«Αν νιώθω νοσταλγία στη σκηνή; Οχι, καθόλου. Το απολαμβάνω να παίζω ζωντανά το «Kind Of Blue», γιατί όλοι αυτοί οι μουσικοί που έχω συγκεντρώσει μεγάλωσαν με αυτόν τον δίσκο. Είμαι ο μοναδικός από την παλιά μπάντα του Μάιλς. Αλλά έχω μαζί μου τον Γουάλας Ρόνεϊ, τον τρομπετίστα, που είναι «παιδί» του Μάιλς. Το νιώθεις όταν παίζει. Εχω τον Λάρι Γούλις στο πιάνο, τον Μπάστερ Γουίλιαμς στο μπάσο να κρατάει μαζί μου τον ρυθμό. Και τους δύο σαξοφωνίστες, τον Βίνσεντ Χέρινγκ και τον Τζέιβον Τζάκσον».
«Οταν ηχογραφούσαμε τον δίσκο δεν φανταζόμασταν ότι θα άρεσε τόσο πολύ» λέει σήμερα ο Τζίμι Κομπ
Με όλους αυτούς τους μουσικούς, ο ντράμερ Τζίμι Κομπ έρχεται να παρουσιάσει ζωντανά το αριστούργημα του Μάιλς Ντέιβις, «Kind Of Blue», πενήντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του. «Η γυναίκα μου βρήκε το όνομα "So What Band"», μας λέει ο ογδοντάχρονος Κομπ από την άλλη άκρη του τηλεφώνου. «Της αρέσει πολύ το πρώτο κομμάτι του δίσκου. Ολοι λένε ότι είναι ένας σημαντικός δίσκος για τη σύγχρονη μουσική. Για μένα είναι ένας όμορφος δίσκος, που κρύβει μέσα του μια ακαθόριστη μελαγχολία».
Ο Κομπ έγινε μέλος της θρυλικής ορχήστρας όταν τυχαία ο ντράμερ τού Μάιλς έλειπε από τις ηχογραφήσεις ενός άλλου ιστορικού δίσκου, του «Porgy And Bess».
Λόγω καθυστέρησης
«Ηταν το 1958, ντράμερ του ήταν ο Φίλι Τζο Τζόουνς, αλλά καθυστερούσε τόσο πολύ να πάει στο στούντιο που ο δίσκος δεν τελείωνε», θυμάται ο Κομπ. «Οπότε, ο σαξοφωνίστας Τζούλιαν "Κάνομπολ" Αντερλεϊ, που ήταν φίλος μου, με κάλεσε και έπαιξα ντραμς. Τον Μάιλς τον είχα συναντήσει παλιότερα στη Νέα Υόρκη, όταν έπαιζα με την Νταϊάνα Ουάσιγκτον. Ηταν ο μόνος που έπαιζε μπι μποπ στα θέατρα της πόλης. Ηταν μαζί με τον Τσάρλι Πάρκερ. Ηξερα τον πιανίστα τους και είχα παίξει μαζί τους. Τότε είχε αρχίσει να γίνεται διάσημος. Δύο μήνες αφότου ολοκληρώσαμε τον δίσκο, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: "Ελα να παίξεις μαζί μου. Και αν θες τη δουλειά, έλα τώρα γιατί παίζουμε απόψε". Ημουν στη Νέα Υόρκη και αυτοί ήταν στη Βοστόνη, τετρακόσια μίλια μακριά. Είχα τρεις ώρες καιρό. Πήρα το αεροπλάνο με όλα τα ντραμς και έφτασα στο κλαμπ και άρχισα να τα στήνω, ενώ παίζανε το "Round Midnight". Μόλις έγινε η παύση μετά τα σόλο, ξεκίνησα να παίζω. Ετσι γίναμε φίλοι με τον Μάιλς».
Για το «Kind Of Blue» δεν έχει να πει και πολλά. «Το ηχογραφήσαμε μισό αιώνα πριν», εξηγεί. «Θυμάμαι ότι ο Μάιλς ερχόταν στο στούντιο με τη μουσική του και θυμάμαι ότι ήταν πολύ σύντομες συγχορδίες, που άλλαζαν συνεχώς. Ηταν "δύσκολος" δίσκος. Από τότε μου φάνηκε περίεργο που άρεσε τόσο πολύ στον κόσμο. Οταν τον ηχογραφούσαμε ήμασταν εντελώς χαλαροί στο στούντιο. Και τελικά, όλο αυτό που έγινε εκεί άγγιξε πολλούς χωρίς να το καταλάβουμε. Μάλλον χρειαζόταν τον χρόνο του».
Ο Τζίμι Κομπ διάλεξε να παίζει από τα δεκατρία του χρόνια τα ντραμς. «Στη γειτονιά μου, στην Ουάσιγκτον, όλοι έπαιζαν μουσική», διηγείται. «Τότε αρκούσε να κατεβείς στον δρόμο και η μουσική ερχόταν από παντού, μπλουζ, τζαζ. Εγώ άκουγα μόνο μπλουζ, αλλά τριγυρνούσα με έναν κολλητό μου που ήταν ντράμερ. Αυτός μου έμαθε και τα ντραμς και την τζαζ. Ηταν ωραίες εποχές τότε, υπήρχαν πάνω από είκοσι - τριάντα ορχήστρες που σε παρακαλούσαν να παίξεις. Γεννιόντουσαν διαρκώς νέοι ήχοι και έβγαιναν νέοι δίσκοι».
Αλλά και τώρα πάνω στη σκηνή απολαμβάνει τις συναυλίες. «Μου αρέσει να ακούω τις μελωδίες γύρω μου, το σαξόφωνο, την τρομπέτα, τα φώτα πάνω μου. Η ζωή ενός μουσικού είναι συναρπαστική. Πάντοτε αγαπούσα τη μουσική και τώρα στα ογδόντα μου συνειδητοποιώ ότι είναι το μόνο πράγμα που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Σκέψου. Εξήντα επτά χρόνια παίζω ντραμς σε τζαζ μπάντες».
Με το βλέμμα του, όμως, στραμμένο στο μέλλον. «Παρακολουθώ όλα αυτά τα χρόνια τους νέους μουσικούς που προσπαθούν να ανοίξουν καινούργιους δρόμους στην τζαζ, ακολουθώντας, όμως, τα ίχνη των παλιών. Είναι οι μουσικοί που έχουν τον ήχο του παρελθόντος στο μυαλό τους, αλλά προχωρούν μπροστά. Οπως τα παιδιά που έχω στην ορχήστρα. Γι' αυτό το μόνο που εύχομαι είναι να συνεχίσω να παίζω μουσική μαζί τους, όσο αντέχω ακόμα».*
- info **Θεσσαλονίκη, στο Βελλίδειο Πολιστιστικό Κέντρο, Παρασκευή 23 Οκτωβρίου στις 21.00. Εισιτήρια: Β' ζώνη 30 ευρώ, Α' ζώνη 40 ευρώ. Προπώληση: Metropolis, εκδοτήριο Αριστοτέλους.
**Αθήνα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Φίλων της Μουσικής, το Σάββατο 24 Οκτωβρίου στις 20.30. Εισιτήρια: Φοιτητικό 15 ευρώ, Γ' ζώνη 35 ευρώ, Β' ζώνη 50 ευρώ, Α' ζώνη 65 ευρώ και Διακεκριμένη ζώνη 80 ευρώ.
Προπώληση: Στα ταμεία του Μεγάρου, στο εκδοτήριο Ομήρου 8 στο Σύνταγμα, Δευτέρα με Παρασκευή 10 το πρωί με 4 το απόγευμα και τηλεφωνικά με πιστωτική στο 210-7282333 ή ηλεκτρονικά στο www.megaron.gr.
Saturday, October 17, 2009
Το «Kind Of Blue» είναι όμορφο και μελαγχολικό
Wednesday, September 30, 2009
Τα γενέθλια του πιο cool δίσκου όλων των εποχών
- Το καλύτερο τζαζ άλμπουμ όλων των εποχών, το πιο καλοπουλημένο και σημαδιακό για το μουσικό είδος, γίνεται φέτος πενήντα χρόνων.
Εκεί όπου ο Ραβέλ και ο Ραχμάνινοφ συνάντησαν τον αφρικανικό αυτοσχεδιασμό, ο Μάιλς Ντέιβις δημιούργησε το «Kind of Blue»
Και για να γιορτάσει τον μισό αιώνα του, ο ύμνος του κουλ που ξέρουμε ως «Kind of Blue» βγαίνει ξανά στον δρόμο. Και περνά και από την Ελλάδα.
Το αφιέρωμα στον Μάιλς Ντέιβις και το «Kind of Blue», που θα παρουσιαστεί στις 23 Οκτωβρίου στο Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο στη Θεσσαλονίκη και στις 24 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αποτελεί όχι μόνον έναν επιβεβλημένο φόρο τιμής, αλλά και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να απολαύσουμε ένα κλασικό όσο και συναρπαστικό έργο.
Ο θρυλικός ντράμερ Τζίμι Κομπ, ο μόνος εν ζωή από τους εφτά μουσικούς της αρχικής ηχογράφησης, θα διευθύνει την καινούργια μπάντα, So What Band, με τους εξαίρετους σολίστ: Γουάλας Ρόνεϊ στην τρομπέτα, Τζάβον Τζάκσον στο τενόρο σαξόφωνο, Βίνσεντ Χέρινγκ στο άλτο σαξόφωνο, Λάρι Γουίλις στο πιάνο και Μπάστερ Γουίλιαμς στο μπάσο. Εχουν όλοι παίξει ξανά με κάποιο από τα μέλη της αρχικής μπάντας του «Kind of Blue» κομμάτια, όπως το «So What» και το «Freddie Freeloader», αλλά και πολλά βασικά κομμάτια του Μάιλς Ντέιβις, του Τζον Κολτρέιν και του Τζούλιαν Αντερλεϊ. Οι τρεις αυτοί, μαζί με τους Μπιλ Εβανς και Γουίντον Κέλι στο πιάνο, τον Πολ Τσέιμπερς στο μπάσο και τον Τζίμι Κομπ στα ντραμς, ηχογράφησαν πριν από πέντε δεκαετίες το ιστορικό άλμπουμ.
Ο τελευταίος της μυθικής πια παρέας του «Kind of Blue», Τζίμι Κομπ, κρατάει ακόμη τον ρυθμό
«Τη μουσική του "Kind Of Blue" δεν την έγραψα σε παρτιτούρες. Εφερνα μόνο κάτι προσχέδια, γιατί ήθελα οι μουσικοί να βγάλουν όλο τον αυθορμητισμό στο παίξιμό τους, όπως είχα δει να γίνεται στα αφρικανικά μπαλέτα ανάμεσα στους χορευτές, τους τυμπανιστές και τον τύπο που έπαιζε καλίμπα», είχε πει χαρακτηριστικά ο Μάιλς Ντέιβις, για το άλμπουμ που επηρεάστηκε από το «Κονσέρτο για Μονόχειρα και Ορχήστρα» του Ραβέλ και από το «Κονσέρτο Νο 4» του Ραχμάνινοφ.
Περίεργη καταγωγή και μέθοδος για ένα άλμπουμ του 1959, που βρέθηκε ψηλά στη λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών -ανεξαρτήτως μουσικής προέλευσης- κι έγινε τρεις φορές πλατινένιο και ο δίσκος τζαζ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Και συνεχίζει να πουλάει ακόμα 5.000 αντίτυπα την εβδομάδα!
«Εγραψα αυτά τα μπλουζ προσπαθώντας να ζήσω αυτό που είχα νιώσει όταν ήμουν έξι χρόνων, τότε που περπατούσα με τον ξάδερφό μου σ' ένα σκοτεινό δρόμο του Αρκάνσας...», είχε γράψει ο Ντέιβις στην αυτοβιογραφία του για το άλμπουμ. «...Ελα όμως που γράφεις κάτι και οι άλλοι το παίρνουν σαν ερέθισμα για να παίξουν αυτά που θέλουν εκείνοι κι έτσι τελικά αποπροσανατολίζεσαι από τον τελικό σου στόχο. Αλλα είχα στο μυαλό μου και άλλα βγήκαν στην πορεία».
Οι «άλλοι», βέβαια, ήταν μερικοί από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους της τζαζ, που τον προσηλύτισαν στη λατρεία του αυτοσχεδιασμού. Διατήρησαν, όμως, την απλότητα και το συναισθηματικό βάθος του ήχου, τον απαλό ρυθμό της τζαζ και τη μελαγχολία του μπλουζ σε ένα μίγμα ακόμα μοναδικό, που χωρίς να γίνει ποτέ κλισέ επηρέασε τα πάντα, από τη μουσική μέχρι τον κινηματογράφο, ορίζοντας το «κουλ».
Είχε πει, άλλωστε, και ο Ντίλαν: «Για μένα ο Μάιλς Ντέιβις ήταν η επιτομή του κουλ τύπου. Λάτρευα να τον βλέπω στα μικρά κλαμπ να παίζει τα σόλο του, να γυρνάει την πλάτη στο κοινό, να αφήνει κάτω την κόρνα του και να φεύγει από τη σκηνή, αφήνοντας την υπόλοιπη μπάντα να παίζει και μετά να επιστρέφει για να παίξει λίγες νότες στο τέλος».
* Εισιτήρια
* Θεσσαλονίκη: Metropolis, εκδοτήριο Αριστοτέλους. Τιμές: Α' ζώνη 40 ευρώ , Β' ζώνη 30 ευρώ .
* Αθήνα: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, εκδοτήριο Ομήρου 8 Σύνταγμα, τηλεφωνικά στο 210-7282333 και στο www.megaron.gr. Τιμές: Α' ζώνη 65 ευρώ , Β' 50 ευρώ , Γ' 35 ευρώ , Διακεκριμένη 80 ευρώ , φοιτητικό 15 ευρώ .
* Κυκλοφόρησε: 17 Αυγούστου 1959.
* Ηχογραφήθηκε: από 2 Μαρτίου ώς 22 Απριλίου 1959 στα 30th Street Studio της Κολούμπια στη Νέα Υόρκη.
* Με πέντε κομμάτια, έχει διάρκεια 45 λεπτά και 44 δεύτερα.
* Αντίτυπό του υπάρχει στη δισκοθήκη του Κογκρέσου.
* Η Ενωση Δισκογραφικών Εταιρειών της Αμερικής δίνει για την αρχική του μορφή 4 εκατομμύρια πωλήσεις μόνο στην Αμερική.
* Σύμφωνα με το billboard, είναι νούμερο 10 σε πωλήσεις στην κατηγορία τζαζ και το 2001 ήταν νούμερο 14 στις πωλήσεις μέσω Ιντερνετ ανεξαρτήτως είδους.
* Ψηφοφορία του «Ρόλινγκ Στόουν» το έφερε στη 12 θέση, ανάμεσα στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών.
- ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΣ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009