Showing posts with label Ξαρχάκος Σταύρος. Show all posts
Showing posts with label Ξαρχάκος Σταύρος. Show all posts

Thursday, March 31, 2011

Ξαρχάκου (συν) θέσεις

Με αφορμή τη νέα «συνομιλία» του με το αθηναϊκό κοινό, ο Σταύρος Ξαρχάκος σε μια συζήτηση για τη μουσική, την πολιτική και το αν θα βουλιάξουμε τραγουδώντας.
Ξαρχάκου (συν) θέσεις
Ο Σταύρος Ξαρχάκος στην αίθουσα του Gazarte.



Ο Σταύρος Ξαρχάκος εμφανίζεται για πρώτη φορά στην καριέρα του σε μουσική σκηνή. Συνηθισμένος σε άλλου είδους συνομιλία με το κοινό του, παρατηρεί τις διαφορές από την προνομιακή θέση του δημιουργού. Οι διαφορές δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αλλαγή χώρου. Η εποχή είναι μπερδεμένη. Οι Ελληνες μοιάζουν σχεδόν πολιορκημένοι. «Οχι ακριβώς πολιορκημένοι. Στα μάτια μου μοιάζουμε ένας ευνουχισμένος, χωρίς καμία αντίδραση, λαός». Πώς θα αλλάξουν τα πράγματα, πώς θα νιώσει ο ίδιος ότι κάτι καλό συμβαίνει; «Αν τα νέα παιδιά – χωρίς κομματικές ομπρέλες – βγουν στον δρόμο». Και αν δεν επιστρέψει η πραγματική κοινωνία στην πολιτική; «Τότε θα βουλιάξουμε. Επειδή όμως εμείς οι Eλληνες τα κάνουμε όλα τραγούδι, είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον θα βουλιάξουμε τραγουδώντας». Καθισμένος σε μια ζεστή γωνιά στο GazArte στο Γκάζι, με την πίπα του αναμμένη, ο Σταύρος Ξαρχάκος περιγράφει αυτήν την περίεργη εικόνα, μιλάει ψύχραιμα, αλλά ενίοτε και οργισμένα, και θυμάται. Θυμάται τον Νίκο Γκάτσο, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον λόγο για τον οποίο ξεκίνησαν όλα – «το διαβατήριό μου στην κινηματογραφική μουσική», μονολογεί κάποια στιγμή, «ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις: Το 1962 του πρότειναν να γράψει τη μουσική για την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου “Το ταξίδι”, ο Μάνος αρνήθηκε, αλλά αντιπρότεινε στον Φίνο εμένα ως νεαρό ταλαντούχο συνθέτη. Αυτό ήταν. Την επόμενη χρονιά έκανα τη μουσική για τη “Λόλα” και έπειτα ακολούθησαν “Τα κόκκινα φανάρια” του Βασίλη Γεωργιάδη». Μιλάει για τη μουσική και την αραβική επανάσταση, το «Ρεμπέτικο», τον Αντώνη Σαμαρά και τον Γιώργο Παπανδρέου και τη σημασία της αντίδρασης σε μια όλο και πιο μπερδεμένη εποχή.

Ως λαός μοιάζει να είμαστε σε ενός είδους «πολιορκία». Οταν επικοινωνείτε με το κοινό σας, αυτό που εισπράττετε είναι κάτι πιο ειδικό από ό,τι σε άλλες εποχές;

«Κοιτάξτε, έτσι και αλλιώς αυτό που μου συμβαίνει σε αυτήν την επαφή μου με τους Ελληνες είναι πρωτόγνωρο, διότι δεν έχω υπάρξει ξανά σε μουσική σκηνή. Αλλά δεν είμαστε σε πολιορκία. Ως λαός είμαστε σε ειδική κατάσταση, απλώς μας έχουν ευνουχίσει και δεν υπάρχει καμία αντίδραση».
Για να επιτύχει κάποιος στη ζωή κάτι μεγάλο, συνήθως χρειάζεται μιας μορφής «άγνοια της στιγμής», μαζί με μια «παράλογη» αυτοπεποίθηση. Εσάς, όταν ξεκινούσατε, σας χρησίμευσαν αυτά τα δύο, με δεδομένη την ήδη υπάρχουσα παρουσία του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη;

«Δεν υπάρχει δημιουργία “εν κενώ”. Η δημιουργία στη ζωή είναι όπως και η ίδια η ζωή. Μια διαρκής σωρευτική διαδικασία που βασίζεται στην προηγούμενη υποδομή και στη μάθηση, και για να γίνει αυτό αρκεί να αντλήσουμε από τη δημιουργία που προϋπάρχει τα στοιχεία όχι της μίμησης αλλά της έμπνευσης. Το παρελθόν μπορεί να διδάξει το μέλλον και την πρόοδο, αν το δεις δημιουργικά και το κάνεις “σύγχρονο”, και έτσι να σε ακολουθήσει στα επόμενα βήματά σου».
Ναι, αλλά επίσης, όπως έχει φανεί από την Ιστορία, ο πιο βασικός λόγος για τον οποίο η ζωή ενός ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί κάποτε σπουδαία είναι γιατί ακολούθησε κάποιες «υπέρμετρες» επιθυμίες του. Εσείς το νιώσατε αυτό στην αρχή της καριέρας σας;

«Σε όλη τη ζωή μου αισθάνθηκα ότι είχα υπέρμετρες ανησυχίες που επιζητούσα να τις ονειρευτώ, να τις φανταστώ, να τις ζήσω, να τις κάνω πράξη. Εζησα τις ανησυχίες μου στο όνειρο, προτού δοκιμάσω να τις πραγματοποιήσω. Ποτέ δεν φαντασιώθηκα τον σπουδαίο ή ότι θα γίνω σπουδαίος. Εζησα απλώς το όνειρο της ζωής μου μέσα από τη δημιουργία και την κοινωνική δράση. Οσο με έπαιρνε».

Στη ζωή – και αυτό φαίνεται να συμβαίνει και στην πολιτική – συνήθως κυριαρχούν οι πιο «ανεπαρκείς» άνθρωποι, επειδή είναι πλειονότητα και κυρίως επειδή διαθέτουν επιμονή και δόλο σε σχέση με τους «επαρκείς». Ποια είναι η γνώμη σας για αυτό; Νομίζετε ότι αυτό συμβαίνει και στην τέχνη;

«Πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχουν ανεπαρκή φαινόμενα, όπως η πολιτική, η τέχνη κτλ., αλλά ανεπαρκείς λειτουργοί τους. Αυτό σημαίνει ότι οι ανεπαρκείς κυριαρχούν, όχι γιατί είναι περισσότεροι, αλλά επειδή το σύστημα στηρίζεται σε αυτούς για να ηγεμονεύει. Διότι οι ανεπαρκείς δίνουν αυτό που οι άλλοι δεν διαθέτουν: χρόνο και ετοιμότητα για να υπηρετήσουν ανθρώπους εξουσίας και έκνομες καταστάσεις, και έτσι να λειτουργήσουν παρασιτικά. Εδώ προφανώς τίθεται ένα τεράστιο ηθικό πρόβλημα. Της διαχρονικής και της σημερινής αναξιοκρατίας. Διερωτώμαι αν πρέπει επιτέλους να αλλάξουν στάση οι ελευθεροφρονούντες και έντιμοι ή αλλιώς επαρκείς, ώστε να ανατρέψουν αυτήν την κατάσταση. Τότε, όπως λέει ο ποιητής, “θα ’ρθουν άλλα χρόνια μ’ όνειρα και οράματα, δίχως λόγους σε μπαλκόνια και άχρηστα προγράμματα”».
Εχετε διατελέσει ευρωβουλευτής της ΝΔ και στο μυαλό μου παραμένει πάντα η απορία: Ενας καλλιτέχνης, ένας δημιουργός όπως εσείς, πώς ακριβώς σκέφτεται και αποδέχεται την είσοδό του στην ελληνική πολιτική σκηνή;

«Νομίζει ότι μπορεί να προσφέρει, ότι μπορεί να είναι χρήσιμος στην κοινωνία για την παραγωγή έργου. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεται ότι είναι επιεικώς αφελής, καθώς στην πολιτική, που είναι δομημένη για να υπηρετεί συμφέροντα και να νέμεται το δημόσιο αγαθό, δεν υπάρχει χώρος για τη δημιουργία και για να υπηρετήσεις το κοινό αγαθό».

Τι θα λέγατε σήμερα στον Γιώργο Παπανδρέου ή στον Αντώνη Σαμαρά αν είχατε την ευκαιρία;

«Eίμαι απόλυτα οργισμένος με αυτά που συμβαίνουν. Δεν είμαι οργισμένος ούτε ως καλλιτέχνης ούτε ως άνθρωπος που κάποτε μπήκε στο Ευρωκοινοβούλιο. Είμαι οργισμένος ως απλός πολίτης. Δηλαδή, πού ακριβώς θέλουν να μας πάνε; Σχεδόν όλοι οι Ελληνες είμαστε οργισμένοι και οι πολιτικοί πρέπει να το καταλάβουν αυτό. Δεν το έχουν καταλάβει, γιατί υπάρχει μια περίεργη σιωπή στην κοινωνία, αλλά δεν θα υπάρχει για πολύ. Κάτι θα γίνει. Δεν έχουν αποτέλεσμα αυτά τα μέτρα που παίρνουν και ας μη γελιόμαστε. Αποτέλεσμα θα υπάρξει μόνο αν βγουν τα νέα παιδιά στους δρόμους, αλλά, προσοχή, χωρίς καμία κομματική ομπρέλα. Μόνο έτσι. Οι νέοι στους δρόμους χωρίς καμία κομματική καθοδήγηση είναι αυτό στο οποίο ελπίζω».

Στην πολιτική όμως, και ιδίως στην Ελλάδα, έχουμε παρατηρήσει ότι υπάρχει συνήθως διαφορά της γενικής βούλησης από τον τρόπο με τον οποίο αυτή τελικά εκφράζεται στην πράξη.

«Για να εναρμονισθεί ο πολιτικός λόγος με την πολιτική πράξη και η δήλωση γενικής βούλησης με το πολιτικό έργο πρέπει να συντρέχουν τέτοιοι συσχετισμοί ανάμεσα στην κοινωνία και στην πολιτική που θα υποχρεώσουν τους διαχειριστές της εξουσίας να το πράξουν. Σκεφτείτε το εξής: Οι πολιτικοί συναντώνται μία φορά στα τέσσερα χρόνια με την κοινωνία, όμως συναντώνται καθημερινά με τα επιμέρους συμφέροντα. Με τα συμφέροντα λοιπόν θα εναρμονίσουν τις πολιτικές τους και όχι με την κοινωνία, πολύ περισσότερο αφού οι μηχανισμοί των συμφερόντων δημιουργούν τελικά και την εικόνα τους προς την κοινωνία».
Στην τέχνη μπορεί να υπάρξει διαφορά μεταξύ βούλησης και έκφρασης;
«Στην τέχνη, για να εναρμονισθεί η βούληση με την έκφραση, πρέπει πρώτα να υπάρξουν συνθήκες που θα υποστηρίξουν την τέχνη, όπως θεσμοί υποδομής αλλά και πολιτικές παραγωγής πολιτισμού. Και βεβαίως πρέπει να υποστηρίζονται οι “επαρκείς” και όχι οι “διασυνδεδεμένοι” δημιουργοί, ώστε να μπορούν να έχουν την απαραίτητη προϋπόθεση της τέχνης που είναι η σχόλη. Κακά τα ψέματα, αν χρειάζεται να δουλέψεις οκτάωρο σερβιτόρος για να εξασφαλίσεις τα προς το ζην, στο τέλος θα καταλήξεις να ξεχάσεις την τέχνη».
Βλέποντας τον Ελληνα όπως είναι αληθινά, και όχι όπως του λέμε ότι είναι για να του χαϊδεύουμε τα αφτιά, τι έχετε να πείτε για τους λόγους που φθάσαμε ως εδώ;
«Δεν φταίει ο Ελληνας που τον εκπορνεύει η πολιτική συστηματικά από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Την κρίση στην Ελλάδα την έφερε το κράτος, δεν τη δημιούργησε η ελληνική οικονομία και φυσικά δεν την έφερε η κοινωνία. Οποιος έχει την εξουσία κάνει κουμάντο. Πρέπει ο πολίτης να κάνει κάτι παρ’ όλα αυτά που ζει στο σπίτι του και παρ’ όλο που τον υποχρεώνουν να συμπεριφερθεί με τους κανόνες της εξουσίας για να επιβιώσει. Αλλιώς δεν θα γίνει τίποτε και θα σερνόμαστε ευτελιζόμενοι, διότι το σύστημα της κομματοκρατίας που μας έφερε ως εδώ δεν προτίθεται να φύγει».
Ο άνθρωπος διαρκώς επιζητεί το καλό του, όμως σχεδόν ποτέ δεν ξέρει πώς να το διακρίνει ή δεν μπορεί.
«Η έννοια του καλού ή του κακού είναι σχετική. Επειδή εξαρτάται από το περιβάλλον του καθενός, τις συνθήκες στις οποίες ζει και τις δυνατότητες που του προσφέρονται. Ο κάθε άνθρωπος καταλήγει να επιλέξει το “καλό” του με γνώμονα τους περιορισμούς αυτούς. Επομένως, το θέμα είναι ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες δυνατότητες για να αποφασίσουν τι είναι το καλό τους ή για να το επιδιώξουν».
Ενας άνθρωπος της τέχνης βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση σε αυτόν τον τομέα από τους υπόλοιπους ανθρώπους;
«Οι άνθρωποι της τέχνης δεν διαφέρουν ως προς αυτό. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι οι άνθρωποι της τέχνης οφείλουν να μην επιζητούν το καλό, αλλά να το αμφισβητούν για να πετύχουν το καλύτερο».
Σε ποια εποχή αισθανόσασταν πιο παράκαιρος, πιο εκτός χρόνου;
«Ο δημιουργός πρέπει να είναι μέσα και έξω από τον χρόνο που ζει. Να αφουγκράζεται τα μηνύματα των καιρών και να τα υπερβαίνει».
Ο συνθέτης κάποιου μουσικού έργου γνωρίζει τελικά καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πώς πρέπει να ερμηνευτεί το έργο του; Αν υπάρξουν αργότερα ερμηνείες και προσθήκες πολύ καλύτερες, που ούτε καν ο ίδιος είχε φανταστεί, τότε ποιος είναι ο τελικός συνθέτης αυτού του έργου;
«Εγώ θα έλεγα ότι ο συνθέτης έχει μια άποψη για την ερμηνεία του έργου του, που δεν είναι μοναδική, ούτε τελειωτική ούτε η τέλεια. Από εκεί και πέρα το έργο είναι όπως το καράβι. Εως την έξοδο από το λιμάνι το οδηγεί το ρυμουλκό. Μετά ταξιδεύει μόνο του».
Για μερικά πράγματα στη ζωή δεν πρέπει να θέτουμε καν ζήτημα. Στη μουσική για ποιο πράγμα δεν πρέπει να τίθεται ποτέ ζήτημα;
«Ενα πράγμα δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση. Η ζωή. Οι επιλογές στη ζωή εναρμονίζονται με τις συνθήκες και με τις προτεραιότητες του χρόνου και των αναγκών. Σε ό,τι αφορά τη μουσική, το μόνο για το οποίο δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα είναι η γεωμετρία της και η αναπόφευκτη σχέση της με τη σιωπή».
Οι πρώτες σκέψεις που κάνουμε οι άνθρωποι στην καθημερινότητά μας είναι ανάλογες με τον όποιο εγκλωβισμό ή την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Για παράδειγμα, ο χρηματιστής ή ο έμπορος σκέφτεται πρώτα τα χρήματα, ο χριστιανός πρώτα την αμαρτία, το κορίτσι και το αγόρι πρώτα τον έρωτα. Ο συνθέτης τι σκέφτεται πρώτα;
«Τη σιωπή».
Ναι, αλλά τι είναι αυτό που μπορεί να παραπλανήσει ή να δηλητηριάσει περισσότερο την έμπνευση ενός δημιουργού;
«Η έλλειψη καλλιέργειας, παιδείας και γνώσης. Η απουσία σεμνότητας και αυτεπίγνωσης. Η αντίληψη ότι τα ξέρουμε όλα και δεν έχουμε να διδαχθούμε τίποτε από τους άλλους ή από την Ιστορία».
Φαντάζομαι, γνωρίζετε ότι το έργο σας δεν σας έχει πια ανάγκη. Εχει «διαχωριστεί» από εσάς και ταξιδεύει μόνο του στον χρόνο. Πώς αισθάνεστε για το ότι δεν έχετε πλέον τον «έλεγχό» του;
«Κανένα έργο, είτε μικρό είτε μεγάλο, δεν τελεί υπό τον έλεγχο του δημιουργού από τη στιγμή που κατατίθεται στο κοινό. Το έργο κρίνεται ως προς την αξία του από τον χρόνο, την απήχησή του στο κοινό και όχι από την καθοδήγηση του δημιουργού του».
Από την αίσθηση που «εισπράττω» όλη αυτήν την ώρα στην κουβέντα μας, αναρωτιέμαι αν υπάρχει μέσα σας ένα «σπέρμα», κάτι που να σας το έχει δώσει ο Μάνος ή ο Μίκης και να το κουβαλάτε αναπόφευκτα σε αυτή τη ζωή.
«Ναι, υπάρχουν μερικά. Υπάρχει ένα που μου έχει μείνει πιο πολύ από όλα. Δεν θέλω να πω λεπτομέρειες, αλλά με τον Γκάτσο είχα μια πολύ ειδική, πολύ κοντινή σχέση, μέχρι την τελευταία του στιγμή. Μια Πέμπτη, λοιπόν, στις αρχές Ιουνίου του 1992, μου τηλεφώνησε ο Μάνος και μου είπε ότι το Σάββατο που ερχόταν ήταν τα σαράντα του Γκάτσου στην Ασέα της Αρκαδίας. “Πάμε παρέα, Σταύρο;”. “Πάμε, αλλά με έναν όρο” του είπα. “Τι όρο;” είπε λίγο θυμωμένος και με τη γνωστή του προφορά. “Να μείνουμε και την Κυριακή, για να σε πάω στη Μάνη, στο χωριό από όπου κατάγομαι…”. Πήγαμε, λοιπόν, στο μνημόσυνο και μετά πήγαμε στη Βάθεια Λακωνίας, στην ορεινή Μάνη, στον τόπο καταγωγής μου. Εκεί, μόλις μπαίνεις στο χωριό, έχει ένα πλάτωμα όπου μπορείς να σταθείς και να δεις κάτω και πέρα, στο τέρμα του Θεού. Ο Μάνος στάθηκε για αρκετή ώρα ακίνητος και σιωπηλός, με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα. Δεν του μιλούσα καθόλου. Κάποια στιγμή γυρίζει και μου λέει: “Αφού κατάγεσαι από εδώ, οι ευθύνες σου στη ζωή είναι πολύ μεγάλες”. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτήν τη φράση».
Εσείς είστε ένας καλλιτέχνης που έχει συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική και άρα έχετε και τις δύο «ματιές» στα πράγματα. Πιστεύετε ότι ο Ελληνας πρέπει να μάθει να είναι περισσότερο «προικισμένος» στη δυστυχία ή στην ευτυχία;
«Ενας μεγάλος έλληνας ιστορικός, ο Νίκος Σβορώνος, μίλησε για τον αντιστασιακό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Ενας άλλος, μαθητής του πρώτου, ο Γιώργος Κοντογιώργης, ερμήνευσε τη ρήση αυτή με την υπόμνηση ότι η ελληνική κοινωνία επέδειξε σταθερά αυτόν τον αντιστασιακό της χαρακτήρα επειδή ήταν ελεύθερη απέναντι σε κοινωνίες που λειτουργούσαν λεηλατικά. Αντιστεκόταν, δηλαδή, στη βαρβαρότητα του ανερχόμενου νεότερου κόσμου, επειδή γνώριζε ότι αν νικούσε η λεηλατική βαρβαρότητα θα έχανε την ελευθερία της. Σήμερα ο Ελληνας δεν έχει λόγους να είναι ευτυχής, διότι τον κατέστρεψαν, και καλείται πάλι να αντισταθεί στη νέα βαρβαρότητα των αγορών».
Αυτήν την εποχή ζούμε μια εξέγερση στον αραβικό κόσμο. Tι μουσική θα της βάζατε;
«Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, αλλά έχω γράψει τέτοια μουσική πριν από δέκα χρόνια. Παρακολουθώ με πάρα πολύ ενδιαφέρον αυτά που συμβαίνουν στα αραβικά κράτη. Οι λαοί εκεί είναι πολύ ταλαιπωρημένοι από τους Ευρωπαίους και με πολύ ξεχωριστή ψυχοσύνθεση. Το αραβικό έθνος με ενδιέφερε και με συνάρπαζε πάντοτε. Πριν από πολλά χρόνια, διαβάζοντας την ιστορία του Αμπντούλ Αζίζ Αλ Σαούντ, μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε έφτιαξα στο μυαλό μου ένα παραμύθι. Ηταν τόσο ισχυρό μέσα μου, ώστε νοερά το επένδυσα και μουσικά. Τελικά, το έκανα δίσκο, το “Νούρα Νούρα”. Αυτό ήταν το όνομα της κόρης του, το οποίο στις μάχες το φώναζαν οι στρατιώτες του για να παίρνουν κουράγιο, κάτι σαν το “αέρα” που φώναζαν οι δικοί μας».
Τελικά, το υπέρτατο καθήκον του συνθέτη, όπως και του ποιητή, του ζωγράφου, γενικά του δημιουργού, δεν είναι το να μετατρέψει το ταπεινό σε σπουδαίο και το αδιόρατο σε κάτι αστραφτερό;
«Δεν νομίζω ότι υπάρχουν ταπεινά και σπουδαία πράγματα. Υπάρχουν αυτά που κινούν το ενδιαφέρον κάποια στιγμή και κάποια που το κινούν μια άλλη στιγμή. Υπάρχουν πράγματα που ένα προϊδεασμένο μάτι τα διακρίνει και ένα άλλο όχι. Η δουλειά του καλλιτέχνη, όπως και κάθε δημιουργού, είναι να βλέπει αυτά που οι άλλοι δεν βλέπουν ή αυτά που στους άλλους μοιάζουν ταπεινά και αδιάφορα, και να τους δίνει πνοή».
Αναρωτιέμαι ποια ακριβώς αδιόρατη ενέργεια λειτούργησε για να συνθέσετε το «Ρεμπέτικο», σε μια χρονική στιγμή που δεν ευνοούσε και τόσο τη δημιουργία ενός τέτοιου έργου.
«Στο “Ρεμπέτικο” διέκρινα μια αστείρευτη πηγή δημιουργίας και αυθεντικής απεικόνισης ενός μεγάλου πολιτισμού, που επέμενε να προβάλλει αντίσταση μέσα στις ψυχές μας».
Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι το ίδιο κοινό το οποίο τη μία στιγμή διασκεδάζει με ευτελή τραγούδια, την επόμενη, που θα παιχτεί για παράδειγμα «Το δίχτυ», ξεσηκώνεται στον ίδιο βαθμό, ίσως και περισσότερο;
«Ο άνθρωπος έχει πολλές ταυτότητες, είναι πολυσημικός. Δεν είναι ένας, είναι πολλοί οι άνθρωποι που ο καθένας από εμάς φέρει μέσα του. Δεν με εκπλήσσει αυτό».
Στα ξένα τραγούδια, κυρίως στα αγγλόφωνα, ακόμη και ο πιο παράλογος ή ασήμαντος στίχος είναι αποδεκτός αν η μουσική είναι καλή. Στην ελληνική μουσική υπάρχει μια βαθιά ενότητα του ήχου και του λόγου. Αυτό νομίζετε ότι είναι πάντοτε πλεονέκτημα;
«Σαφώς ναι, διότι είναι μουσική που ανάγεται σε μια βαθιά δομημένη κουλτούρα, η οποία γνωρίζει ως εκ τούτου να διασφαλίζει την αρμονία του Σύμπαντος».
Προφανώς έχετε πλέον τη δυνατότητα και το δικαίωμα να πείτε κάτι στους νέους ερμηνευτές.
«Οι νέοι συνθέτες και οι ερμηνευτές πρέπει οπωσδήποτε να έχουν παιδεία. Δεν εννοώ αποκλειστικά το πανεπιστήμιο, αλλά και τη λαϊκή παιδεία. Την πραγματική λαϊκή παιδεία. Ο Μπιθικώτσης, για παράδειγμα, δεν είχε άλλη μόρφωση, αλλά είχε μια βαθιά λαϊκή παιδεία. Η παιδεία είναι το παν. Από εκεί ξεκινούν τα πάντα».
Υπάρχει κάποιος νέος συνθέτης στον οποίο να διακρίνετε ότι μπορούμε να προσβλέπουμε πως θα είναι ο επόμενος μεγάλος συνθέτης;
«Δυστυχώς, εδώ και αρκετό καιρό δεν ακούω πολύ ραδιόφωνο, οπότε δεν είμαι ενημερωμένος για τους νέους συνθέτες και μπορεί να αδικώ κάποιον. Αυτή η ηχητική εικόνα όμως που λαμβάνω δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερα αξιόλογο. Θα υπάρξουν σίγουρα κάποιοι στο μέλλον, αλλά αυτήν τη στιγμή δεν ακούω κάτι πολύ αξιόλογο. Ισως εγώ να μην είμαι ενημερωμένος, και να φταίει αυτό».
Ως μαέστρο, σας διακρίνει «καθαρότητα», «ακρίβεια», «αυστηρότητα». Με αυτά τα στοιχεία έχετε κάτι να μας πείτε για τους Ελληνες, για το μέλλον τους και τους πολιτικούς τους, ώστε να «συναντηθούν» όλοι μαζί και πάλι;
«Για να ξανασυναντηθούν οι Ελληνες με τους πολιτικούς τους πρέπει να μεταβληθεί το περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Να οικοδομηθεί μια άλλη σχέση που θα διασφαλίζει την αναγκαστική προσήλωση του πολιτικού στο κοινό συμφέρον. Διαφορετικά, όσο το πολιτικό μας σύστημα εξακολουθεί να στρέφει την πλάτη του στην κοινωνία και να την αντιμετωπίζει ως κοινό υποζύγιο για τους ιδιοτελείς σκοπούς του, η αμφισβήτηση θα κυριαρχεί και η χώρα θα ρημάζει. Η συνάντηση προϋποθέτει σχέση εμπιστοσύνης και η εμπιστοσύνη στην πολιτική οικοδομείται στη βάση της προσήλωσης στον σκοπό της πολιτικής, στο κοινό συμφέρον. Ο Κοντογιώργης στο βιβλίο του “Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή” υποστηρίζει πειστικά ότι για να ξανασυνδέσουμε τη μοίρα μας με την πρόοδο πρέπει να ανακτήσουμε την Ιστορία μας, το παρελθόν του γένους μας. Διότι το ελληνικό παρελθόν διδάσκει το μέλλον με πρόσημο την πρόοδο. Και πρέπει να πω ότι αυτή η επισήμανση του Κοντογιώργη δεν αφορά πλέον μόνο εμάς τους Ελληνες, αλλά το σύνολο της ανθρωπότητας. Διότι ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εξάντλησε τη δυναμική του και όσοι τον επικαλούνται σήμερα θέλουν απλώς να σταματήσουν την πρόοδο, την απελευθέρωση των λαών, για να συνεχίσουν να ηγεμονεύουν. Tο αίτημα της αλλαγής είναι προπαντός αίτημα μεταβολής του πολιτικού συστήματος ώστε να επανέλθει η κοινωνία στην πολιτική. Διαφορετικά, θα βουλιάξουμε. Επειδή όμως εμείς οι Ελληνες τα κάνουμε όλα τραγούδι, είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον θα βουλιάξουμε τραγουδώντας».
Ποιο τραγούδι φαντάζεστε ότι θα τραγουδούσαμε ενώ βουλιάζαμε;  
«Τον εθνικό ύμνο. Θα ήμασταν μια υπέροχη χορωδία δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων».

* Ο Σταύρος Ξαρχάκος παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι κάθε Κυριακή και Δευτέρα στη σκηνή του GazΑrte.
* Αυτή η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο BHMagazino στις 13 Μαρτίου 2011.

Thursday, July 30, 2009

«Πιο εύκολη η «Καβαλερία» από τον Βασίλη Τσιτσάνη»

Η Αγνή Μπάλτσα εμφανίζεται τον Σεπτέμβριο στο Ηρώδειο, ύστερα από 25 χρόνια, για να ερμηνεύσει μερικά από τα ωραιότερα λαϊκά. «Ομπρέλα προστασίας» της, όπως λέει, ο Σταύρος Ξαρχάκος, η «αυθάδεια και η τόλμη» της

Ο Σταύρος Ξαρχάκος ενορχήστρωσε τα τραγούδια και θα διευθύνει την ορχήστρα

Ο Σταύρος Ξαρχάκος ενορχήστρωσε τα τραγούδια και θα διευθύνει την ορχήστρα

Η Αγνή Μπάλτσα θα τραγουδήσει λαϊκά στο Ηρώδειο. Αυτό κι αν ακούγεται ενδιαφέρον. Η διεθνούς φήμης Ελληνίδα μεσόφωνος συμπράττει και πάλι με τον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο για μια βραδιά γεμάτη ελληνική μουσική, στις 15 του Σεπτέμβρη.

«Τα τραγούδια της πατρίδας μου» είναι ο τίτλος της συναυλίας, που θα περιλαμβάνει μερικά από τα ωραιότερα κομμάτια των Μίκη Θεοδωράκη, Μάνου Χατζιδάκι, Βασίλη Τσιτσάνη αλλά και Σταύρου Ξαρχάκου. Τραγούδια που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη εποχή, όπως τα: «Αρχόντισσα», «Τα τρένα που φύγαν», «Σε πότισα ροδόσταμο», «Το τρένο φεύγει στις οχτώ», «Το πρακτορείο», «Ασπρη μέρα και για μας», «Ο ταχυδρόμος», «Ονειρο παιδιών της γειτονιάς» κ.ά.

Είναι η πρώτη φορά ύστερα από 25 χρόνια που η Αγνή Μπάλτσα θα εμφανιστεί στο Ρωμαϊκό Ωδείο. «Το φοβάμαι. Το Ηρώδειο είναι αχάριστο για τον τραγουδιστή. Επιπλέον, θα πρέπει να έχω μικρόφωνο, το οποίο δεν συνηθίζω να χρησιμοποιώ, γι' αυτό και δύσκολα κουμαντάρω...».

«Δεν υπάρχει σοβαρή και ελαφρά μουσική, αλλά μόνο καλή και κακή», τονίζει η διεθνής μεσόφωνος Αγνή Μπάλτσα

«Δεν υπάρχει σοβαρή και ελαφρά μουσική, αλλά μόνο καλή και κακή», τονίζει η διεθνής μεσόφωνος Αγνή Μπάλτσα

Πριν από 25 χρόνια είχε ερμηνεύσει την «Κάρμεν» με την Οπερα της Ζυρίχης και τον Χοσέ Καρέρας. Τότε πρωτογνώρισε και τον Σταύρο Ξαρχάκο. «Είναι πραγματικά μοναδικό πώς γνωριστήκαμε», θυμάται. «Ενώ έκανα πρόβα με τον Χοσέ Καρέρας, βλέπω κάποιον να με φωτογραφίζει. Ενοχλήθηκα, διέκοψα την πρόβα και τον ρώτησα ποιος είναι... Για την ιστορία, είχε βγάλει εξαιρετικές φωτογραφίες...».

Τότε πρωτοτραγούδησε, υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου, τα «κορυφαία» αυτά τραγούδια, σε μια συναυλία που περιόδευσε από το Τόκιο στην Ατλάντα και από τη Βιέννη στο Μόναχο. Θυμάται ακόμη τις θερμές αντιδράσεις του κοινού... Το 1986 τα ηχογράφησαν για την Deutsche Grammophon με τίτλο «Songs my country taught me». Ο δίσκος, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, επανακυκλοφόρησε το 2004 και το 2005 με τίτλο «Από την Ελλάδα με αγάπη». Αυτά τα τραγούδια, λοιπόν, που η διάσημη μετζοσοπράνο αγάπησε, θα ερμηνεύσει «ζωντανά» στο Ηρώδειο.

Η ίδια πιστεύει ότι αποτελούν «έναν ολόκληρο κόσμο, μια εποχή» και κάθε φορά τα ερμηνεύει «με σεβασμό, αγάπη και συγκίνηση». «Είναι δύσκολα, γιατί είναι κλασικά. Δεν υπάρχει, ξέρετε, σοβαρή και ελαφρά μουσική, αλλά καλή και κακή μουσική. Δεν είναι δα όλα τα τραγούδια του Σούμπερτ, του Μπραμς ή του Ούγκο Βολφ καλά. Αυτά, όμως, τα τραγούδια είναι διαμάντια, γι' αυτό και είναι δυσκολότατα. Υποκλίνομαι στους συνθέτες τους και αισθάνομαι ακόμα μεγαλύτερη την ευθύνη».

Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντά; «Είναι ένα ξένο χωράφι. Μπορεί να έχω ερμηνεύσει τους μεγάλους ρόλους του λυρικού ρεπερτορίου, αλλά νιώθω δέος μπροστά στον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Σταύρο Ξαρχάκο. Το να ερμηνεύω, για παράδειγμα, "Καβαλερία Ρουστικάνα" είναι για μένα πολύ πιο εύκολο. Δεν ξέρω καν αν τα λέω σωστά. Το κοινό που θα έρθει έχει συνδεθεί με αυτά τα τραγούδια. Εχει βιώματα. Αποτελούν σταθμό για την πατρίδα μας. Η ομπρέλα προστασίας μου είναι ο Ξαρχάκος και η αυθάδεια και η τόλμη μου να ερμηνεύω τραγούδια όπως η "Αρχόντισσα" του Βασίλη Τσιτσάνη. Ελπίζω το κοινό να καταλάβει τη διάθεση και το συναίσθημά μου...».

Δύσκολη θεωρεί και τη δομή του προγράμματος. «Από τον καημό περνάμε στη νοσταλγία και από τον έρωτα στον πόνο».

* Εισιτήρια προπωλούνται προς 35, 60, 90 και 120 ευρώ στο 210- 7234567, στα ταμεία στη Στοά Πεσμαζόγλου και στο www.ticketservices.gr

Monday, July 14, 2008

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΥΞΙΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ


ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΑΡΧΑΚΟΥ


Δεν επέλεξε τυχαία τη χθεσινή μέρα ο Σταύρος Ξαρχάκος για να ανακοινώσει ότι η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής, με χρέος 2,5 εκατ. ευρώ και απλήρωτους επί 9 μήνες τους μουσικούς της, βρίσκεται ένα βήμα πριν από το λουκέτο: η προχθεσινή συναυλία της ΚΟΕΜ με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Μανώλη Μητσιά και τη Μαρία Σουλτάτου είχε σηκώσει το κατάμεστο Ηρώδειο στο πόδι, να χειροκροτά και να επευφημεί. Ετσι με επανεπιβεβαιωμένη την ταυτότητα τού συνθέτη-ορόσημο για το ελληνικό τραγούδι, ο Ξαρχάκος αποποιήθηκε την ιδιότητα τού καλλιτέχνη, που έχει ταυτιστεί με τη Νέα Δημοκρατία.

Σε μία 5σέλιδη καθαρά πολιτική επιστολή, εκείνος που για τα... μάτια της Ν.Δ. έχει διατελέσει βουλευτής και ευρωβουλευτής (1999-2004) και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, χρησιμοποίησε σκληρότατες εκφράσεις. Π.χ. είπε ότι «η χώρα, από την άποψη του πολιτικού πολιτισμού, θυμίζει σατραπεία, για να μην πω ότι το κράτος δίνει την εντύπωση χώρου που προσφέρεται για λαφυραγώγηση». Και χειρότερα: «...Υπό τις παρούσες συνθήκες οι κυβερνήσεις μεταβάλλονται σε πελατειακά ενεργούμενα τρίτων, ιδιωτών, οι οποίοι υφαίνουν σχέσεις διαπλοκής με την πολιτική, ανταλάσσουν ευνοϊκές χορηγίες με αντιπαροχές, τις οποίες καλείται να καταβάλλει ο δημόσιος προϋπολογισμός».


Κι άλλα: είπε π.χ. για την περίοδο που προήδρευε του ΕΙΠ («χωρίς να πληρωθώ μια δραχμή»), ότι η «συμπεριφορά του ΥΠΠΟ και του Μαξίμου ήταν εξευτελιστική». Οσο για τον Μιχάλη Λιάπη, στηλίτευσε μέχρι το «μουσολινικής μεγαλοπρέπειας βλέμμα του».

Γιατί ο, ακριβοθώρητος από τα ΜΜΕ, Σταύρος Ξαρχάκος, που ήταν κάθε άλλο παρά «ριγμένος» απ'το ΥΠΠΟ, εξοργίστηκε και μαζί και οι παρακαθήμενοί του στο πάνελ: Αγνή Μπάλτσα, Μαρία Φαραντούρη, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Μανώλης Μητσιάς, η Μαρία Δαμανάκη ως εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ για τον πολιτισμό, τα μέλη του Δ.Σ. της ΚΟΕ: Μένης Κουμανταρέας, Γιάννης Παπαδάκης, Ανταίος Χρυσοστομίδης και ο εκπρόσωπος των μουσικών Αχιλλέας Γουάστωρ;

1.760.000 ευρώ τον χρόνο

Η ΚΟΕΜ, επιδοτούμενη από το ΥΠΠΟ, είχε υπογράψει τριετή σύμβαση, βάσει της οποίας όφειλε να λάβει από 1.760.000 ευρώ για το 2005, 2006 και 2007. Αντί γι' αυτό έλαβε 1.055.000 ευρώ (2005), 516.066 ευρώ (2006) και 666.332 ευρώ (2007). Το ΥΠΠΟ, συνεπώς, της χρωστά 3.042.000 ευρώ. Τα έσοδά της την ίδια τριετία ανήλθαν σε 1.148.135 ευρώ. Απ'την τριετία η ορχήστρα κληρονόμησε δηλαδή ένα χρέος 1.854.865 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2008. Νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2007, ο υπουργός Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφης είχε εγκρίνει για την ΚΟΕΜ 2 εκατ. ευρώ. Τα χρήματα εστάλησαν στο ΥΠΠΟ, ποτέ δεν έφτασαν στην ορχήστρα.

Στην «άκρως περιφρονητική συμπεριφορά» του υπουργού, ο κ. Ξαρχάκος αντέδρασε στέλνοντας (23/4/2008) επιστολή στον πρωθυπουργό, με την επισήμανση μάλιστα ότι «οι επιλογές σας, σε επίπεδο υπουργών Πολιτισμού, αποδείχτηκαν οι πλέον ακατάλληλες». Ο κ. Καραμανλής δεν απάντησε. Εκτοτε δεν υπήρξε αντίδραση αν εξαιρέσει κανείς μια συνάντηση του προέδρου του Δ.Σ. της ΚΟΕΜ κ. Παπαδάκη με τον γ.γ. του ΥΠΠΟ Θ. Δραβίλα που «μας πληροφόρησε ότι δεν υπάρχουν λεφτά». Ετσι η ορχήστρα προειδοποίησε χθες ότι η συναυλία της με την Αγνή Μπάλτσα (28/7, Πάτρα) θα είναι το κύκνειο άσμα της.

Απάντηση ΥΠΠΟ

Το απόγευμα, κύκλοι του ΥΠΠΟ σχολίασαν πως «ο κ. Ξαρχάκος είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης και γλυκός άνθρωπος. Είναι γνωστά τα μεγάλα ελλείμματα του υπουργείου Πολιτισμού. Οι πόροι είναι περιορισμένοι και αναγκαστικά γίνονται περικοπές προς όλους αναλογικά και ακριβοδίκαια. Πολλοί έχουν παράπονα, πολύ περισσότερο ο υπουργός Πολιτισμού που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα που έρχονται στο υπουργείο. Ωστόσο, η Ορχήστρα για το 2008 έχει ήδη πάρει 250.000 ευρώ επί του συνόλου των 500.000 ευρώ που έχει προγραμματιστεί να λάβει από τον τακτικό προϋπολογισμό του υπουργείου».

Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Ξαρχάκος δεν είχε πάντα διαχειριστεί την ΚΟΕΜ κατά τον καλύτερο τρόπο. Συμφωνούμε όμως με την κ. Μπάλτσα η οποία απηύθυνε δημοσίως έκκληση για μια επίσημη απάντηση από τους κυβερνητικούς φορείς, που «τουλάχιστον θα 'πρεπε να έχουν το θάρρος να πουν "δεν μπορούμε" ή "δεν θέλουμε"».

Αυτή είναι και η ουσία του προβλήματος. Αν η ετήσια επιχορήγηση των 1.760.000 ευρώ είναι πράγματι υπέρογκο ποσόν για τα ελληνικά δεδομένα και δυσβάσταχτο, γιατί το ΥΠΠΟ σιωπά απαξιωτικά και δεν αναλαμβάνει τουλάχιστον ανοιχτά την ευθύνη της «αναπροσαρμοσμένης» πολιτικής που εφαρμόζει; Και τι θα γίνει με όσα είχε υποσχεθεί τα προηγούμενα χρόνια στους πολιτιστικούς φορείς που όλοι έκαναν έναν προγραμματισμό και βρίσκονται τώρα καταχρεωμένοι;


Γιατί δεν παίξαμε Χατζιδάκι

Μέλος του Δ.Σ. της Ορχήστρας ο Μένης Κουμανταρέας, στο περιθώριο της συνέντευξης Τύπου, έλυσε το αίνιγμα της ξαφνικής αλλαγής ρεπερτορίου στην προχθεσινή συναυλία της ΚΟΕΜ: στο Ηρώδειο ακούστηκαν μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του Ξαρχάκου, αν και αρχικώς στο πρόγραμμα του φεστιβάλ είχε ανακοινωθεί αφιέρωμα στον Χατζιδάκι. «Οι κληρονόμοι όμως», είπε ο κ. Κουμανταρέας, «δεν μας καταδέχτηκαν. Και ζήτησαν και πολλά λεφτά».

[Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 15/07/2008]
Αιχμές του Σταύρου Ξαρχάκου με αφορμή τα τεράστια οικονομικά προβλήματα της ορχήστρας του

Φωτογραφία
Ο Σταύρος Ξαρχάκος σε στιγμιότυπο από τη συναυλία που έδωσε η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής στο Ηρώδειο την περασμένη Κυριακή
«Δεν υπάρχει πολιτική για τον πολιτισμό» δήλωσε χθες το πρωί ο Σταύρος Ξαρχάκος σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στη Θεμιστοκλέους 104 αναφορικά με τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει από το υπουργείο Πολιτισμού η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ), την καλλιτεχνική διεύθυνση της οποίας έχει ο ίδιος. «Ο εκάστοτε υπουργός Πολιτισμού θεωρεί ότι η πολιτική για τον πολιτισμό εξαντλείται στην ικανοποίηση προσωπικών αιτημάτων, στο μοίρασμα του δημοσίου κορβανά σε διαφόρους, απίθανους συχνά τύπους, που δεν έχουν καμία σχέση με τον πολιτισμό» συνέχισε, αναφερόμενος κυρίως στο ποσό χρηματοδότησης που δεν έχει ακόμη καταβληθεί από το ΥΠΠΟ στην ΚΟΕΜ. Ποσό που υπερβαίνει τα 3 εκατ. ευρώ και αφορά τα έτη 2005, 2006 και 2007 (η ΚΟΕΜ έχει κλείσει 13 χρόνια παρουσίας στην ελληνική σκηνή). Για το ίδιο θέμα την περασμένη Τρίτη είχε υποβάλει ερώτηση προς τον υπουργό Πολιτισμού η βουλευτής του ΠαΣοΚ Μαρία Δαμανάκη.
Πλαισιωμένος από τον πρόεδρο της ΚΟΕΜ Γ.Παπαδάκη, τα μέλη του ΔΣ Μένη Κουμανταρέα και Ανταίο Χρυσοστομίδη και τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, ο κ. Ξαρχάκος επισήμανε ότι η Ελλάδα θυμίζει σατραπεία από απόψεως πολιτικού πολιτισμού, μίλησε για ισχυρή πελατειακή βούληση αντί πολιτικής πολιτισμού και ζήτησε από το κοινό να προσέξει ποιοι επιλέγονται για τη θέση του υπουργού Πολιτισμού. «Πόσοι άραγε από αυτούς, πλην εξαιρέσεων, έχουν να επιδείξουν στο βιογραφικό τους μια ελάχιστη έστω δραστηριότητα στον τομέα αυτόν; Μαύρη απελπισία» συνέχισε ο κ. Ξαρχάκος αναφέροντας τα ονόματα των κκ. Γιώργου Βουλγαράκη και Πέτρου Τατούλη, της κυρίας Φάνης Πάλλη-Πετραλιά και του κ. Μιχάλη Λιάπη, χαρακτηρίζοντας μάλιστα «μουσολινικής μεγαλοπρέπειας» το βλέμμα και το χαμόγελο του τελευταίου στην άνευ αποτελέσματος συνάντηση που είχε μαζί του.
Αργότερα ο κ. Ξαρχάκος συνέκρινε τις καταστάσεις που ζει ως καλλιτεχνικός διευθυντής της ΚΟΕΜ με την εμπειρία του ως προέδρου του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, χαρακτηρίζοντας τραγική και εξευτελιστική για τα μέλη του συμβουλίου τη συμπεριφορά του ΥΠΠΟ και του Μαξίμου. «Όταν ανέλαβε ο Πρωθυπουργός τη διακυβέρνηση της χώρας, δήλωσε με έμφαση ότι ο Πολιτισμός μαζί με την Παιδεία θα αποτελέσουν προνομιακό χώρο επένδυσης» είπε. «Κάλεσε κάποιους ανθρώπους στην αρχή, αλλά ως εκεί!.. Δεν ζούμε, νομίζω, ούτε σε μια περσική σατραπεία ούτε στη Ζιμπάμπουε» κατέληξε. Στη συνέντευξη Τύπου παρίσταντο επίσης η Μαρία Φαραντούρη, η Αγνή Μπάλτσα, ο Μανόλης Μητσιάς, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και η κυρία Δαμανάκη. [TO BHMA, 15/07/2008]
[Ελεύθερος Τύπος, Δευτέρα, 14.07.08] Την αναστολή της λειτουργίας της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής μετά τις 28 Ιουλίου ανακοίνωσε ο καλλιτεχνικός της διευθυντής Σταύρος Ξαρχάκος, εάν το Υπουργείο Πολιτισμού δεν καταβάλει άμεσα τις οφειλόμενες επιχορηγήσεις. Ο συνθέτης έκανε λόγο για «κίνδυνο διάλυσης» της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής λόγω των ανεξόφλητων χρεών σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησε τη Δευτέρα.
Όπως τόνισε ο συνθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής της ΚΟΕΜ, η ορχήστρα βαρύνεται με χρέη 2,5 ευρώ προς το ΙΚΑ, την εφορεία και αλλού «εξαιτίας της καθυστέρησης χρηματοδότησής της, τα τελευταία τρία χρόνια, με το ποσό των τριών εκατομ. ευρώ, όπως ορίζει η προγραμματική της σύμβαση με το ΥΠΠΟ». Ο κ. Ξαρχάκος, μάλιστα, ανέφερε πως, σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό, ο υπουργός Οικονομικών αποδέχθηκε να συμβάλει στην επίλυση του προβλήματος «υπογράφοντας στις 29/10/2007, ένταλμα 2 εκατ. ευρώ, το οποίο και απέστειλε στο ΥΠΠΟ, προκειμένου να καταβληθεί στην Ορχήστρα». Παρά ταύτα, το πρόβλημα δεν λύθηκε.
«Διαβάσαμε τελευταία, είπε ο Σταύρος Ξαρχάκος «ότι με διακομματική συμφωνία τα χρήματα που προορίζονταν για επενδύσεις στον πολιτισμό κατανέμονται, ως επιδόματα στους υπαλλήλους του υπουργείου. Το εκπληκτικό, εντούτοις, είναι ότι όλοι οι υπουργοί πολιτισμού έσπευσαν να επιβεβαιώσουν το γεγονός με παρρησία και όχι να το αντιμετωπίσουν ως σκάνδαλο. Η απουσία πολιτικής για τον πολιτισμό, σημαίνει μη παραγωγή πολιτισμού. Όμως, η αδράνεια στον πολιτισμό δημιουργεί πολιτιστική ασφυξία στη χώρα και συγχρόνως στρεβλώσεις με αποτέλεσμα το ζήτημα του πολιτισμού να μεταβάλλεται σε προσωπική υπόθεση των ιδιωτών και των επιλογών τους. [City 99,5, ΑΠΕ-ΜΠΕ]
ΞΑΡΧΑΚΟΣ ΚΑΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

«Η πολιτική βούληση έγινε πια πελατειακή»

«Δεν υπάρχει πια πολιτική Πολιτισμού» καταγγέλλει ο Σταύρος Ξαρχάκος, κατακεραυνώνοντας και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. «Δεν υπάρχει πια πολιτική βούληση, αλλά μόνον πελατειακή» καταγγέλλει ο Σταύρος Ξαρχάκος, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής που αφέθηκε στη μοίρα της από το υπουργείο Πολιτισμού. «Βρισκόμαστε μπροστά σε πολιτικές πρακτικές που διακρίνονται για την υψηλή τους περιφρόνηση προς την κοινωνία και τους συντελεστές εκείνους που δεν προσφέρονται για πολιτική συναλλαγή ή δεν προσπορίζουν πολιτικό όφελος» καταγγέλλει ανοιχτά την κυβέρνηση και το υπουργείο Πολιτισμού ο πρώην ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Σταύρος Ξαρχάκος. Με αφορμή το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής, την οποία διευθύνει, λόγω «ασυνέπειας του ΥΠΠΟ να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις», ο συνθέτης υπενθυμίζει ποιοι επιλέγονται για τη θέση του υπουργού Πολιτισμού: «Πόσοι άραγε απ’ αυτούς», έλεγε χθες, «έχουν να επιδείξουν στο βιογραφικό τους μια ελάχιστη δραστηριότητα στον τομέα αυτό, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων; Ο Πρωθυπουργός ωστόσο όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση δήλωσε με έμφαση ότι ο Πολιτισμός θα αποτελέσει τον προνομιακό χώρο επένδυσης της κυβέρνησής του, μαζί με την Παιδεία. Γι’ αυτό κι ανέλαβε ο ίδιος το υπουργείο. Κάλεσε κάποιους ανθρώπους του Πολιτισμού στην αρχή. Αλλά ώς εκεί!! Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι δεν υπάρχει πολιτική Πολιτισμού γιατί δεν υπάρχει πολιτική βούληση. Αντ’ αυτής, υπάρχει πελατειακή βούληση». Ο Σταύρος Ξαρχάκος, που επισήμανε τον κίνδυνο πλήρους κατάργησης της ΚΟΕΜ (που ιδρύθηκε το 1994)- τώρα εκτελεί τις ελάχιστες ανειλημμένες υποχρεώσεις απασχολώντας μουσικούς με δίμηνες συμβάσεις διευκρίνισε ότι από την τριετή προγραμματική σύμβαση του ΥΠΠΟ (12/7/ 2005) έπρεπε η Ορχήστρα να χρηματοδοτείται με 1.760.000 ευρώ ετησίως. Όμως το υπουργείο οφείλει ακόμα 3.375.002 ευρώ, ενώ οι προσπάθειες των υπευθύνων να συναντηθούν με τον υπουργό πέφτουν διαρκώς στο κενό. Στο μεταξύ, απλήρωτοι παραμένουν από τις 15 Ιουνίου οι περίπου 150 εργαζόμενοι του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ), καθώς φαίνεται ότι «πληρώνουν» τα παρεπόμενα από το σκάνδαλο Ζαχόπουλου και τις πληρωμές των συμβασιούχων του ΥΠΠΟ που γίνονταν μέσω των ειδικών κονδυλίων του ΟΠΑΠ. Οι εργαζόμενοι δηλώνουν διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, που πρακτικά σημαίνει ότι θα «νεκρώσουν» όλα τα πωλητήρια των μεγαλύτερων μουσείων της χώρας εν μέσω τουριστικής σεζόν. Παράλληλα, ερωτηματικά προκαλεί η προ ημερών εμπρηστική ενέργεια στα γραφεία του ΟΠΕΠ, καθώς ο Οργανισμός βρέθηκε στη δημοσιότητα ύστερα από ερωτήσεις βουλευτών του ΠΑΣΟΚ που συνδέουν συμβάσεις του (από τον πρώην πρόεδρό του Μιχάλη Σιώψη, κουμπάρο του πρώην υπουργού Πολιτισμού Γιώργου Βουλγαράκη) με τη Siemens.


Το κράτος διαλύει την ΚΟΕΜ
Σε αδιέξοδο βρίσκεται η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ) εξαιτίας της κυβερνητικής αδιαφορίας και της αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων του ΥΠΠΟ απέναντί της. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του καλλιτεχνικού της διευθυντή, Σταύρου Ξαρχάκου, και του ΔΣ, τα τελευταία δυόμισι χρόνια, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ αρνείται να δώσει την επιχορήγηση που θέσπισε για τη λειτουργία της, με αποτέλεσμα να μένουν ακάλυπτες οι οικονομικές της υποχρεώσεις και να γίνεται πλέον αδύνατη η συνέχιση της λειτουργίας της. Το ποσό, που βάσει της προγραμματικής σύμβασης έπρεπε αλλά δεν έδωσε το ΥΠΠΟ, υπερβαίνει τα 3 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα το προσωπικό της να είναι απλήρωτο από τον περασμένο Οκτώβρη και να συσσωρεύονται τα χρέη της. Τα 2 εκατ. ευρώ που το υπουργείο Οικονομικών ενέκρινε ως έκτακτη επιχορήγηση προς την Ορχήστρα «διευκόλυνε άλλους στόχους» του ΥΠΠΟ, που συνεχίζει να κωφεύει. Οσο για την απεγνωσμένη προσπάθεια του Στ. Ξαρχάκου να στείλει επιστολή στον πρωθυπουργό προκειμένου να τον ευαισθητοποιήσει, το γραφείο του πρωθυπουργού του απάντησε ότι «η επιστολή διαβιβάστηκε στον αρμόδιο υπουργό»...
Για το δραματικό πρόβλημα της ΚΟΕΜ, εξαιτίας της ασυνέπειας του ΥΠΠΟ και της κυβερνητικής αδιαφορίας, μίλησαν σε χτεσινή συνέντευξη Τύπου ο Στ. Ξαρχάκος και μέλη του ΔΣ, παρουσία καλλιτεχνών - συνοδοιπόρων της ορχήστρας. «Είναι καθαρά πολιτικό πρόβλημα» είπε ο Στ. Ξαρχάκος, τονίζοντας ότι «τόσο σε επίπεδο υπουργείου όσο και σε επίπεδο κυβέρνησης (άρα πρωθυπουργού) δεν υπάρχει πολιτική για τον πολιτισμό». Αυτή η απουσία για τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ΚΟΕΜ «σημαίνει μη παραγωγή πολιτισμού», πράγμα που «δημιουργεί πολιτιστική ασφυξία στη χώρα και στρεβλώσεις με αποτέλεσμα το ζήτημα του πολιτισμού να μεταβάλλεται σε προσωπική υπόθεση των ιδιωτών και των επιλογών τους».
Ο συνθέτης μίλησε για «κυβερνήσεις που μεταβάλλονται σε πελατειακά ενεργούμενα τρίτων, ιδιωτών, οι οποίοι υφαίνουν σχέσεις διαπλοκής με την πολιτική, ανταλλάσσουν ευνοϊκές χορηγίες με αντιπαροχές που καλείται να καταβάλει ο δημόσιος προϋπολογισμός» κι έτσι «το κράτος γίνεται ευεργέτης ιδιωτικών επιλογών και πολιτικών». Είπε ότι το «κλίμα που εκπέμπει το ΥΠΠΟ προσομοιάζει μάλλον με καταγώγιο παρά με ναό πολιτισμού», ότι υπάρχει «άκρατη εθελοδουλία προς τους πάσης φύσεως "χορηγούς" της πολιτικής», ότι «η χώρα από την άποψη πολιτικού πολιτισμού θυμίζει σατραπεία» και πως «είμαστε αντιμέτωποι με ένα κράτος που έχει εκτραπεί του προορισμού του, που κατέχει αντί να υπηρετεί την κοινωνία». [Ριζοσπάστης, 15/07/2008]
Αλλη μια ορχήστρα στον αέρα
Ο Σταύρος Ξαρχάκος, σε βαρύ κλίμα, κατέθεσε την αγωνία του, δίνοντας πολιτική διάσταση στο μέλλον της ΚΟΕΜ

Το βράδυ της Κυριακής ήταν λυρικό και αποθεωτικό για την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ), που από την ίδρυσή της, το 1994, διευθύνει ο Σταύρος Ξαρχάκος. Το μεσημέρι της Δευτέρας, το κλίμα ήταν βαρύ, οργισμένο και σφόδρα κριτικό προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και την πολιτιστική πολιτική γενικότερα.

Ο συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος, σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις Τύπου που παραχωρεί, αποφάσισε μαζί με τα μέλη του Δ.Σ. της ΚΟΕΜ να τοποθετηθεί πολιτικά, «μιας και το πρόβλημα είναι καθαρά πολιτικό». Για άλλη μια φορά, ακόμα μία ορχήστρα αναγκάζεται να δημοσιοποιήσει τις δυσκολίες της να συνεχίσει τον προγραμματισμό της, για τον απλούστατο λόγο ότι το ΥΠΠΟ δεν καταβάλλει τα υπεσχημένα από τη σύμβαση. Κι ας υπάρχει απόφαση του υπουργού Οικονομικών από τις 29/10/07 για την επιχορήγηση της ΚΟΕΜ με 2 εκατ. ευρώ (περίπου όσα υπολείπονταν από τις ετήσιες επιχορηγήσεις της από το 2005). Το υπουργείο Πολιτισμού έκλεισε άλλες τρύπες με το κονδύλι. Και το προσωπικό της ορχήστρας έχει να πληρωθεί από τον περασμένο Οκτώβριο.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος, έχοντας δίπλα του τα μέλη του Δ.Σ. της ΚΟΕΜ, Γ. Παπαδάκη, Μένη Κουμανταρέα και Ανταίο Χρυστοστομίδη, ήταν σαφής, σκληρός και ακραία πολιτικός. Η αλήθεια είναι ότι μας εξέπληξε όλους, γιατί στο κείμενο που μας διάβασε σκιαγράφησε την κατάσταση που όλοι βιώνουμε στο χώρο του πολιτισμού στη χώρα μας. Θεωρεί λοιπόν ότι το ζήτημα της ΚΟΕΜ είναι πολιτικό «για τρεις ουσιώδεις λόγους, που είναι εγγενείς του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ο ένας αφορά την πολιτική για τον πολιτισμό. Ο δεύτερος τον πολιτικό πολιτισμό –θέμα στο οποία ο πρωθυπουργός της χώρας αρέσκεται να αναφέρεται συχνά– και ο τρίτος στο ήθος της πολιτικής. (...) Ο εκάστοτε υπουργός Πολιτισμού θεωρεί ότι η πολιτική για τον πολιτισμό, εξαντλείται στην ικανοποίηση προσωπικών αιτημάτων, στο μοίρασμα του δημόσιου κορβανά σε διάφορους απίθανους συχνά τύπους που δεν έχουν καμιά σχέση με τον πολιτισμό, στην ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων που θα τους προσπορίσει προσωπικό, οικονομικό ή πολιτικό όφελος, κ.λπ. (...) Η απουσία πολιτικής για τον πολιτισμό σημαίνει μη παραγωγή πολιτισμού».

Η ετήσια επιχορήγησή της τα τελευταία χρόνια ανέρχεται στο ποσόν του 1 εκατ. 760 χιλ. ευρώ. Από το 2005 εκκρεμεί υπόλοιπο επιχορήγησης 3.000.042 ευρώ. Οσο για τα έσοδά της, το ίδιο διάστημα, είναι 1.148.135 ευρώ. Τα υπόλοιπα η ΚΟΕΜ τα έχει δανειστεί ή τα χρωστάει, με αποτέλεσμα τα μέλη του Δ.Σ. να κινδυνεύουν με αγωγές και με φυλάκιση. Αν το ΥΠΠΟ τα θεωρεί υπερβολικά ή έχει άλλες προτεραιότητες, ας κάνει άλλη σύμβαση. Πείθοντας όμως για τις επιλογές και τις προτεραιότητες. [Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 15/07/2008]

Wednesday, July 9, 2008

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΞΑΡΧΑΚΟΥ ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ



Υπάρχουν μερικές εκδηλώσεις που δεν χρειάζονται καν επεξηγήσεις. Μόνον... τίτλους. Θα μπορούσε π.χ. κάποιος απλώς να αναφέρει ότι την Κυριακή, στο Ηρώδειο θα ακουστεί η «Απονη Ζωή», η «Καισαριανή», το «Πώς να σωπάσω μέσα μου», το «Ητανε μια φορά», «Το Δίχτυ», «Το πρακτορείο», το «Να με θυμάσαι» κι αυτό να αρκεί.
Τα μεγάλα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου έχουν κερδίσει -κι όχι βέβαια τυχαία- το προνόμιο να ταξιδεύουν στις γενιές. Ενας λόγος παραπάνω να σπεύσει κανείς, αν πρόκειται να τα ακούσει ζωντανά με ερμηνευτές τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μανώλη Μητσιά. Μαζί τους σ' αυτή την, ενταγμένη στο Φεστιβάλ Αθηνών, συναυλία με τίτλο «Τα τραγούδια της περασμένης μέρας», θα είναι η Μαρία Σουλτάτου και η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής.

«Ηταν και για μένα μια γλυκιά έκπληξη να πω τραγούδια που έχουν ευτυχήσει με άλλους ερμηνευτές, όπως τον Ξυλούρη και τη Μελίνα, τη Μούσχουρη και τη Γαλάνη», εξομολογείται η Φαραντούρη. Παρά τη μακρά θητεία της στους μεγάλους συνθέτες και τη μελοποιημένη ποίηση, καλείται για πρώτη φορά να ερμηνεύσει Ξαρχάκο. Εχει συνεργαστεί βέβαια μαζί του το 2005, όταν μαζί με τον Μητσιά και την ΚΟΕΜ περιόδευσαν στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας την «Ερημιά» του Θεοδωράκη σε ενορχηστρώσεις του Ξαρχάκου.
Αλλά εδώ είναι άλλο. Είναι μια ευκαιρία να «διαπιστώσω ξανά πόσο σημαντική είναι η μελωδική του γραμμή και πόσο διαχρονικής αξίας είναι οι δημιουργίες του. Κι ένας επιπλέον λόγος να συγκινούμαι είναι γιατί αυτά μιλούν και σε νέες γενιές - που έχουν άλλα ακούσματα και άλλα σύμβολα. Είμαι βέβαιη ότι και τώρα ο κόσμος θα τιμήσει ξανά αυτόν τον μεγάλο συνθέτη και τα τραγούδια του που έχουν χρόνια να ακουστούν», λέει η ίδια.
Η γνωριμία της με τον Ξαρχάκο δεν είναι φυσικά όψιμη. «Τον θυμάμαι στο στούντιο της "Κολούμπια", που ερχόταν πολύ συχνά με τον Μίκη ή τον Μάνο. Τον θυμάμαι επίσης όταν πρωτοεμφανίστηκε: ήταν σε μια συναυλία στο θέατρο "Κεντρικόν", όταν στο πρώτο μέρος παίχτηκαν τραγούδια του Μίκη και στο δεύτερο δικά του. Τα δύο μέρη ήταν ιδέα του Τάκη Λαμπρόπουλου και του Μίκη. Εγώ συμμετείχα λέγοντας 2-3 τραγούδια του Μίκη - με είχε μόλις καλέσει να συνεργαστούμε. Κοινός ερμηνευτής και στα δύο μέρη του προγράμματος ήταν ο Μπιθικώτσης. Και ήδη από τότε ο Σταύρος Ξαρχάκος έγινε ο τρίτος πόλος στο ελληνικό τραγούδι: ήταν ο Μάνος, ο Μίκης κι ο Σταύρος. Εκτοτε δεν είχαμε καμία μουσική συνάντηση παρ' ότι τον θαύμαζα. Ουσιαστικά η ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα μου δόθηκε όταν συνεργαστήκαμε για την "Ερημιά". Τότε μπόρεσα να δω πόσο πραγματικά αφοσιωμένος είναι στη μουσική κι ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει πάψει να γεμίζει συρτάρια με καινούρια τραγούδια, τα οποία για κάποιο λόγο δεν θέλει να τα βγάλει. Ελπίζω να αλλάξει γνώμη...».
Την είδηση επιβεβαιώνει και ο Μανώλης Μητσιάς. «Ο Σταύρος λείπει σήμερα από το ελληνικό τραγούδι κι από το καινούργιο ρεπερτόριο. Εχει καινούργια πράγματα αλλά δεν τα βγάζει. Κι είναι κρίμα γιατί έχει κατά καιρούς γράψει κορυφαία τραγούδια και μερικά από τα ωραιότερα λαϊκά. Είναι σημείο αναφοράς...».
Ο ίδιος τον ανακάλυψε, ακούγοντας τυχαία στο ραδιόφωνο την «Απονη Ζωή». «Εμεινα. Είπα "αμάν τι τραγούδι είναι τούτο"». Τον γνώρισε από κοντά όταν πια κατέβηκε στην Αθήνα το 1968. Και πέρασε από οντισιόν. «Το 'χω ξαναπεί: προτού αποφασίσω να ασχοληθώ επαγγελματικά με το τραγούδι, θέλησα να με ακούσουν μερικοί μεγάλοι συνθέτες και να μου πουν αν αξίζει να επιμείνω. Ο Μάνος έλειπε τότε στην Αμερική. Συνάντησα όμως τον Μίκη στο Βραχάτι και μ' άκουσε. Οπως κι ο Σταύρος. Μετά όμως πήγα φαντάρος, γνώρισα τον Μούτση και χαθήκαμε με τον Ξαρχάκο. Τα επόμενα χρόνια συμμετείχα βέβαια σε πάνω από 200 συναυλίες του. Και ξαναβρεθήκαμε με την "Ερημιά"...».
Τι περίεργο! Και ο Μητσιάς όπως κι η Φαραντούρη ομολογεί ότι έχει μεγάλο τρακ γι' αυτή τη συναυλία. «Ο Ξαρχάκος είναι από τους συνθέτες με τους οποίους πάντα αισθάνομαι τρακ. Παραμένει ένας μεγάλος δάσκαλος που σε διδάσκει πού να κάνεις παύση, πώς να τονίσεις τις συλλαβές...».
Τα μεγάλα του τραγούδια, όπως αυτά π.χ. από το «Μεγάλο μας Τσίρκο» ή το «Ρεμπέτικο» που θα ακουστούν την Κυριακή, ακούγονται ακόμα στις παρέες και στα γλέντια. «Φαίνονται απλά, λαϊκά τραγούδια. Κι αυτή είναι η επιτυχία τους. Σπουδαίες δημιουργίες, που τραγουδήθηκαν και στην ταβέρνα». Είναι κι ο Ξαρχάκος ένας από τους λίγους που κατάφεραν αυτό: να κάνουν λαϊκή την ποίηση και καθημερινό το μεγάλο τραγούδι.

* Εισιτήρια προπωλούνται στα ταμεία του Φεστιβάλ Αθηνών και στοιχίζουν 80,60, 40, 30, 20 (άνω Διάζωμα) ευρώ. Και μειωμένο. *


Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/07/2008