τσανακλίδου. Αλλωστε, επανειλημμένα έχει δηλώσει, ότι το αλατοπίπερο στη ζωή της είναι οι φίλοι, το μαγείρεμα, το Πήλιο, η μπιρίμπα.

Επίσης, έχει το θάρρος να πει ότι βαριέται με τη σοβαροφάνεια πολλών συναδέλφων του εντέχνου, ότι δεν αντέχει την αγωνία να είσαι κάθε χρόνο στο προσκήνιο, ότι την αρρωσταίνουν οι πολιτικές εξελίξεις -εξ ου και δεν ψήφισε- ότι περνά θαυμάσια στα μπουζούκια με τον Νίκο Μακρόπουλο. «Μ' αρέσει αυτός ο τύπος. Με πήγανε μια φορά στο μαγαζί που τραγουδά, με ανέβασε στη σκηνή και έμεινα εκεί κάνα δυο ώρες. Τον γουστάρω πολύ γιατί τραγουδάει και δεν κοροϊδεύει. Μου θυμίζει τον Στράτο Διονυσίου, τον οποίο εκτιμούσα πολύ. Είναι άντρας, όχι σαχλαμάρας. Δεν θα τον δεις να κάνει τζιριτζάντζουλες».

Παιδί της νύχτας

Με τίτλο «Προσωπογραφία», συνθέσεις των Γ. Χριστοδουλόπουλου, Θ. Οικονόμου, Θ. Καραμουρατίδη, Λ. Μαχαιρίτσα και στίχους των Ε. Βραχάλη, Α. Δήμου, Γ. Ευαγγελάτου, Γ. Μαύρου, Σ. Σταύρου, το νέο άλμπουμ είναι αφιερωμένο στον έρωτα.

Με αφετηρία κάποιους από τους τίτλους των νέων της τραγουδιών θυμηθήκαμε ιστορίες, συνήθειες και παλιές αγάπες. Δηλαδή, αυτά για τα οποία μιλάνε τα καινούρια της τραγούδια.

* «Πάντα»: «Πάντα αγαπούσα ώς το κόκαλο. Και τους εκάστοτε συντρόφους και τη δουλειά μου. Γι' αυτό και την κάνω με αυτόν τον τρόπο. Αν ήθελα να βιοπορίζομαι από το τραγούδι, θα το έκανα βιοτεχνία- φασόν. Θα είχα τρελαθεί στα μπότοξ, θα πήγαινα στις πρεμιέρες, θα έβγαζα κάθε χρόνο άλμπουμ, θα υπέκυπτα ενδεχομένως στα μπουζούκια».

* «Νυχτώνει»: «Το αγαπώ το σκοτάδι. Από έφηβη ήμουν παιδί της νύχτας. Κοιμόμουν με την ανατολή του ηλίου κι η μάνα μου για να με ξυπνήσει με μπουγέλωνε. Τα βράδια ένιωθα δημιουργική. Ο,τι κι αν έκανα: είτε διάβαζα, είτε αργότερα μοιραζόμουν το κρεβάτι μου... Τη μέρα λούφαζα, ένιωθα ανασφαλής. Ολα αλλάξανε όταν άρχισε να νυχτώνει στη ζωή μου. Μεγαλώνοντας ξεκινά μια αντίστροφη μέτρηση και καταλαβαίνεις ότι δεν σε παίρνει να αφήνεις το μισό χρόνο που σου απομένει να πηγαίνει χαμένος. Με το που σκάει ο ήλιος τώρα πια, το μάτι μου γαρίδα».

* «Μόνη μου»: «...εδώ και χρόνια. Εχω ξεχάσει το μοίρασμα. Ομως, κι η μοναξιά υπέροχη είναι. Δεν λέω, μου λείπουν οι αγκαλιές, μου λείπει να γείρω σε κάποιον. Οσο τρυκυμιώδης κι αν είναι μια σχέση, η αγκαλιά έχει πάντα τη γαλήνη της. Αλλωστε, όταν κοιτάς τον εαυτό σου στα μάτια του άλλου είσαι πάντα πιο όμορφη. Ενώ εγώ που με κοιτάω μόνο στον καθρέφτη, είναι σαν να βλέπω τη μάνα μου».

* «Αυτό είμαι»: «Με τρελαίνει αυτό το τραγούδι γιατί η φράση "για τόσο φτάνω" θέλει πολλή μαγκιά για να την ξεστομίσεις. Ολοι νομίζουν ότι μπορούν να τα κάνουν όλα. Δεν είναι κακό να συμφιλιώνεσαι με την μετριότητά σου. Ισα ίσα, που βγαίνεις από το σφίξιμο και την πόζα. Απελευθερώνεσαι. Το είδαμε πρόσφατα και με τις πολιτικές εξελίξεις. Ζούμε την παντοκρατορία της μετριότητας».

«Ο αποχαιρετισμός θέλει κότσια»

* «Νύχτα της φωτιάς»: «Είναι αυτές οι νύχτες που το άλλο πρωί δεν θυμάσαι τίποτα».

* «Καληνύχτα»: «Μου ήταν πάντα πολύ δυσάρεστη λέξη. Η καληνύχτα σημαίνει αποχαιρετισμό. Κι ο αποχαιρετισμός θέλει αξιοπρέπεια και κότσια. Πρέπει να είσαι γενναίος και να τους απελευθερώνεις τους ανθρώπους. Κάποτε έπεσα κι εγώ στη λούμπα και προσπάθησα να κρατήσω κάποιον με το ζόρι. Επειδή, όμως, ήταν κάθετος -να 'ναι καλά- με γλίτωσε από την προσβολή και το διασυρμό».

* «Παράδεισος». «...Ηταν η ζωή μου και κόλαση ο εαυτός μου».

* «Εξοδος». «Το άλμπουμ τελειώνει με μια παιδική φωνή όπως οι έρωτες τελειώνουν αφήνοντας πίσω τους ένα παιδί που διεκδικούν δύο άνθρωποι. Ξέρω: θα με ρωτήσεις γιατί άφησα τη μητρότητα έξω από τη ζωή μου... Ισως από εγωισμό. Δεν ήθελα ποτέ να πάψω εγώ να είμαι το παιδί. Μόνο για λίγες ώρες και κυρίως σε στιγμές μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης πέρασε από το μυαλό μου να αποκτήσω παιδιά. Αλλά μάλλον δεν έκανα γι' αυτή τη δουλειά. Θα ήμουν εξαιρετικά καταπιεστική. Αλλωστε, με εννέα ανίψια, τα παιδιά δεν μου έχουν λείψει». *

Saturday, February 7, 2009

ΤΑΝΙΑ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ: «Και η ρυτίδα έχει συναίσθημα»



«Είμαστε δύο παχουλές γυναίκες, σαν πίνακας εκείνων των υπέροχων εποχών που τα παραπανίσια κιλά σήμαιναν ζωή, θηλυκότητα και ευμάρεια. Αντιθέτως σήμερα περιοριζόμαστε στα μαύρα, μπας και καταφέρουμε να κρύψουμε αυτό που περισσεύει», λέει η Τάνια Τσανακλίδου για την ιδέα της φωτογράφησης.
Ούτε η ίδια η Τάνια Τσανακλίδου δεν περίμενε πως ένα ζευγάρι παπούτσια αλλά κι ένα ντοκιμαντέρ που είδε στην τηλεόραση για τη ζωή του Μάνου Χατζιδάκι θα την «ξεκουνούσαν» από την παύση του τελευταίου χρόνου. «Οταν είδα το ντοκιμαντέρ είπα: "ορίστε, υπάρχουν τραγούδια για τα οποία αξίζει τον κόπο να δουλεύεις". Κι όταν αγόρασα τις γόβες είπα: "άντε, τώρα, να δω πού θα τις φορέσω"».

Παλεύοντας με τον χρόνο που περνά, τη φθορά, ενίοτε και τη θλίψη που προκαλεί, αλλά έχοντας εξασφαλίσει μια πολύτιμη και σπάνια αυτονομία, η Τσανακλίδου ετοίμασε όχι μόνο το πρόγραμμα αλλά και το ντεκόρ του μαγαζιού. «Βάλαμε μια φτηνιάρικη αλλά καλόγουστη μαύρη κουρτίνα, γύρισα στα παλιατζίδικα, βρήκα ένα παλιακό, ξυλόγλυπτο ανάκλιντρο που ντύσαμε με φούξια ύφασμα -για να ταιριάζει με τις γόβες. Κούκλα έγινε το μαγαζί. Ούτε φράγκα ούτε γκλαμουριά. Μόνο καλό γούστο και μεράκι».

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9 και 30 νταν ανεβαίνει στη σκηνή. Ακριβώς δύο ώρες μετά, το πρόγραμμα έχει τελειώσει. «Με κουράζει το ξενύχτι, δεν αντέχω να δουλεύω Σαββατοκύριακα», δικαιολογείται. Με συνήθειες, λοιπόν, που έχει καθιερώσει τα τελευταία χρόνια κι έχοντας παρέα της τη Μάρθα Φριντζήλα, τον ακορντεονίστα Παναγιώτη Τσεβά και τον πιανίστα Τάκη Φαραζή επιστρέφει στο γνώριμο «Μετρό». Συγχρόνως δουλεύει αραιά και πού κάποια νέα τραγούδια με τον Δημήτρη Καμαρωτό και τον Μιχάλη Δέλτα, αδημονεί για τη στιγμή που επιτέλους θα πραγματοποιήσει το όνειρο ενός ροκ καμπαρέ και μας μιλά για όσα τη συγκινούν ακόμα.

ΤΙ Θ' ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΣΤΟ «ΜΕΤΡΟ»: «Κομμάτια αγαπημένα αλλά και μερικά που έχω να πω 35 χρόνια: του Λάγιου, του Λεοντή, τον "Τσε Γκεβάρα" και το "Σε ψάχνω" του Λοΐζου, τον "Κύριο Μενεξέ", τη "Λίμνη" της Καραΐνδρου, το "Είμαι αητός χωρίς φτερά" (μόνο πιάνο φωνή), το "Αντίο δρόμοι του Βερολίνου" σε μπλουζ εκτέλεση. Απολύτως ειδικό πρόγραμμα: αν κάποιος θέλει να βγει για να κάνει κέφι, ας μην έρθει. Προέχει να θεραπευτούμε, γιατί αλλιώς γλεντάμε με τρόπο υστερικό. Βλέπεις τα Σάββατα ανθρώπους που πρέπει να γίνουν τύφλα για να "αποδεσμευτούν" από όσα τους κυνηγούν μέσα στην εβδομάδα: τον μαλάκα προϊστάμενό τους, την τράπεζα, τη σύζυγο, την αγωνία για το αύριο. Η διασκέδαση έχει γίνει απλώς ένα δωμάτιο -μπαίνεις, ξεδίνεις και φεύγεις. Ενας από τους λόγους που εδώ και χρόνια παίζω μόνο Δευτέρα και Τρίτη είναι γιατί θέλω να απέχω από τη χυδαιότητα του Σαββατοκύριακου».

ΤΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΠΕΘΑΝΑΝ: «Η ύφεσή τους συνδέεται άμεσα με την οικονομική κρίση. Οι πίστες ήταν για χρόνια οι χώροι επίδειξης και κόντρας των νεόπλουτων: άνθρωποι που "μετράνε" την αξία τους ανάλογα με το πού θα βάλει το αυτοκίνητό τους ο παρκαδόρος και πώς θα φανεί από το σηκωμένο μανίκι το ρολόι τους. Τώρα τους κόπηκε η φόρα, και να σου πω ψιλοχαίρομαι με αυτό το γκρέμισμα. Τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο τίποτα. Ακόμα κι εγώ, που έχω κάποιες αντιστάσεις, έπιασα τον εαυτό μου να ζω με τρόπο χυδαίο και προκλητικό. Τώρα θα καταλάβουμε τι είναι τα 50 ευρώ που τα πετούσαμε για ένα βρακί».

ΤΟ ΝΤΟΥ ΣΤΑ ΘΕΑΤΡΑ: «Δεν έχω ακόμα καταλήξει αν συμφωνώ με τα παιδιά αυτά, παρ' όλο που το 2001 είχαμε αποφασίσει με τον Σίμο Κακκάλα να φτιάξουμε μια τέτοια ομάδα. Θα τη βαφτίζαμε "ιό" και θα πραγματοποιούσαμε εισβολές σε παραστάσεις και μέρη που θεωρούσαμε ότι μας "προσέβαλαν". Μετά το ξανασκέφτηκα, με έπιασε συμπόνια και κατέληξα πως δεν μου ταιριάζει οποιαδήποτε μορφή βίας. Ωστόσο, ονειρεύομαι τη στιγμή που θα αποσυρθώ από το τραγούδι -για να μην πει κανείς ότι αυτοδιαφημίζομαι ως επαναστάτρια- και θα μπορώ να πηγαίνω στα διάφορα πάνελ να γιαουρτώνω διαφόρους».

ΘΥΜΩΣΑ ΜΕ ΤΗ «ΜΗΔΕΙΑ»: «Εικαστικά ήταν άρτια. Αλλά σκυλοβαρέθηκα. Πήγαινα να δω δουλειά του Παπαϊωάννου έχοντας υπ' όψιν τα παλιά χρόνια, που πραγματικά με είχαν συγκινήσει. Και δυστυχώς είδα ένα παγερό θέαμα σε μια πολυτελή αίθουσα για γκλάμουρ πελάτες. Παγιδεύτηκε στη γοητεία της εικόνας και παρουσίασε κάτι τόσο τραγικό χωρίς ίχνος συναισθήματος. Δεν αμφιβάλλω πως για το σαχλό κοινό της τηλεόρασης είναι σημαντικό να δει τη "Μήδεια", αλλά εμένα δεν μου λέει τίποτα».

ΟΧΙ ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: «Αγόρασα πρόσφατα τη Μόνικα και πολύ με συγκίνησε αυτό το πλάσμα που σκίζει με τραγούδια που έγραψε η ίδια. Αν δεν ξεφύγουν οι τραγουδιστές από τη λογική "κάνω ένα δίσκο για να έχω μεροκάματο το βράδυ", δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα».

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ: «Ο χρόνος είναι υπέροχος σύμμαχος, όταν τον ζεις. Οταν τον αφήνεις και περνάει γίνεται ατσάλι που σε τραβά στο βυθό. Στις φάσεις που δεν αγαπάς τη ζωή, ο χρόνος σε τσακίζει. Παρ' όλα αυτά δεν θα μου άρεσε να ξαναγίνω έφηβη ή 20άρα. Αλλά μπορώ να πω σε εκείνους που βρίσκονται μεταξύ 35 και 40, ότι αυτή η πενταετία είναι η μεγαλύτερη γιορτή της ζωής. Εγώ τη γλέντησα πολύ. Πάντα έχουμε μια αίσθηση μεγαλείου για τον εαυτό μας, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα νιάτα είναι η προσωποποίηση της αυτοπεποίθησης. Από τα 40 και μετά με έβαλα στο σεντούκι, για να μην πω στην κατάψυξη. Εξαίρεσα τον εαυτό μου από τον έρωτα, λες και με τιμωρούσα επειδή τα προηγούμενα χρόνια τον είχα χαρεί πολύ».

Η «ΣΕΞΙ» ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΙΣΑΣ: «Μα είναι όντως σέξι; Είμαστε δύο παχουλές γυναίκες, σαν πίνακας εκείνων των υπέροχων εποχών που τα παραπανίσια κιλά σήμαιναν ζωή, θηλυκότητα και ευμάρεια. Αντιθέτως, σήμερα, περιοριζόμαστε στα μαύρα μπας και καταφέρουμε να κρύψουμε αυτό που περισσεύει. Επίσης δεν ξέρω αν το πρόσεξες, αλλά κρατάμε και οι δύο τσιγάρα. Γλεντάμε τους τελευταίους ελεύθερους μήνες πριν από την καπνοαπαγόρευση. Είμαι μεγάλο φουγάρο και θεωρώ ότι το μέτρο αυτό θα με σώσει. Συγχρόνως μου φαίνεται φασιστικό. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι που μολύνονται από το τσιγάρο μου, αλλά πριν οδηγηθούν σε εύκολες απαγορεύσεις ας φροντίσουν να φτιάξουν χώρους και για μας που επιμένουμε να βλάπτουμε τον εαυτό μας».

ΤΟ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΟ PHOTOSHOP: «Οταν περνά ο χρόνος είναι πράγματι οδυνηρό να βλέπεις μια φωτογραφία σου γκρο πλαν. Εχω τρομάξει πολλές φορές με κοντινά πλάνα μου, αλλά το ότι σοκαρίστηκα με τον εαυτό μου δεν με οδήγησε στη γελοιότητα του photoshop. Κάποτε οι καλοί φωτογράφοι κάλυπταν και αναδείκνυαν ό,τι χρειαζόταν με τον κατάλληλο φωτισμό. Στη σημερινή εποχή της βιασύνης κανείς δεν κάθεται να ασχολείται και να χάνει χρόνο με τα φώτα. Τραβάει κουτουρού. Και μετά, οι ατέλειες μιας κακής φωτογραφίας φτιάχνουν στο κομπιούτερ τέρατα. Ελα όμως που πατάνε στο ναρκισσισμό μας... Δεν έχω αντίρρηση να θέλεις να παρουσιάζεις μια βελτιωμένη εικόνα του εαυτού σου, αλλά αυτή η παραμόρφωση είναι απάνθρωπη. Και η ρυτίδα έχει συναίσθημα».

ΟΙ ΚΑΗΜΕΝΟΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ: «Συνδέσαμε το συναίσθημα με την αδυναμία και ξεχάσαμε πως μόνο εκείνος που έχει ψυχική δύναμη μπορεί να ζει τη ζωή. Δες και τους άντρες, έχουν πειστεί πως για να είναι αποδεκτοί πρέπει να μοιάζουν με τα αγόρια στα περιοδικά. Γι' αυτό και τους βλέπεις όλους ίδιους και... ξυρισμένους. Τι κακό κι αυτό; Δεν αφήνουν τρίχα για τρίχα. Κατά τη γνώμη μου όλοι οι άνθρωποι έχουνε δύο πλευρές: τη γυναικεία και την αντρική. Η κοινωνία μάς μεγαλώνει έτσι που τα αγόρια πρέπει να κοιτούν μόνο την αντρική τους πλευρά και οι γυναίκες μόνο τη θηλυκή. Με τη δυναμική είσοδο των γυναικών στην εργασία αρχίσανε τα αντρικά μας χαρακτηριστικά να συνυπάρχουν με τα γυναικεία. Τώρα ήρθε και η σειρά των καημένων των αντρών...».


7 - 08/02/2009

Τάνια Τσανακλίδου: «Δεν έχουμε έναν ήρωα να πιστέψουμε»


Με αφορμή τα Δεκεμβριανά, η Τάνια Τσανακλίδου και η Μάρθα Φριτζήλα συναντιούνται σε μια μελωδική παρτίδα με πολλές εκπλήξεις

Το πρόγραμμα αρχίζει ακριβώς στις 9.30 μ.μ. Ούτε λεπτό παραπάνω. Σε αυτό η Τάνια Τσανακλίδου είναι απόλυτη, χρόνια τώρα, στις παραστάσεις της στο «Μετρό» κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Ασκοπα ξενύχτια για την κατανάλωση και μόνο δεν θέλει. Φέτος, υποδέχεται τη Μάρθα Φριτζήλα. Η συνεργασία τους δεν είναι περιστασιακή ούτε για τις ανάγκες της σεζόν. Δηλώνει θαυμάστριά της εδώ και χρόνια.

Τα δύο αγγελάκια των παιδικών μας χρόνων, όπως μας χαμογελούν από την αφίσα που είναι κολλημένη στην πόρτα, έξω από την οδό Κάλβου 83, δεν «ταιριάζουν» με τις δύο κυρίες που, ντυμένες στα μαύρα, μοιάζουν με παραφωνία στον ροζ βινίλ καναπέ ο οποίος δεσπόζει στη σκηνή. Το χρώμα του «βγάζει μάτι», αλλά όταν βλέπεις την Τάνια Τσανακλίδου να ισορροπεί στα ψηλοτάκουνα που έχουν το ίδιο ακριβώς χρώμα, το χαμόγελο βγαίνει αυθόρμητα.

Ο Τάκης Φαραζής στο πιάνο δίνει τον τόνο, από κοντά ο ακορντεονίστας Παναγιώτης Τσεβάς και ύστερα οι δυο τους, σε μια παρτίδα για τέσσερις, που ξεκινάει με τον Χιώτη και συνεχίζεται με τον Δημήτρη Λάγιο και τον Μάνο Χατζιδάκι. Μοιάζει να μην έχει «κόνσεπτ» το πρόγραμμα κι αυτό είναι ευχάριστο σε μια εποχή που για όλα στο τραγούδι υπάρχει στρατηγική, πανομοιότυπα προβλέψιμη. Η έκπληξη εδώ είναι οι επιλογές. Οι μικροί αιφνιδιασμοί που σε κάνουν να ψάχνεις τους εμπνευστές τους. Εκεί που αναρωτιέσαι πώς τους ήρθε ο γαμήλιος σκοπός από το Καστελόριζο, τον οποίο τραγουδά η Φριτζήλα, επιβραβεύεις την ένωσή του με το λιβανέζικο «Για χαμπίμπι» και τον «Ερωτευμένο» που έγραψε ο Βασίλης Mαντζούκης, σύζυγος και συνεργάτης της. Αλλά και η «Περσεφόνη» του Θανάση Παπακωνσταντίνου μοιάζει δική της. Aλλωστε από τη συνεργασία μαζί του απέκτησε τόσο φανατικό κοινό στο τραγούδι, στους Kubara project –το συγκρότημά της– και βέβαια στο θέατρο.

  • Κρίση ηλικίας

Η Τάνια Τσανακλίδου την παρακολουθεί κάνοντας στη ζούλα ένα τσιγάρο. Ψιθυρίζει τα λόγια, την τονώνει, μιλάει για τα ταλέντα της μικρής Mάρθας από την Ελευσίνα και γειτόνισσά της στο Παγκράτι. Ακομπλεξάριστη αστειεύεται για την κρίση της ηλικίας που περνά και όταν ανεβαίνει στη σκηνή διχάζει όσους την ακούμε στο απογυμνωμένο φέτος «Μαμά γερνάω». «Φτάνει ο θρήνος» μας προειδοποιεί αλλά την «παίρνουν τα ζουμιά» στη «Ζελατίνα». Γίνεται συγκινητική στο «Νανούρισμα» του Λεοντή και στον Λοΐζο. Λιτά, με δυο όργανα ξεδιπλώνει το τραγούδι: «Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα/ Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα/ Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές/ Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές. Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές/ Στην καρδιά τους...». Ούτε στόμφος ούτε πατριωτική πόζα. Οι τεχνικοί κάθονται και την προσέχουν, ο Γιώργος Τσατσούλης –χρόνια τώρα στο τιμόνι του Μετρό– επιδοκιμάζει το αποτέλεσμα: «Η Τάνια πάντα είναι έκπληξη», και ο βοηθός δίπλα μου –είναι δεν είναι 30 χρόνων– μονολογεί: «Ανατρίχιασα με αυτό το τραγούδι».

Καμιά τους δεν περνά απαρατήρητη. Είναι ο κώδικας που έχουν, οι επιλογές που τις ένωσαν, η «συνομιλία», η νέα ματιά σε παλιό υλικό, οι ενορχηστρώσεις. Δεν έχει τόση σημασία αν ο «γάμος» θα είναι ισχυρός, όσο ότι το υλικό που παρουσιάζουν και ο τρόπος, με πιάνο και ακορντεόν, σε αυτό το παιχνίδι της μελωδίας και του λόγου έχει φυσικότητα και έκπληξη. Οπως το τραγούδι του Χατζιδάκι από το άλμπουμ «2000 Μ.Χ.». «Δεν μπορώ/ Ο χρόνος φεύγει/ Oχι εγώ…/ Ανέβα πάνω στο λεπτό/ στον λεπτοδείχτη/ Κράτα γερά/ Οι δείχτες σπρώχνουν το λεπτό/ είναι από σίδερο γερό/ δεν τους βαστώ…». Ποιος μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε τέτοια τραγούδια;

  • «Ο χρόνος όταν αγαπάς τη ζωή είναι σύμμαχος»

— Αφορμή για την παράσταση, λέτε πως στάθηκαν τα πρόσφατα γεγονότα που συνέβησαν στην Αθήνα...

— Τ. ΤΣ.: Είχα αποφασίσει να μη δουλέψω. Η Μάρθα, από την άλλη, σκοτωνόταν στη δουλειά αυτή τη σεζόν. Μέσα στην κατάθλιψη λοιπόν και λόγω ηλικίας, με βρίσκουν τα γεγονότα του Δεκεμβρίου στον καναπέ, με παράξενα συναισθήματα. Κάποια στιγμή τρελαίνομαι και κάνω παντού ζάπινγκ. Στέκομαι πάνω σε ένα ντοκιμαντέρ για τον Μάνο Χατζιδάκι. Παρότι είχα να ακούσω μουσική από το καλοκαίρι, εκείνο το βράδυ η μουσική του άνοιξε ένα παράθυρο στο σπίτι μου. Γέμισα οξυγόνο. Σκέφτηκα: μα, ρε γαμώτο, αφού αυτό με λυτρώνει τι κάθομαι στον καναπέ; Τηλεφωνώ εκείνη τη στιγμή στον Φαραζή και τον Τσεβά και τους ρωτάω «είστε να τραγουδήσουμε Χατζιδάκι»; Ηταν το καλύτερό μας. Την τρίτη μέρα ο Τσεβάς προτείνει: «Δεν λέμε και στην κουμπάρα;»... Στη μία το πρωί πήγαμε σπίτι της.

— Μ. ΦΡ.: Μ’ ένα ουίσκι και μια μαστίχα. Τα τελειώσαμε και τα δύο εκείνο το βράδυ. Φέτος, είχα την επανάληψη της «Κατερίνας Ισμαΐλοβα» στο θέατρο του Νέου Κόσμου, τον «Ερωτα» στο «Χώρα», δουλεύω τον «Φορτουνάτο» που θα ανεβεί τον Μάρτιο στο Εθνικό και ετοιμάζω και μια παράσταση με τους Rootless Root για την Μπρατισλάβα. Αλλά είπα «είμαι μέσα». Oμως τραγουδώντας Χατζιδάκι φτάσαμε στον Δημήτρη Λάγιο...

— Αλλά και στον Λεοντή και τον Λοΐζο.

— Μ. ΦΡ.: Κοίτα, όταν η Τάνια μου έβαλε ως όρο να πει στην παράσταση το «Ρολόι στο καπηλειό», του Χατζιδάκι είπα από εκεί ξεκινάμε. Oλα τα άλλα είναι εύκολα.

— Υπάρχουν κάποια «άτυχα» τραγούδια. Δεν τα ακούμε συχνά κι άλλα που από τη συχνή χρήση αποδυναμώνεται η σημασία τους. Αυτό το νιώθει και το κοινό;

— Μ. ΦΡ.: Οταν ακούω κάτι και το νιώθω ζωντανό δεν σκέφτομαι έτσι. Θα το πω κι ας είναι και του 1800. Η δουλειά μας είναι να ξανασυστήσουμε αυτό το υλικό. Τα τραγούδια που λέμε σπίτι μας, που τα δουλεύουμε μόνοι.

— Τ. ΤΣ.: Αυτό το ντουέτο του Μ. Χατζιδάκι, «Το ρολόι στο καπηλειό», ήθελα να το πω χρόνια. Με έκαιγε. Κανείς δεν το ήθελε. Το έβλεπαν αντιεμπορικό. Κι εγώ το δούλευα μόνη. Σπίτι. Η αίσθηση ήταν ωραία. Αλλωστε τα ακριβά πράγματα δεν τα βγάζουμε στο πεζοδρόμιο ούτε στον πάγκο. Τα κρατάμε σαν μυστικά μέσα μας και τα μοιραζόμαστε όταν βρούμε τον κατάλληλο άνθρωπο.

— Μ. ΦΡ.: Aτυχα δεν είναι αυτά τα τραγούδια, αλλά εκείνα που πολυακούστηκαν κι έχασαν το νόημά τους. Δεν μπορώ να ακούω άλλο το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας». Τρελαίνομαι. Είναι δυνατόν ένα τόσο ακριβό τραγούδι να παίζεται από ανθρώπους που δεν το αγαπούν;

— Πολυτραγουδισμένο κομμάτι του Λοΐζου είναι και το «Τσε Γκεβάρα», ωστόσο εδώ το ανακαλύπτουμε εκ νέου. Τι σημαίνει για σας σήμερα;

— Τ. ΤΣ.: Η επανάσταση που έχασε η γενιά μου, η ήττα μας αλλά και το ότι δεν το βάζω κάτω. Παλεύω με νύχια και με δόντια να μείνω ζωντανή, θέλω λοιπόν να ξανασυζητήσουμε το θέμα, δεν το έχω εγκαταλείψει.

— Μ. ΦΡ.: Για μένα είτε έλεγε Τσε Γκεβάρα είτε Δον Κιχώτη θα ήταν το ίδιο. Κάθε εποχή χρειάζεται έναν ήρωα. Eναν ήρωα που να πιστεύει σ’ ένα πολύ μεγάλο ιδανικό.

— Τ. ΤΣ.: Να τι μας ενώνει: ότι σ’ ένα τραγούδι εννοούμε και την οξεία και την περισπωμένη. Ο λόγος για μας είναι σημαντικός. Αυτό μπορεί να δώσει στα τραγούδια τη δύναμή τους.

— Οι κινητοποιήσεις των παιδιών στην Αθήνα σας σήκωσαν από τον καναπέ, όμως τι νιώσατε ακριβώς;

— Τ. ΤΣ.: Με αυτή τη μίνι εξέγερση που έγινε και ήταν άναρθη, ένιωσα πως αν είχαν έναν ήρωα, η κινητοποίησή τους θα είχε και λόγο. Αυτό μας λείπει. Δεν έχουμε έναν ήρωα να πιστέψουμε. Iσως γι’ αυτό είχα αυτή την έντονη ανάγκη να ακούσω τον Τσε.

— Μ. ΦΡ.: Οτιδήποτε μας κουνάει από τη θέση μας είναι καλό. Κάθε ταραχή έχει μια ηδονή και αυτή είναι για όλους. Οι καλλιτέχνες, βέβαια, είμαστε η τελευταία τρύπα του ζουρνά. Στην άκρη πάντα.

— Τ. ΤΣ.: Διαφωνώ, Μάρθα. Ενας καλλιτέχνης οφείλει να εμπνεύσει. Αλλιώς είμαστε αποκλειστικά του μεροκάματου. Κοιτάμε μόνο πόσα φέτος, πόσα του χρόνου.

— Μ. ΦΡ.: Αυτό λέω. Οτι το τραγούδι «Τσε Γκεβάρα» δεν είναι για να σηκώσει εσένα από τον καναπέ. Εσύ έτσι κι αλλιώς την έπαθες τη βλάβη. Το θέμα είναι να κινητοποιήσει αυτόν που βολεύτηκε. Οι καλλιτέχνες είναι πάντα εκκρεμείς.

— Υπάρχουν και πολλοί βολεμένοι.

— Μ. ΦΡ.: Καλλιτέχνες εννοώ. Με την έννοια της λέξης.

— Το «Μαμά γερνάω» ακούγεται σαν να βγαίνει από μουσικό κουτί. Γιατί του αφαιρέσατε τον λυγμό;

— Τ. ΤΣ.: Είχα την ανάγκη να του βγάλω τη θρηνωδία. Νομίζω ότι έτσι γίνεται πιο σημαντικό.

— Ντρέπεστε που κλαίτε στη σκηνή;

— Τ. ΤΣ.: Καθόλου. Είδες στο επόμενο τραγούδι έβαλα τα κλάματα. Δεν φοβάμαι την έκθεση. Αντίθετα, με γοητεύει και με ελευθερώνει. Αισθάνομαι πως όταν αποφορτίζεις το πολύ συναίσθημα και αφήνεις την αλήθεια και τη σιωπή να μιλήσουν, είναι πιο δυνατό. Αυτό το τραγούδι είναι δυνατό από μόνο του, δεν είναι η ερμηνεία που το κάνει ισχυρό.

— Σας παιδεύει ο χρόνος;

— Τ. ΤΣ.: Είναι και η ηλικία. Είμαι τραυματισμένη απ’ αυτήν. Δεν το κρύβω. Εχω μια εμμονή με τον χρόνο. Γι’ αυτό και η παράσταση ασχολείται μαζί του. Ο χρόνος όταν αγαπάς τη ζωή είναι φίλος και σύμμαχος. Οταν δεν την αγαπάς είναι διώκτης. Εγώ τώρα θέλω από διώκτη να κάνω τον χρόνο πάλι φιλαράκι. Αυτό προσπαθώ και με την παράσταση.

— Μ. ΦΡ.: Ο χρόνος είναι υποκειμενική έννοια. Αν της δίνεις σημασία σού δίνει κι αυτή. Οπότε δεν δίνω σημασία. Ξέρω ότι αν περνάω καλά, περνάει ωραία ο χρόνος. Οπως ξέρω ότι δεν μπορώ να μετρήσω μια στιγμή. Oταν περιμένω τον άντρα μου δεν περνάει ο χρόνος. Μπορεί να αργήσει πέντε λεπτά κι εγώ να νομίζω ότι είναι πέντε ώρες.

— Τ. ΤΣ.: Καλά κάνεις και δεν τον υπολογίζεις. Θα έρθει όμως να σου χτυπήσει την πόρτα.

— Η οικονομική κρίση της αγοράς έχει δώσει παντού σήματα. Από τη δισκογραφία μέχρι τα live. Σας φοβίζει;

— Τ. ΤΣ. Η Μάρθα δεν έχει δικό της αυτοκίνητο κι εγώ έχω νοικιασμένο.

— Μ. ΦΡ.: Oταν τα πράγματα πιέζουν γύρω μας είναι καιρός να ανθίσει η τέχνη.

— Τ. ΤΣ.: Kαταρρέει το σύστημα που μας έλεγε πως άμα είμαστε φραγκάτοι είμαστε κι ευτυχισμένοι. Από τη στιγμή που τα φράγκα δεν έφεραν την ευτυχία που τόσο ποθούσαμε, νομίζω ότι θα την αναζητήσουμε εκεί που πράγματι βρίσκεται: στη στιγμή και στην καθημερινότητά μας.

  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/02/2009

Βάζουν το καπέλο τους (το έτσι και το θέλω τους)

Μάλλον δεν παίζει κανένα ρόλο το γεγονός ότι μπήκε η Αφροδίτη στον... Κριό, διότι οι δύο Κριοί περί ων ο λόγος είναι και χωρίς την περιοδική πλανητική συνδρομή απαστράπτοντα ταλέντα. Το 'χουμε διαπιστώσει και για τη μία και για την άλλη στις κατά μόνας εμφανίσεις τους. Ο συνδυασμός τους είναι εκρηκτικός, έχει νόημα κι έχει και πρόταση.

Αλλωστε η Τάνια Τσανακλίδου και η Μάρθα Φριντζήλα έχουν κοινές θεατρικές καταβολές, ανάλογες αρετές στις ερμηνείες τους και στη σκηνική τους παρουσία, παρόμοια ικανότητα να αυτοσαρκάζονται και εξίσου δυναμική προσωπικότητα. Προσωπικότητα η οποία στο «Μετρό» φάνηκε να λειτουργεί είτε συμπληρωματικά είτε εξισορροπητικά: όταν ο γενναιόδωρος συναισθηματισμός της Τσανακλίδου κινδυνεύει να υπερχειλίσει, παρεμβαίνει το παράδοξο, κοφτό χιούμορ της Φριντζήλα, κι αντίστροφα. Το ίδιο ισχύει και ως προς τις περσόνες που εκπροσωπούν. Ντίβα του Μεσοπολέμου ή μελαγχολική αστή, η Τσανακλίδου. Λαϊκή φιγούρα, με κάτι από τον κινηματογραφικό νεορεαλισμό της Ιταλίας, η Φριντζήλα. Σουλτάνα η Τάνια; Κομμωτριάκι η Μάρθα.

Μια μουσική παράσταση βέβαια δεν αρκείται σε δύο ικανές ερμηνεύτριες και σε δύο εξίσου ικανούς μουσικούς συνοδοιπόρους, όπως επιβεβαιώνουν για μία ακόμη φορά ότι είναι ο Τάκης Φαραζής στο πιάνο κι ο Παναγιώτης Τσεβάς στο ακορντεόν. Εξαρτάται κατ' αρχήν από το ρεπερτόριο. Κι εδώ ακόμα και οι πιο απρόβλεπτες ή ριψοκίνδυνες επιλογές αποδεικνύονται περισσότερο κι από εύστοχες. Το αριστούργημα του Χατζιδάκι π.χ. «Επρεπε να 'ρχόσουνα», με τους στίχους του Γιώργου Χρονά, ακόμα ηχεί στ' αυτιά μας πιάνο-φωνή από τον ίδιο τον συνθέτη. Ανήκει μαζί με το «Ενα ρολόι στο καπηλειό» στα χατζιδακικά τραγούδια, που ποτέ δεν επιλέγονται στα live. Κι ο λόγος ήταν αυτονόητος μέχρι το βράδυ της Δευτέρας που Τσανακλίδου και Φριντζήλα τόλμησαν να τα ερμηνεύσουν. Και έκαναν πάρα πολύ καλά...

Στις κάθε άλλο παρά προβλέψιμες επιλογές για «τολμηρούς» ανήκουν κι άλλα τραγούδια που ακούγονται σ' αυτό το πρόγραμμα: το αριστούργημα του Λάγιου αυτή τη φορά, με τους στίχους του Μπουρμπούλη, «Θα με δικάσει ο κούκος και τ' αηδόνι», είχε την τύχη να συναντήσει τη λαϊκή δωρικότητα της Μπέλου. Μια άλλου είδους λαϊκή λιτότητα στην ερμηνεία του καταθέτει η Φριντζήλα και το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό.

Χατζιδάκις («Τα παιδιά κάτω στον κάμπο»), «Είμαι αητός χωρίς φτερά»), Θεοδωράκης («Ποιος τη ζωή μου κυνηγά»), Λάγιος («Μενεξές»), Λοΐζος («Σε ψάχνω», «Τσε Γκεβάρα»), αλλά και Χειμερινοί Κολυμβητές («Αργεντίνα») είναι η βάση των κοινών τους επιλογών. Η κάθε μία βέβαια επιστρέφει συχνά - πυκνά και στο δικό της προσωπικό ρεπερτόριο, με βάση τον Κραουνάκη και τον Σπανό για την Τσανακλίδου, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον Βασίλη Μαντζούκη, αλλά και τα παραδοσιακά, για τη Φριντζήλα.

Εξυπνα περνάει η σκυτάλη από τη μία στην άλλη. Το «La Foulle» της Πιάφ με την Τσανακλίδου ζευγαρώνει με το «Pad am-pad am» με τη Φριντζήλα, κι αν αυτή είναι μια αυτονόητη διαδοχή, η «Γυφτοπούλα» του Μπάτη από τη Φριντζήλα, το «Γυφτάκι» του Κραουνάκη από τη συγκλονιστική Τσανακλίδου και η ναπολετάνα «Μαρουτσέλα» από τη Φριντζήλα και πάλι, κάνουν ένα υπέροχο σερί. Και έξυπνο, όσο έξυπνος είναι π.χ. ο συνδυασμός της κραουνακικής «Φωφώς» με το «Κομμωτριάκι» του Παπακωνσταντίνου. Εννοείται ότι και οι δύο παίζουν με το κοινό και μεταξύ τους. Εννοείται ότι η Τσανακλίδου εξομολογείται και αυτοσαρκάζεται και ψυχαναλύεται και αυτοσχεδιάζει με αυτό τον άμεσο τρόπο που την κάνει απόλυτα οικεία. Εννοείται επίσης ότι δεν γλιτώνει από το «Μαμά γερνάω» κι απ' το «Πάτωμα»: όσες φορές κι αν έκλαψε ερμηνεύοντάς τα, είναι εκεί και την περιμένουν. Εδώ το 'χει πάρει απόφαση και τα λέει χωρίς να περιμένει τα ανκόρ, μετατρέποντας το πρώτο σε νανούρισμα-χωρίς λόγο. «Ρόλους» μοιράζονται και οι μουσικοί, καθώς ο Φαραζής είναι ο πιο ευαίσθητος, λυρικός σολίστ κι ο Τσεβάς ο πιο σκερτσόζος, εξωστρεφής μουσικός.

Στα μεγάλα συν του προγράμματος το ότι είναι compact και παρ' ότι ο κόσμος (ενθουσιώδεις παρέες όπου επικρατούν οι γυναίκες) ζητά «κι άλλο», στις δύο ώρες και κάτι, τελειώνει. Και σωστά, γιατί το «ξεχείλωμα» ποτέ δεν λειτουργεί υπέρ ενός live. Αν το «Μετρό» είχε αποφασίσει να περιορίσει λίγο το αφάνταστο στρίμωγμα θα μιλάγαμε για ιδανικές συνθήκες απ' όλες τις απόψεις.

Πάντως έστω και στριμωγμένοι, αυτό το πρόγραμμα μην το χάσετε. *

«ΜΕΤΡΟ» (Γκύζη και Κάλβου 83, τηλ. 210-6439089, 6461980). Δευτέρα - Τρίτη (9.30 μ.μ.): Τάνια Τσανακλίδου, Μάρθα Φριντζήλα, Τάκης Φαραζής, Παναγιώτης Τσεβάς. Είσοδος 15 ευρώ, μπουκάλι κρασί 70 ευρώ, ουίσκι 140 ευρώ.
  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 - 07/02/2009