Showing posts with label ΚΡΙΤΙΚΗ - Γιάννης Σβώλος. Show all posts
Showing posts with label ΚΡΙΤΙΚΗ - Γιάννης Σβώλος. Show all posts

Wednesday, December 30, 2009

«Πάνω στα φτερά της νύχτας». Η Λένια Ζαφειροπούλου τραγούδησε ρομαντικούς

  • ΔΥΟ ΒΡΑΔΙΕΣ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ (ΠΕΙΡΑΙΩΣ)

Κάθε φορά που αποφασίζει να δώσει προσωπικό ρεσιτάλ με τραγούδια (Lieder), η μεσόφωνος Λένια Ζαφειροπούλου προτείνει κάτι ξεχωριστό. Οι υψηλές επιδόσεις της στο βασικό ρεπερτόριο του Ρομαντισμού είχαν φανεί παλαιότερα όταν τραγούδησε «Χειμωνιάτικο ταξίδι» του Σούμπερτ (Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς, 8/3/2008).

Στην πρόσφατη εμφάνισή της στον ίδιο χώρο πρότεινε μια ιδιαίτερη ανθολογία τραγουδιών του Ρομαντισμού, με τίτλο «Πάνω στα φτερά της νύχτας» και αυτονόητη, σχετική θεματική. Οπως πέρυσι, ως μουσικό συνοδό και συνοδοιπόρο είχε τον Γερμανό πιανίστα και συνθέτη Μίχαελ Γκέες (30/11/2009).

Οι δυο τους διάλεξαν 12 τραγούδια των Σούμπερτ, Σούμαν, Μέντελσον, Μούσοργκσκι, Μάλερ, Μπραμς, Τσαϊκόφσκι και δύο του ίδιου του Γκέες, που αποδόθηκαν στις αυθεντικές γλώσσες: γερμανικά, ρωσικά και αγγλικά. Η συνοχή του ρεσιτάλ βασίστηκε στην έλξη μουσικών και ποιητικών διαθέσεων, συνειρμών αλλά και στο ξάφνιασμα των αντιθέσεων.

Η Ζαφειροπούλου τραγούδησε με φωνή που έχει αισθητά μεστώσει αποκτώντας θερμότερους σκούρους τόνους δίχως να χάνει τη λάμψη της, με ασφαλή τεχνική και αψεγάδιαστη ορθοτονία, κυρίως όμως με εκφραστικότητα που έπειθε ότι αυτή κατανοεί και αισθάνεται σε βάθος ό,τι αποδίδει.

Δουλεμένη εξαντλητικά, η ερμηνεία κάθε κομματιού πρόβαλλε αβίαστα και με ξεκάθαρο, ιδιαίτερο στίγμα. Ο άγριος, ζοφερός «Βασιλιάς των ξωτικών» του Σούμπερτ, όπου η Ζαφειροπούλου απέδωσε με ισορροπημένη θεατρικότητα τις τρεις διαφορετικές φωνές μεταλλάσσοντας τη χροιά της φωνής της, το θανατερό «Νανούρισμα» του Μούσοργκσκι, η ορμητικού πάθους «Ηδονή της θυελλώδους νύχτας», το θανάσιμης μελαγχολίας «Εκεί που ηχούν οι ωραίες τρομπέτες» του Μάλερ, όλα λειτούργησαν ως περαστικά ανοίγματα σε διαφορετικούς ψυχικούς και ποιητικούς κόσμους. Ωστόσο, ειδικά στον Μάλερ, οι προσεγγίσεις διέθεταν στο έπακρο το ειδικό εκείνο κράμα πυρέσσοντος πάθους, νοσταλγίας και εσχατολογικής μελαγχολίας που χαρακτηρίζει τον Ρομαντισμό του 1900· μελλοντικά περιμένουμε από την τραγουδίστρια περισσότερα στο πεδίο αυτό!

Ανάμεσα στα τραγούδια Γκέες και Ζαφειροπούλου παρενέβαλαν τέσσερις αυτοσχεδιασμούς επάνω σε θεατρικά κείμενα του Σαίξπηρ («Ονειρο θερινής νύχτας», «Ρωμαίος και Ιουλιέττα») και ποίηση των Κιτς και Εσε.

Αυτές οι απερίφραστες εκτροπές από την αυστηρή φόρμα του κανονικού τραγουδιού ήχησαν κάπως περίεργα -πάντως όχι άστοχα- στο πλαίσιο του ρεσιτάλ.

Ισορροπώντας αβέβαια ανάμεσα σε τραγούδι και στο είδος του «μελοδράματος» που συνταιριάζει απαγγελία και μουσική, χάρισαν στο ακρόαμα ανησυχητικά, «νυχτερινά» ανοίγματα φωτίζοντας αποσπασματικά ενδιάμεσους χώρους και τόνους έκφρασης. *

Wednesday, November 5, 2008

Αναφλέγοντας τον Μπραμς


Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ

Στον κύκλο «Κορυφαίοι βιολιστές της εποχής μας» ανήκαν οι δύο συναυλίες με κοινό πρόγραμμα που έδωσε η Ορχήστρα Δωματίου Μάλερ υπό τον Ντάνιελ Χάρντινγκ στο Μέγαρο Μουσικής. Παρακολουθήσαμε την πρώτη από αυτές, που δυστυχώς προσέλκυσε αισθητά περιορισμένο κοινό (30/10/2008), γεγονός ασφαλώς όχι άσχετο από το ότι αμφότερες διέθεταν κοινό πρόγραμμα. Το ακρόαμα ήταν πολύ καλό και χαρακτηρίστηκε από υψηλό επαγγελματισμό και ανεβασμένα επίπεδα ενέργειας.

Ο Κρίστιαν Τέτσλαφ παίζει το «Κοντσέρτο για βιολί» του Μπραμς συνοδευόμενος από την Ορχήστρα Δωματίου Μάλερ υπό τον Ντάνιελ Χάρντινγκ
Η βραδιά ξεκίνησε με το «Memoriale ("...explosante-fixe..." Originel)» για φλάουτο και οκτώ μουσικούς (1985) του Πιερ Μπουλέζ. Ηταν ένα σύντομο, ατμοσφαιρικό κομμάτι στυφού λυρισμού με χαρακτήρα κοντσέρτου σε αναγνωρίσιμα μοντερνιστική γραφή της εποχής. Το απέδωσε έξοχα η φλαουτίστρια Κιάρα Τονέλι. Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για βιολί» του Μπραμς με σολίστα τον Κρίστιαν Τέτσλαφ, το ευανάγνωστο στίγμα του οποίου ήδη αποτυπώνεται σε αύξουσα δισκογραφία. Ο ακμαιότατος Γερμανός βιολιστής πρόσφερε μια ερμηνεία συναρπαστικά λαμπερή και ορμητική, με πλούσιο, χυμώδη ήχο και συναισθηματικά περιπαθείς λυρικές εξάρσεις, νευρώδη ανακλαστικά και μαχητικά ανταγωνιστική σχέση σολιστικού οργάνου - ορχήστρας. Τα χαρακτηριστικά αυτά θέρμαναν ασυνήθιστα αλλά ευπρόσδεκτα το φυλακισμένο σε κλασικές φόρμες ρομαντικό πάθος του Μπραμς. Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ.2» του ίδιου συνθέτη. Οπως στο προηγηθέν κοντσέρτο, έτσι και εδώ η διεύθυνση του Χάρντινγκ και η ανταπόκριση των μελών της ΟΔΜ συνέκλιναν σε μια σαγηνευτικά ορμητική ανάγνωση που σχεδόν βίασε νοηματικά τη μουσική. Λαμπερά, ορθοτονικώς ακριβή, άψογα εστιασμένα έγχορδα, απόλυτη εγρήγορση και περίσσεια νεανικής αδρεναλίνης σε αθλητική έξαρση όρισαν μια απρόσμενα φλογερή -τοπικά έως παραμορφωτικά άγρια- εκδοχή της «Ποιμενικής» συμφωνίας του Μπραμς. Εκτός προγράμματος δόθηκε το «Θλιμμένο βαλς» του Σιμπέλιους. *

ΥΓ. Στην είσοδο του Μεγάρου διετίθεντο ενημερωτικά φυλλάδια της ΟΔΜ. Στο 20σέλιδο έντυπο με τίτλο «Η ΟΔΜ σε περιοδεία 2008-09» οι ανά τον κόσμο φιλόμουσοι ενημερώνονταν για τη χώρα μας ως εξής: «Παρ' ότι οι ρίζες του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού βρίσκονται στην Ελλάδα, πρόκειται για μια χώρα όπου οι μουσικές του Μοντεβέρντι, του Μπουλέζ και όσων παρεμβάλλονται μεταξύ των δύο, σπανίως ακούγονταν. Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ήταν η πρώτη αίθουσα συναυλιών στην Ελλάδα που πρόβαλε την κλασική μουσική [...]» Αραγε πού στήριξαν τέτοια αποικιακής υπεροψίας υποτιμητική αποτίμηση της ελληνικής μουσικής ζωής οι υπεύθυνοι της ΟΔΜ; Επιπλέον, εφ' όσον περιοδεύουν ανά τον κόσμο, ασφαλώς γνωρίζουν ότι μέγαρο συναυλιών ειδικά κτισμένο για κλασική μουσική δεν διαθέτουν ακόμη σήμερα πολλές πρωτεύουσες, όπως το Παρίσι(!), ενώ άλλες, όπως η Ρώμη, απέκτησαν μετά τα εγκαίνια του αθηναϊκού Μεγάρου Μουσικής· συνεπώς τέτοια σχόλια ουδέν μαρτυρούν για το επίπεδο και την προϊστορία της μουσικής ζωής μιας χώρας. Από πού ξεκίνησαν ο Μητρόπουλος, ο Σκαλκώτας, η Κάλλας, η Μπάλτσα, ο Καβάκος; Η προσεκτική ενημέρωση (μια ματιά στο MDG ή στο Grove θ' αρκούσε) και κυρίως η σεμνότητα αποτελούν βασικά συστατικά καλής δημόσιας εικόνας.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 05/11/2008

Thursday, October 23, 2008

Μια ρεμπέτισσα και οι μουσικές του κόσμου


Μέρος πολύμηνης διεθνούς περιοδείας, η οποία περιλαμβάνει 37 πόλεις σε ΗΠΑ, Καναδά και Ευρώπη, ήταν το πέρασμα των «Κρόνος» από την Αθήνα τη Δευτέρα. Γνωστό και αγαπητό στους Ελληνες πιστούς του ευγενούς cross-over από επανειλημμένες εμφανίσεις του στην Αθήνα (Λυκαβηττός, Μέγαρο Μουσικής), το διάσημο κουαρτέτο έπαιξε στην κατάμεστη αίθουσα του ανακαινισμένου «Παλλάς» προσελκύοντας ποικίλο ακροατήριο. Στη σύνθεσή του ξεχώριζαν πολλοί αναμενόμενοι αλλά και λιγότερο αναμενόμενοι επώνυμοι.

Για άλλη μια φορά οι «Κρόνος» εμφανίστηκαν με καινούργιο τσελίστα, τον αισθητά νεότερό τους Τζέφρεϊ Ζάιγκλερ, καλλιτεχνικό συνοδοιπόρο από το 2005. Το πρόγραμμα υπήρξε συναρπαστικά πλούσιο σε εναλλαγές εντυπώσεων, με έμφαση στις διαπολιτισμικές συναντήσεις και την ανοιχτότητα της μουσικής αισθητικής (ενορχήστρωση, μορφή, χρήση ηλεκτρονικών ηχητικών μέσων κ.λπ.). Συνεχίζοντας 35χρονη παράδοση παραγγελιών, τα εννιά έργα που ακούστηκαν ήσαν γραμμένα ή διασκευασμένα ειδικά γι' αυτούς από ισάριθμους δημιουργούς και, πλην ενός, παρουσιάζονταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Στηριγμένες από συσσωρευμένη πείρα, δίχως ρωγμές κούρασης, οι ερμηνείες τους έδειξαν ότι οι «Κρόνος» ηγούνται με ακούραστη εγρήγορση και ευρηματικότητα στην εμπροσθοφυλακή μιας μουσικής πρωτοπορίας ιδιωτικού στίγματος που γνωρίζει να αφουγκράζεται τα μηνύματα του παρόντος. Το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού επικεντρώθηκε στην πρώτη παγκόσμια παρουσίαση της σύνθεσης «Point of no return», που παρήγγειλαν οι «Κρόνος» στον Γιώργο Κουμεντάκη. Εναυσμα της συνεργασίας υπήρξαν δυο ηχογραφήσεις της σπουδαίας ρεμπέτισσας Μαρίκας Παπαγκίκα (1890-1943) -«Μανάκι μου, μανάκι μου» και «Σμυρναίικο μινόρε»- που είχε ακούσει ο βιολιστής και ιδρυτής του κουαρτέτου, Ντέιβιντ Χάρινγκτον.

Η μουσική του Κουμεντάκη αναπτύχθηκε ως σύγχρονος μουσικός αναστοχασμός επάνω στα πρωτότυπα ακούσματα. Αναγνωρίσιμα μελωδικά σπαράγματα και οικεία ρυθμικά σχήματα καθόρισαν μια άσκηση παλίμψηστου λυρισμού, δοσμένη ως σοβαρό ηχητικό παιχνίδι, που βασιζόταν στην κυκλική εναλλαγή ανάμεσα σε μηχανιστικά/μινιμαλιστικά συνεχή και μονολόγους πύκνωσης της μελωδικής φραστικής. Στο «Σμυρναίικο μινόρε», συνοδευμένο από ελάχιστες νύξεις μαντολίνου και ακορντεόν, το δυτικά συγκερασμένο βιολί του Χάρινγκτον φιλοξένησε με λιτό συναίσθημα το μικρασιάτικο πάθος στο παρόν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΒΩΛΟΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 23/10/2008

Wednesday, October 8, 2008

Στήριξη στους νέους με ...συνοπτικές διαδικασίες


Ηχοι ζωντανοί

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 08/10/2008

Το τέλος της προηγούμενης καλλιτεχνικής περιόδου με την έναρξη της νέας γεφύρωσαν οι δύο πρώτες φθινοπωρινές συναυλίες της ΚΟΑ στο Μέγαρο Μουσικής. Κάθε μία περιλάμβανε τέσσερα κοντσέρτα, τα οποία παρουσίασαν ισάριθμοι νέοι Ελληνες σολίστες.

Η καλλιτεχνική διεύθυνση εκτιμά ότι έτσι βοηθά τους νέους μουσικούς στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας τους. Οπωσδήποτε, η προσφερόμενη ευκαιρία να παίξουν συνοδευόμενοι από ορχήστρα, ενώπιον κοινού, σε κανονική αίθουσα συναυλιών είναι ανεκτίμητη. Ομως η υπερβολική διάρκεια των προγραμμάτων και η αναγκαστικά αποκλειστική σύστασή τους από κοντσέρτα καθιστά τις συναυλίες αυτές κουραστικές. Επιπλέον τους προσδίδει διάσταση μουσικού διαγωνισμού, χαρακτηριστικό ανεπιθύμητο για τους συμμετέχοντες και ελάχιστα ελκυστικό για τους κανονικούς φιλόμουσους.

Οσο για το προφίλ του πολυπληθούς ακροατηρίου, αυτό προδόθηκε επανειλημμένα από το ενθουσιώδες χειροκρότημα, ενοχλητική σφήνα σε κάθε παύση -ακόμη και στη λιγότερο αναμενόμενη!- της μουσικής! Αν λοιπόν η ΚΟΑ προτίθεται ειλικρινώς να βοηθήσει νέους σολίστες, ας τους προβάλλει ανά ένα σε κανονικές, τακτικές συναυλίες.

Ιωάννα Γαϊτάνη
Στις 3/10 τέσσερις Αθηναίοι σολίστες, καθένας με τη δική του διαμορφωμένη προσωπικότητα, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Πρώτη η 22χρονη βιολίστρια Ιωάννα Γαϊτάνη πραγματικά εξέπληξε με μια θαυμάσια ερμηνεία της «Ραψωδίας αρ.1» του Μπάρτοκ. Ηχος ορθοτονικά ασφαλής, δοξαριές νευρώδεις, γεμάτες αυτοπεποίθηση, εύστοχη σύλληψη και καλαίσθητη απόδοση της διαμεσολαβητικής αναδιατύπωσης του φολκλορικού στοιχείου, προσεγμένες, εκφραστικά μεστές μεταπτώσεις από παραγράφους νευρώδους φραστικής σε υπέροχα λυρικές ανάπαυλες συγκράτησαν αδιάλειπτα το ενδιαφέρον στην ακρόαση.

Μαρίνα Κολοβού
Μέλος της Ορχήστρας Νέων της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την περίοδο 2008-09, η 24χρονη Μαρίνα Κολοβού πρότεινε το «Κοντσέρτο για τσέλο αρ.1» του Σεν-Σανς. Ταιριαστά ρευστό και ανάλαφρο για το αβαρές, δραματικά συμβατικό στίγμα του έργου, το παίξιμό της χαρακτηρίστηκε από ακρίβεια, νευρώδη αλλά ουδέποτε υπερβολικά αιχμηρή άρθρωση, καθαρότητα τόνου και σωστό τραγουδιστικό ειρμό.

Ελένη Ραπτάκη
Διαφορετική ήταν η απόδοση των πιανιστών που αναμετρήθηκαν με κορυφαία έργα του ρεπερτορίου. Η Ελένη Ραπτάκη πρότεινε το δημοφιλέστατο «Κοντσέρτο για πιάνο» του Γκριγκ. Πεμπτουσιακά ρομαντικό έργο, γραμμένο με εκφραστική αμεσότητα και σαφείς μελωδικές διατυπώσεις, το απατηλά «εύκολο», χιλιοπαιγμένο αριστούργημα απαιτεί πολλά από κάθε εκτελεστή που το προσεγγίζει. Μουσικός με αρκετές διακρίσεις και ενεργό διδακτική δραστηριότητα η Ραπτάκη διέθετε όλα τα τυπικά προσόντα για την αναμέτρηση: ήχο με μεγάλο εύρος δυναμικής, αίσθηση της μελωδικής γραμμής, άνεση, αυτοπεποίθηση και δεξιοτεχνία που προβλήθηκε ιδιαίτερα στο λαμπερό μέρος ελεύθερης δεξιοτεχνίας (cadenza) όσο και στο εκτός προγράμματος κομμάτι που έπαιξε στη συνέχεια. Ολα αυτά υπηρέτησαν μια εκτέλεση πρωτίστως ξεκάθαρη, τακτική, καλοστημένη. Ωστόσο απ' αρχής μέχρι τέλους απουσίασαν εκλεπτύνσεις, φωτοσκιάσεις, βάθος συναισθήματος, οργανικότητα δραματικής ροής, ατμόσφαιρα, ενώ διακρίναμε αρκετά ελάσσονα ολισθήματα.

Βασίλης Ρακιτζής
Ανάλογη -μείον τα λάθη, με καλύτερο δέσιμο προς την ορχήστρα και λιγότερο εξωστρεφής- ήταν η απόδοση του «Κοντσέρτου για πιάνο αρ.3» του Μπετόβεν από τον Βασίλη Ρακιτζή. Ο 25χρονος πιανίστας τίμησε συνειδητά τις στιλιστικές προδιαγραφές τού στενά κλασικού ρεπερτορίου παίζοντας με σαφήνεια, καθαρή άρθρωση, συμμαζεμένο φάσμα δυναμικής και συγκρατημένο συναίσθημα. Και πάλι έλειψαν το βάθος και η ευγένεια έκφρασης. Ο Κάρολος Τρικολίδης συνεισέφερε εκτελέσεις δραματικά ισορροπημένες, όμως τα επίπεδα δυναμικής που άφησε να αναπτυχθούν δεν ήταν πάντα τα ιδανικά -ειδικά στον Μπάρτοκ και τον Σεν-Σανς- για τους νέους σολίστες. *