Showing posts with label Ντάιαμοντ Νιλ. Show all posts
Showing posts with label Ντάιαμοντ Νιλ. Show all posts

Saturday, January 22, 2011

Neil Diamond... Στο κλαμπ των 70άρηδων

  • Από τον Γιάννη Πετρίδη, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011
Η πρόσφατη είσοδος του Neil Diamond στον οργανισμό του Rock and Roll Hall of Fame, τον περασμένο Δεκέμβριο, αποκατέστησε μία αδικία για έναν από τους πιο πετυχημένους τραγουδιστές και συνθέτες όλων των εποχών.
Δεκάδες τραγούδια του έγιναν επιτυχίες από τον ίδιο και άλλους ερμηνευτές, ο τρόπος ερμηνείας του έχει επηρεάσει μεγάλα ονόματα του ροκ, όπως ο Bruce Springsteen, όμως το αδύνατό του σημείο, που μέχρι πριν από δύο μήνες τον είχε κρατήσει εκτός του μεγάλου μουσείου του ροκ, ήταν οι καταπληκτικές μελωδίες του που δεν συνάδουν με την εικόνα του ροκ τραγουδιστή. 

Ο Neil Diamond γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1941, στο Brooklyn της Νέας Υόρκης, και ούτε ο ίδιος δεν θυμάται καλά από πότε ασχολήθηκε με τη μουσική. 

Οταν ήταν 16 ετών παρακολούθησε μια εμφάνιση του τραγουδιστή της φολκ Pete Seeger στη Νέα Υόρκη μαζί με μερικά άλλα παιδιά που είχαν γράψει ένα τραγούδι, το οποίο παρουσίασαν στον Seeger, και με αυτήν την αφορμή ο Diamond μπήκε στη διαδικασία να σκεφτεί για το αν θα μπορούσε και ο ίδιος να γράψει κάποιο τραγούδι. Ετσι, επιστρέφοντας στο σπίτι του από τη συναυλία αγόρασε μια κιθάρα και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα μουσικής και να γράφει τραγούδια. 

Αρχισε να γράφει τραγούδια για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του να εκφρασθεί και για να γίνει πιο εύκολα αποδεκτός από τους συμμαθητές του. 

Η υποτροφία που κέρδισε για την πανεπιστημιακή σχολή της Βιολογίας δεν στάθηκε αρκετή για να τον κρατήσει μακριά από τη μουσική, έτσι αποφάσισε να την εγκαταλείψει και να προσληφθεί ως συνθέτης σε μία από τις εταιρείες της εποχής, ενώ παράλληλα νοίκιασε έναν μικρό χώρο στο Μανχάταν, πάνω ακριβώς από το κλαμπ Birdland, αγόρασε ένα πιάνο με 35 δολάρια και έγραφε συνέχεια τραγούδια.

Στην αρχή ηχογράφησε δύο αποτυχημένους μικρούς δίσκους, σαν ντουέτο με τον φίλο του Jack Parker, ο οποίος έκανε μαθήματα για τενόρος, με το όνομα Neil and Jack, με επακόλουθο την απόρριψή τους το 1963 από την εταιρεία Columbia, η οποία θα πληρώσει 10 χρόνια αργότερα ένα εκπληκτικό ποσό για την εποχή για να τον εντάξει στο δυναμικό της.

Πρότυπό του εκείνη την εποχή ο Neil Diamond είχε τον συμμαθητή του, στο Γυμνάσιο Lincoln, Neil Sedaca, ο οποίος σε νεαρή ηλικία είχε γνωρίσει αρκετές επιτυχίες ως επαγγελματίας τραγουδιστής και ακουγόταν συχνά στο ραδιόφωνο. 

Την ίδια περίοδο έπαιζε σε διάφορα μικρά καφέ του Γκρίνουιτζ Βίλατζ, όπου και γνώρισε τη συνθετική δυάδα των Jeff Barry και Ellie Greenwich, ζευγάρι που τον παρουσίασε στον Jerry Wexler, ο οποίος τον βοήθησε στο να υπογράψει σε μια νέα τότε μικρή δισκογραφική εταιρεία, την Bang.
Η πρώτη του επιτυχία δεν ήλθε από τον ίδιο, αλλά από το συγκρότημα των Jay and The Americans και τη σύνθεσή του Sunday and me. Οι Monkees του χάρισαν ακόμα δύο μεγάλες επιτυχίες με τα Ι'm a believer και Α litlle bit me, a little bit you. 

Ο ίδιος ακολούθησε με το Solitary man, που ακούστηκε σε διάφορες πόλεις, αλλά η καθοριστική επιτυχία ήλθε αργότερα με το Cherry, cherry. 

Στη σκηνική του παρουσία αρχικά προσπάθησε να μιμηθεί τον Sammy Davis Jr., αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν αδύνατο, όπως το ίδιο αδύνατο ήταν να μιμηθεί τον Elvis Presley, ο οποίος ήταν μοναδικός· στη συνέχεια κατέφυγε στον Harry Belafonte, μέχρι να καταλάβει οριστικά ότι δεν έπρεπε να μιμηθεί κανέναν αλλά να βασιστεί μόνο στο δικό του ταλέντο, με επακόλουθο ακόμα και σήμερα, σε ηλικία 70 ετών, να είναι, όποτε κάνει εμφανίσεις, στους 10 πιο εμπορικούς καλλιτέχνες της χρονιάς. Αλλωστε δεν είναι τυχαία ένας από τους 10 πιο πετυχημένους καλλιτέχνες στην Αμερική από το 1955 μέχρι σήμερα. 

Η συνθετική του ικανότητα επηρέασε ονόματα όπως ο Elvis Presley και οι Deep Purple, που διασκεύασαν τραγούδια του, όπως το Kentucky woman, ο Bobby Womack το Sweet Caroline, οι Ugle Overkill το Girl you'll be a woman soon, το οποίο χρησιμοποίησε ο Quentin Tarrantino στην ταινία του Pulp Fiction, οι UB40 το Red red wine, ενώ οι εμφανίσεις του με διαφορετικού ρεπερτορίου ονόματα, όπως οι Herman's Hermits και οι Who, δεν βοήθησαν από τότε την εδραίωσή του στον χώρο της ροκ, κάτι που πέτυχε όμως με τη σχετικά πρόσφατη συνεργασία του με τον παραγωγό Rick Rubin, ο οποίος τον παρακαλούσε για αρκετά χρόνια να συνεργαστούν, μια και ήταν το καλλιτεχνικό του είδωλο, και κατάφερε να τον πείσει μόλις πριν από μερικά χρόνια και να κάνει παραγωγή στα δύο τελευταία του άλμπουμ. Βασικό ρόλο σ' αυτό θα έπαιξε λογικά η επιτυχία που γνώρισε ο Rubin με τη συνεργασία που έκανε με τον Johnny Cash μερικούς μήνες πριν πεθάνει, με το γνωστό εκπληκτικό αποτέλεσμα.

Το 1973 ο Diamond θα υπογράψει ένα πανάκριβο δισκογραφικό συμβόλαιο για εκείνη την εποχή, αξίας 5 εκατ. δολαρίων, με την εταιρεία Sony, για την οποία θα ηχογραφήσει τη μουσική της ταινίας Jonathan livingston seagull (Το πέταγμα του γλάρου). Τα έσοδα του δίσκου θα ξεπεράσουν αυτά της ταινίας και θα ανοίξουν τον δρόμο για να γράψει αργότερα τη μουσική για την αναβίωση της ταινίας Ο τραγουδιστής της τζαζ, το 1980, στην οποία εμφανίστηκε στον ρόλο του Al Jolson, δίπλα στον Lawrence Olivier και τη Lucie Arnaz. Για τον ρόλο του κέρδισε μία υποψηφιότητα για τις Χρυσές Σφαίρες, αλλά χαρακτηρίστηκε και ο χειρότερος ηθοποιός από τα ετήσια βραβεία Razzie. Επιτυχία του ήταν και το τραγούδι Heartlight, που ήταν εμπνευσμένο από την ταινία Ε.Τ. The extra terrestrial, του Steven Spielberg. 

Είχε μεσολαβήσει η εμφάνισή του στο Τελευταίο βαλς του Martin Scorsese, που ήταν η αποχαιρετιστήρια συναυλία των Band, και η συνεργασία του με τον Robbie Robertson, που ήταν ο παραγωγός το 1976 στο άλμπουμ Beautiful Noise και η μοναδική συνεργασία του με την Barbra Streisand στο τραγούδι You don't bring me flowers. Με την Barbra είχαν τραγουδήσει για πρώτη φορά μαζί στις αρχές της δεκαετίας του '60, ως μέλη της χορωδίας All City, στη Νέα Υόρκη.

Στη δεκαετία του '70, που ήταν και η πιο πετυχημένη στη μακρόχρονη πορεία του στη μουσική, ηχογράφησε και το Song sung blue, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, μελωδία που είναι βασισμένη σε μέρος από το κονσέρτο για πιάνο Νο 21 του Mozart, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο Diamond άκουγε κλασική μουσική και έχει επηρεαστεί από αυτήν σε αρκετές μελωδίες του. 
Από τη δεκαετία του '90, οι δραστηριότητές του είναι περισσότερο αισθητές από τις πετυχημένες συναυλίες του, τις διασκευές στα τραγούδια του, όπως αυτή των Smash Mouth το 2001 στο Ι'm Α Believer ή του Johnny Cash στο ομώνυμο άλμπουμ του 2000 Solitary Man. 

Το 2008 και ύστερα από σχεδόν 50 χρόνια καριέρας, το άλμπουμ του Home before dark γίνεται το πρώτο που φτάνει στην κορυφή του αμερικανικού καταλόγου επιτυχιών, κάτι που δεν είχε πετύχει ούτε το πλατινένιο ζωντανά ηχογραφημένο Hot August night στη δεκαετία του '70. 

Πριν από μερικές εβδομάδες κυκλοφόρησε το άλμπουμ Dreams, στο οποίο για πρώτη φορά περιλαμβάνει αποκλειστικά διασκευές του σε τραγούδια άλλων συνθετών. 

Η ένταξή του στο Rock and Roll Hall of Fame βάζει οριστικό τέλος στην αμφισβήτηση μέρους του μουσικού Τύπου, που είχε επιφυλάξεις στο να κάνει αποδεκτό στη ροκ οικογένεια τον Neil Diamond. Τώρα, όπως δήλωσε ο ίδιος, νιώθει ευτυχισμένος που ανήκει στο ίδιο κλαμπ με ονόματα όπως οι Beatles, ο Elvis Presley, ο Ray Charles και οι Everly Brothers.

Saturday, September 6, 2008

Αυτός ο μαραθώνιος κρατάει 40 χρόνια

International Herald Tribune, Η Καθημερινή, Kυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Επειτα από σαράντα χρόνια διαδρομής που τον ανέδειξε σε έναν από τους πιο ανθεκτικούς αστέρες στο στερέωμα της ροκ, με απόγειο τη δεκαετία του ’70 όταν αποθεώθηκε με επιτυχίες σαν τα «Sweet Caroline» και «Song Sung Blue», ο Νιλ Ντάιαμοντ απολαμβάνει τώρα ένα είδος αναγέννησης της καριέρας του.

«Δυνατό χαρτί» πάντα στις ζωντανές εμφανίσεις, ο Ντάιαμοντ κερδίζει αυτό τον καιρό περισσότερα χρήματα παρά ποτέ από τις περιοδείες του – στις τρεις τελευταίες συγκέντρωσε περίπου 168 εκατομμύρια δολάρια ακαθάριστα έσοδα, σύμφωνα με το περιοδικό Billboard. Και τον περασμένο Μάιο, το 46ο άλμπουμ του, το «Home Before Dark» –ένα σύνολο από λιτά, στοχαστικά τραγούδια με παραγωγό τον Ρικ Ρούμπιν, ο οποίος ηχογράφησε τις τελευταίες δουλειές του Τζόνι Κας– έφτασε στο νούμερο ένα του καταλόγου επιτυχιών του Billboard. Στις αρχές Αυγούστου, ο 67χρονος τραγουδιστής και τραγουδοποιός συνέχισε με τέσσερις συναυλίες στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης την παγκόσμια περιοδεία του, που θα διαρκέσει έως το 2009 και που τα εισιτήριά της έχουν ήδη τα περισσότερα προπωληθεί.

«Μήπως ήρθε ο καιρός;»

«Ποτέ δεν περίμενα ότι θα το έκανα αυτό για τόσο πολύ καιρό», είπε μετά το κοντσέρτο του στο κατάμεστο XL Center στο Χάρφορντ του Κονέκτικατ, την περασμένη εβδομάδα. Είχε αλλάξει το μαύρο μεταξωτό κοστούμι που φορούσε επί σκηνής με ένα τζιν παντελόνι και φαρδύ βαμβακερό πουκάμισο, και είχε κρυμμένα τα μάτια του πίσω από ένα ζευγάρι στρογγυλά σκούρα γυαλιά.

«Κοιτάζοντας πίσω και βλέποντας ότι έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια από τις πρώτες επιτυχίες, φτάνεις να σκεφτείς “μήπως ήρθε ο καιρός να σταματήσω;”» συνέχισε. «Δεν νομίζω όμως ότι θα σταματήσω. Είναι η μόνη πρόκληση που απέμεινε στη ζωή μου».

Στη σκηνή, ο Ντάιαμοντ είναι μια ελαφρά παραλλαγμένη εκδοχή του σόουμαν που πάντα ήταν: Ερμηνεύει τα τραγούδια του με τη θερμή, βαρύτονη φωνή του που διατηρεί ατόφια τη δύναμή της και τονίζει τις κορυφώσεις σηκώνοντας ψηλά τα χέρια. Η μόνη μεγάλη διαφορά είναι η απουσία της άλλοτε πλούσιας χαίτης του: Τα μαλλιά του έχουν αραιώσει και γκριζάρει και είναι πλέον κοντοκομμένα. Στο XL Center, πάνω από 12.000 θαυμαστές σηκώθηκαν όρθιοι επευφημώντας όταν ξεκίνησε το πρώτο κομμάτι, το «Holy, Holy», αν και οι περισσότεροι είχαν καθίσει πάλι στις θέσεις τους στο δεύτερο τραγούδι – έχουν κι αυτοί μεγαλώσει.

Πίσω από τον σταρ στις σοουμπίζνες, ο Ντάιαμοντ είναι γνωστός ως ένας ιδιαίτερα εργατικός ερμηνευτής και τραγουδοποιός, προσηλωμένος σε δικές του σταθερές μεθόδους δουλειάς. Οταν ετοιμάζεται να γράψει τραγούδια κρατάει συνεχώς σημειώσεις σε χαρτιά με τα οποία γεμίζει διάφορες σακούλες του σούπερ μάρκετ, για να τα ξαναδιαβάσει όταν καταπιαστεί με το γράψιμο των στίχων. Οταν βρίσκεται σε περιοδεία, του στέλνουν τα γεύματά του με κούριερ από ένα κέντρο υγιεινής διατροφής στην Καλιφόρνια. Στα παρασκήνια του XL Center, «ζέστανε» την μπάντα του με ελαφρές γυμναστικές ασκήσεις.

«Θα ήθελα να ξέρω τι κάνουν οι δρομείς του Μαραθώνιου», μου είπε ενώ βρισκόταν στο καμαρίνι του· στο τραπέζι μπροστά στον καθρέφτη υπήρχε ένα μπουκάλι αναψυκτικού με βιταμίνες, ένα κουτάκι καραμέλες κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. «Γιατί κι εγώ κάνω το ίδιο πράγμα, τρέχω ένα μαραθώνιο δύο ωρών κάθε φορά στη σκηνή. Πρέπει λοιπόν να κρατήσω τους ηλεκτρολύτες μου σταθερούς σ’ ένα επίπεδο, γι’ αυτό εφοδιάζομαι με υδατάνθρακες μετά την παράσταση, ώστε να είμαι έτοιμος για την επομένη».

Το «Home Before Dark» και το προηγούμενο άλμπουμ του, «12 Songs», βάδισαν αντίθετα προς το συνηθισμένο στυλ του, με καθαρές, λιτές ενορχηστρώσεις που απέχουν αρκετά από το λυρικό, ρομαντικά φορτισμένο στυλ παλαιότερων επιτυχιών του. Οπως τα πρόσφατα άλμπουμ του Ροντ Στιούαρτ και του Μπάρι Μανίλοου, αποτελούν μια στρατηγική κίνηση αναπροσδιορισμού του καλλιτεχνικού προφίλ του Ντάιαμοντ, η οποία ανταμείφθηκε με ευνοϊκή ανταπόκριση από την κριτική.

«Γίνεται πλέον αντιληπτό, από το κοινό αλλά κι από μένα τον ίδιο, ότι είμαι ένας πιο ώριμος άνθρωπος και δεν είμαι πια το παιδί που έγραφε το “Cherry, Cherry”», λέει ο Ντάιαμοντ αναφερόμενος στην πρώτη του μεγάλη επιτυχία, από το 1966.

Το «Home Before Dark» βγήκε στη δισκογραφική αγορά συνοδευόμενο από μεγάλη διαφημιστική καμπάνια, που περιλάμβανε μια εμφάνιση στη δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή American Idol, και έφτασε στο Νο 1 την πρώτη εβδομάδα, πουλώντας 146.000 αντίτυπα. Στη συνέχεια, όμως, οι πωλήσεις έπεσαν και έως σήμερα δεν έχουν ξεπεράσει συνολικά τις 400.000, σύμφωνα με τη Nielsen Soundscan.

Αυτή η τροχιά πωλήσεων έχει γίνει κάτι αρκετά συνηθισμένο τα τελευταία χρόνια, καθώς οι δισκογραφικές εταιρείες δίνουν μεγάλη έμφαση στη διαφημιστική ώθηση των πρώτων ημερών εις βάρος των μελλοντικών πωλήσεων, όπως λέει ο Τζέοφ Μέιφιλντ, αρχισυντάκτης του Billboard. «Οταν συγκεντρώνεις τόσο πολύ την προσοχή στις πωλήσεις της πρώτης εβδομάδας, πού μπορείς να πας μετά; Λειτουργεί η βαρύτητα και έχουμε πτώση». Σημαίνει όμως επίσης ότι το νέο υλικό του Ντάιαμοντ δεν έχει την ίδια απήχηση στον «σκληρό πυρήνα» του κοινού του. Στη συναυλία του Κονέκτικατ, ο ερμηνευτής Ντάιαμοντ ακολούθησε ως επί το πλείστον το παλιό του μονοπάτι, παίζοντας τη μια επιτυχία μετά την άλλη από το ρεπερτόριό του του ’60 και του ’70, προς μεγάλο ενθουσιασμό των θεατών. Σε αντίθεση, η ανταπόκριση στα τρία τραγούδια από το καινούργιο του άλμπουμ ήταν αξιοσημείωτα ήσυχη.

Χλιαρή ανταπόκριση

Ο ίδιος λέει ότι δεν τον ανησυχεί η χλιαρή ανταπόκριση στα καινούργια τραγούδια. «Ηδη έχω τη “Sweet Caroline”, το “Song Sung Blue” και τόσα άλλα» λέει. «Ομως οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν ξανακούσει το “Hell Yeah” ή το “Man of God”. Τώρα τους βλέπω να τα ακούνε με προσοχή και αυτό είναι το μόνο που πραγματικά θέλω».

Προς το τέλος της συναυλίας, αμέσως μετά μια σειρά μεγάλων επιτυχιών που περιλάμβανε το «Don’t Bring Me Flowers» και το «I’ m a Believer», που το είχε γράψει για τους Monkees, ο Ντάιαμοντ είπε στο κοινό ότι δεν έχει κάνει σχέδια για την αποστρατεία του.

«Αυτή είναι η δουλειά μου», είπε. «Κάποιος πολύ μεγαλύτερος από μένα μου έδωσε αυτή τη δουλειά. Μου είπε: “Ε, εσύ, μ’ αυτό το ηλίθιο ύφος – βγες έξω και τραγούδα μέχρι να σου πω να σταματήσεις”. Δεν τον άκουσα ακόμα να μου το λέει, κι έτσι δεν μπορώ παρά να συνεχίσω να τραγουδάω».