Showing posts with label Τζαζ. Show all posts
Showing posts with label Τζαζ. Show all posts

Saturday, June 13, 2015

Σε ηλικία 85 ετών έφυγε από τη ζωή ο σαξοφωνίστας της τζαζ, Ορνέτ Κόουλμαν


Έφυγε από τη ζωή ο σαξοφωνίστας της τζαζ, Ορνέτ Κόουλμαν

Υπέστη καρδιακή προσβολή και άφησε την τελευταία του πνοή στο Μανχάταν, όπου ζούσε

Ο θρυλικός σαξοφωνίστας της τζαζ, Ορνέτ Κόουλμαν, έφυγε από τη ζωή, χτες, Πέμπτη 11 Ιουνίου, σε ηλικία 85 ετών. Υπέστη καρδιακή προσβολή και άφησε την τελευταία του πνοή στο Μανχάταν, όπου ζούσε. Ο Κόουλμαν, ο οποίος είχε τιμηθεί με το βραβείο Πούλιτζερ για τη Μουσική (2007) και με Grammy για τη συνολική προσφορά του, ήταν αυτοδίδακτος. «Δεν ήξερα ότι έπρεπε να μάθω να παίζω. Δεν ήξερα ότι η μουσική είχε κανόνες και τέτοια πράγματα. Νόμιζα ότι είναι απλά ένας ήχος. Ότι πρέπει να παίζεις, για να παίζεις. Πάντα το πίστευα», είχε πει ο Κόουλμαν σε συνέντευξη του στη Guardian.

Friday, May 8, 2015

Γιατί οι Κυκλάδες μπορούν να γίνουν τα «νησιά της τζαζ»

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06.05.2015

Οι Trilogia (Γιώργος Κοντραφούρης, Γιώτης Σαμαράς, Γιώργος Τρανταλίδης) μπροστά από το δημαρχείο της Ερμούπολης. 
Οι Trilogia (Γιώργος Κοντραφούρης, Γιώτης Σαμαράς, Γιώργος Τρανταλίδης) μπροστά από το δημαρχείο της Ερμούπολης.

Είναι όμορφο να βλέπει κανείς ανθρώπους να υπηρετούν με πάθος και ανιδιοτελή συνέπεια αυτά που αγαπούν. Να μην πτοούνται από τις αντιξοότητες και τις αρνητικές προβλέψεις ή το «περίεργο» των ιδεών τους. Ενας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο Θωμάς Αλβέρτης, ψυχή ενός ολόκληρου τζαζ εργοταξίου που ο ίδιος φιλοδοξεί να αναπτύξει στις Κυκλάδες. Η αρχή έγινε πριν από μερικά χρόνια με το Τήνος Jazz Festival, το οποίο και εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν από τους νησιωτικούς μουσικούς σταθμούς του καλοκαιριού.

Thursday, October 28, 2010

Κάουντ Μπέιζι: Η μακροβιότερη τζαζ ορχήστρα του κόσμου

  • Η σουίνγκ μπάντα του θρυλικού πιανίστα Κάουντ Μπέιζι, σχηματισμένη το 1936, έρχεται για συναυλίες στην Ελλάδα

ΣΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ | Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

O Κάουντ Μπέιζι μπορεί να μην έφθασε ποτέ τα δυσθεώρητα ύψη του Ντιουκ Ελινγκτον, η ορχήστρα του όμως υπήρξε η... ζωντανή επιτομή του σουίνγκ και επηρέασε δεκάδες «αδελφές» λευκές μπάντες, όπως εκείνες του Αρτι Σο ή του Μπένι Γκούντμαν. Γεννημένος πριν από τη γέννηση της τζαζ, ο πιανίστας Κάουντ Μπέιζι, έχοντας την ικανότητα να επιλέγει τους πλέον κατάλληλους μουσικούς, ώθησε την τζαζ και ιδίως το σουίνγκ - το οποίο υπηρέτησε όσο κανένας άλλος- σε νέες κατευθύνσεις.

Αν δεν είχε φύγει από τη ζωή εδώ, σήμερα ο Κάουντ Μπέιζι θα υπερηφανευόταν για τη δημιουργία της μακροβιότερης τζαζ μπάντας στην ιστορία αυτού του μουσικού είδους, καθώς η ορχήστρα του όχι μόνο δεν έπαψε να υπάρχει μετά τον θάνατό του το 1984, αλλά ανανέωσε το ενδιαφέρον του κοινού για το είδος, δίνοντας ατέλειωτες συναυλίες και εντάσσοντας κατά καιρούς στο δυναμικό της πολύ σπουδαία ονόματα.

Ευρισκόμενος στο 1927 στο Κάνσας Σίτι με αφορμή μια σειρά εμφανίσεων ως μέλος του συγκροτήματος Βlue Devils, ο Κάουντ Μπέιζι πολύ γρήγορα έγινε μέλος της... αντίπαλης μπάντας, εκείνης του Μπένι Μότεν. Ετσι, τη μαγιά για την πρώτη μορφή της Count Βasie Οrchestra (1936), η οποία αριθμούσε εννέα μέλη, απετέλεσαν εξαιρετικοί μουσικοί από το σχήμα του Μότεν, όπως ο τρομπετίστας Οραν Πέιτζ και ο μάστερ του άλτο σαξοφώνου Λέστερ Γιανγκ.

Η πρώτη ηχογράφηση της ορχήστρας πραγματοποιήθηκε το 1937. Υπεύθυνος για το συμβόλαιο με την εταιρεία Decca ήταν ο σπουδαίος μουσικοκριτικός και παραγωγός Τζον Χάμοντ. Αυτός της άνοιξε τον δρόμο για εμφανίσεις στη Νέα Υόρκη προσθέτοντας τέσσερα ακόμη μέλη στο σχήμα. Τα δημοσιεύματα της εποχής με αφορμή τις εμφανίσεις στο θρυλικό Roseland Βallroom έκαναν λόγο για μια σουίνγκ μπάντα«φωτιά», με το χάρισμα να ενώνει τα διαφορετικά ακούσματα της Ανατολικής και της Δυτικής Ακτής, αλλά και να αναδεικνύει τις διαφορές τους- ιδίως απέναντι στις πολύπλοκες ενορχηστρώσεις του Ντιουκ Ελινγκτον. Κομμάτια όπως τα «Οne Ο΄ Clock Jump», «Jumpin΄ Αt Τhe Woodside» και «Roseland Shuffle» χάρισαν, στα τέλη της δεκαετίας του 1930, τεράστια φήμη στην Count Βasie Οrchestra- όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η έναρξη του Β΄ Παγκoσμίου Πολέμου βρήκε την μπάντα με απώλειες, καθώς μουσικοί-«κλειδιά» όπως ο ντράμερ Τζο Τζόουνς και ο σαξοφωνίστας Λέστερ Γιανγκ έφυγαν, δίνοντας τη θέση τους σε ταλαντούχους μουσικούς, όπως ο Μπάντι Ριτς και ο Πολ Γκονσάλβες. Ο μουσικολόγος Γκάνθερ Σούλερ έχει ισχυριστεί ότι με την έξοδο του Τζόουνς η Count Βasie Οrchestra έχασε τον φίνο και χαλαρό ήχο που τη χαρακτήριζε, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι ο λουσάτος ήχος που απέκτησε ήταν απαραίτητος για να βαδίσει στη νέα εποχή.

Ο περιορισμός των ηχογραφήσεων από το 1942 ως το 1944 είχε αποτέλεσμα το σχήμα να αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες. Τελικώς ο Κάουντ Μπέιζι αναγκάστηκε να αναστείλει τις δραστηριότητές του από το 1950 ως το 1952. Η συνέχεια όμως υπήρξε ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αφού στην ανανεωμένη μπάντα, η οποία περιόδευε τακτικά σε ολόκληρη την Αμερική αλλά και στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία, συμμετείχαν πλέον και μεγάλα αστέρια του τραγουδιού, όπως ο Τζο Γουίλιαμς, ο Φρανκ Σινάτρα και η Ελα Φιτζέραλντ. Τα άλμπουμ-ορόσημα για τον ήχο του Μπέιζι και της ορχήστρας του όπως αυτός εξελίχθηκε στο πέρασμα του χρόνου είναι τα «Αpril Ιn Ρaris» και «Βasie plays Ηefti» καθώς και τα «Sinatra- Βasie: Αn Ηistoric Μusical First» και «Εlla and Βasie!» που ακολούθησαν. Ο θάνατός του το 1984 κλυδώνισε, όπως ήταν αναμενόμενο, τη δυναμική της μπάντας, σύντομα όμως αυτή κέρδισε εκ νέου τον σεβασμό των φίλων του Μπέιζι εμπλουτιζόμενη με μουσικούς όπως ο Κλάρενς Μπανκς , ο Τζον Γουίλιαμς αλλά και η εξαιρετική τραγουδίστρια Κάρμεν Μπράντφορντ.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ 
Η Count Βasie Οrchestra εμφανίζεται την Κυριακή 31 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και την Τρίτη 2 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης). 
Θεσσαλονίκη: Ωρα έναρξης 21.00. Τιμές εισιτηρίων 60, 50, 40, 30, 25 (φοιτητικό) ευρώ. Προπώληση στα εκδοτήρια του Μεγάρου Μουσικής, πληροφορίες τηλ. 2310 895.938, 2310 895.939. 

Αθήνα: Τιμές εισιτηρίων 80, 60, 50, 35, 25 (φοιτητικό) ευρώ. Προπώληση στα ταμεία του Μεγάρου και Ομήρου 8, Δευτέρα- Παρασκευή 10.00-16.00, τηλ. 210 7282.333, www.megaron.gr.

Thursday, October 14, 2010

Τζαζ - ροκ «διαδρομές»

Μέισιο Πάρκερ
WDR/Foto Ines Kaiser
Κλασικό Σικάγο μπλουζ από έναν σπουδαίο του είδους, τον Eddie C. Cambell (φωνή, κιθάρα) και τη συντροφιά του, στο «Half Note» (Τριβωνιανού 17, Μετς), από 15-21/10. Από τότε που ως νεαρός κιθαρίστας πρωτόπαιξε με το θρυλικό Muddy Waters, ο Cambell βρέθηκε πλάι σε μορφές που διαμόρφωσαν το σύγχρονο ηλεκτρικό μπλουζ, καλλιεργώντας το δικό του ξεχωριστό ύφος.
  • Ακης Τουρκογιώργης και «The Blue Airways», με κλασικό ροκ και μπλουζ, το Σάββατο (16/10, 10.30μ.μ.), στο «Ζυγό» (Κυδαθηναίων 22, Πλάκα, 210 3241.610). Οι Ακης Τουρκογιώργης (κιθάρα - φωνητικά), Μάκης Γιούλης (ντραμς), Σπύρος Μάζης (μπάσο), μαζί με τον Πάνο Κολοβό (κιθάρα - φωνητικά), παρουσιάζουν με δικό τους τρόπο κομμάτια που έχουν αγαπηθεί, αλλά δεν ακούγονται συχνά σε live, καθώς και δική τους δουλειά που σύντομα θα δισκογραφηθεί.
  • Ενας από τους σπουδαιότερους περφόρμερ στη σκηνή της funk, τζαζ, R& B και σόουλ, ο Μέισιο Πάρκερ, επιστρέφει στην Αθήνα, μετά από 16 χρόνια, για μια μοναδική συναυλία, στις 19 Οκτώβρη (9μ.μ.), στο «Παλλάς» (Βουκουρεστίου 5, 210-3213.100). Ο θρυλικός σαξοφωνίστας που καθιερώθηκε παίζοντας με τον James Brown, τον George Clinton και τον Bootsy Collins, αναδείχτηκε σε μεγάλη μορφή του groove, παίζοντας με τον James Brown και τους JB Horns. Κάθε εμφάνισή του εξελίσσεται σε ένα απόλυτο funk πάρτι. Αυτό υπόσχεται και για τη συναυλία του στην Αθήνα, με τη συνοδεία της πολυμελούς μπάντας του.
  • Τέσσερις μουσικοί της τζαζ, οι Sami Amiri (πιάνο), Αντώνης Πρίφτης (ηλ.κιθάρα), Περικλής Τριβόλης (μπάσο) και Γιάννης Σταυρόπουλος (ντραμς), συμπράττουν στις 18/10 (10.30 μ.μ.), στο «Black Duck» (Χρ. Λαδά 9α, 210 3234.760), σε δικές τους συνθέσεις, αλλά και άλλων δημιουργών του μοντέρνου τζαζ ιδιώματος.
  • Τζαζ «χρώμα» έχουν οι Τρίτες του Οκτώβρη στο «Αλάβαστρον» (Δαμάρεως 78, Παγκράτι), όπου συνεχίζει τις εμφανίσεις του (19 και 26/10) ο μουσικός και συνθέτης Αντώνης Απέργης. Παρουσιάζει παλιά κομμάτια από τη δισκογραφία του καθώς και καινούργια από το cd που ετοιμάζει με τη συμμετοχή της Μάρθας Μαυροειδή στα φωνητικά. Παίζουν: Αντώνης Απέργης (ηλεκτρική και άταστη κιθάρα), Μάρθα Μαυροειδή (λάφτα - φωνή), Γιώργος Βεντούρης (κιθάρα).

Thursday, September 23, 2010

Ήταν ο Fryderyk Chopin τζαζ;


22o FESTIVAL ETHNO - JAZZ
Η μεγάλη γιορτή της Τζαζ στο ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΘΕΣΣAΛΟΝΙΚΗΣ
Παρασκευή 15 Οκτωβρίου
Ρεσιτάλ πιάνου με έργα Σοπέν σε jazz μεταγραφή από τον πιανίστα
Artur Dutkiewicz
SOLO PIANO JAZZ MAZURKAS
«2010, Διεθνές Έτος Chopin»
Έκθεση και συναυλία αφιερωμένη στα 200 χρόνια από την γέννηση του συνθέτη

Ο μεγάλος Πολωνός και Ευρωπαίος συνθέτης Fryderyk Chopin, γεννήθηκε το 1810, σε ένα μικρό χωριό κοντά στην Βαρσοβία. Γιαυτό το λόγο, το έτος 2010 γιορτάζεται με μουσικές εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο ως Διεθνές Έτος Chopin. Στο πλαίσιο αυτών των εορτασμών η Πρεσβεία της Πολωνίας  παρουσιάζει στο Φεστιβάλ των Δημητρίων 2010  (22ο Εθνο-Τζαζ Φεστιβάλ), μια έκθεση αρχειακού χαρακτήρα για την ζωή και το έργο του Fryderyk Chopin και ένα ρεσιτάλ πιάνου τζαζ μουσικής από τον διάσημο Πολωνό καλλιτέχνη Artur Dutkiewicz.
  • Η έκθεση αποτελείται από 3 βασικές ενότητες:
Οικογένεια και φίλοι, Τόποι που συνδέθηκαν με την ζωή και το έργο του, Προσωπικά αντικείμενα και άλλα ντοκουμέντα. Μέσα από φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα, και κείμενα η έκθεση αυτή επιχειρεί να εξιστορήσει την ζωή και το έργο του Fryderyk Chopin και να εξοικειώσει τον θεατή με την ιδαίτερη προσωπικότητα του συνθέτη. Το φωτογραφικό υλικό προέρχεται από το αρχείο του Ινστιτούτου Chopin στην Βαρσοβία
  • ARTUR DUTKIEWICZ
  • SOLO PIANO JAZZ MAZURKAS
Το πρόγραμμα του Artur Dutkiewicz αποτελείται από Μαζούρκες  που έχει συνθέσει ο ίδιος επηρεασμένος από τον Frederyk Chopin και την παραδοσιακή μουσική της Πολωνίας. Στο ρεσιτάλ ο ακροατής μπορεί να ακούσει την επίδραση του Fryderyk Chopin μέσα από την μελωδία και το αίσθημα των συνθέσεων, αλλά ο ρυθμός και το στυλ αποδίδονται με ύφος jazz.

Οι Μαζούρκες παίζονται με τρόπο δυναμικό που προσεγγίζει μοναδικά την μουσική αυτού του είδους. Πρόκειται για ένα στυλ που δεν ακούγεται πολύ συχνά στην πολωνική μουσική. Ο αυτοσχεδιασμός που τόσο συχνά χρησιμοποιούσε ο Frydeyk Chopin αποτελεί σημαντικό κομμάτι της μουσικής του Artur Dutkiewicz. Ένα τμήμα του ρεσιτάλ περιλαμβάνει τις συνθέσεις του καλλιτέχνη από το σόλο άλμπουμ «Γαλάζιο Μονοπάτι»  (Blekitna Sciezka) όπου διακρίνονται καθαρά οι επιδράσεις της κλασσικής μουσικής στο έργο του.

Το έργο JAZZOWE MAZURKI βραβεύτηκε 2009 από το Υπουργείο Πολιτισμού της Πολωνίας. Πρόκειται για ένα έργο που συνδέει με μοναδικό τρόπο την πολωνική μουσική παράδοση με την σύγχρονη τζαζ μουσική.
 Η πρεμιέρα του JAZZOWE MAZURKI πραγματοποιήθηκε στο Βασιλικό Ανάκτορο στην Βαρσοβία στα πλαίσια των εορτασμών του Διεθνούς ¨Ετους Chopin 2010. Το έργο παρουσιάστηκε επίσης στην Ουάσινγκτον, στο Χονγκ Κονγκ, στο Πεκίνο στην Βιέννη στην Βουδαπέστη στην Μόσχα, στην Αγία Πετρούπολη, στην Γλακσόβη και αλλού.  
                            
Kατά την διάρκεια των ρεσιτάλ του, ο Artur Dutkiewicz αυτοσχεδιάζει με τρόπο μοναδικό και πρωτότυπο, χρησιμοποιώντας μια ποικιλία μουσικών τύπων, παίζοντας αναμέσα στο ρομαντικό και το rhythm & blues έως και το ethnic μουσικό στυλ. Τα ρεσιτάλ  του καλλιτέχνη συναντούν πάντα θερμή υποδοχή στις συναυλιακές αίθουσες της Πολωνίας και της Ευρώπης
  • ARTUR DUTKIEWICZ        
  • Βιογραφικό Σημείωμα
Διάσημος Πολωνός πιανίστας και συνθέτης τζάζ μουσικής. Έλαβε δίπλωμα εξαιτερικών επιδόσεων από την Μουσική Ακαδημία της πόλης Katowice (Πολωνία). Το 1987 ο Dutkiewicz ήταν φιναλίστ στον ιδιαίτερα σημαντικό διαγωνισμό Thelonious Monk στην Washington (USA)

Κατά την διάρκεια της μουσικής του καριέρας ο  Dutkiewicz είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με σπουδαίους μουσικούς, όπως: Tomasz Szukalski, Zbigniew Namyslowski, Darek Oles Oleszkiewicz, Urszula Dudziak, Grażyna Auguścik, Lora Szafran, Tadeusz Nalepa, Jorgos Skolias, Carlos Johnson, Deborah Brown, Michelle Hendrics, Alaine Brunet, Pierre Michelot, Hiram Bulock και πολλούς άλλους.

Συνθέτει και παίζει με το δικό του γκρουπ - ARTUR DUTKIEWICZ TRIO, ενώ πολύ συχνά δίνει σόλο ρεσιτάλ. Έχει εμφανιστεί στο MIDEM στις Cannes, στην Φιλαρμονική της Βαρσοβίας, στην Όπερα του Παρισιού,στο Barbican Centre του Λονδίνου, στην Φιλαρμονική της Πράγας, στην Εθνική Όπερα στην Δαμασκό, καθώς επίσης και στο Βερολίνο, στην Μόσχα, στην Ρώμη, στο Αμμάν, στην Κύπρο, στο Los Angeles και αλλού.
Έχει δώσει παραστάσεις σαν πιανίστας αλλά και σαν ηθοποιός στο μοναδικό στον κόσμο INSTRUMENTAL THEATER (Gdynia, Poland). Έχει παίξει επανηλλημενα για την Πολωνική τηλεόραση και το ραδιόφωνο.

Έχει πραγματοποιήσει ηχογραφήσεις με το γκρουπ του καθώς και με solo jazz πιανιστικά έργα. Ενδεικτικά αναφέρονται: Νiemen Improwizacje - Artur Dutkiewicz Trio, Błękitna ŚcieżkaArtur Dutkiewicz Solo Piano, Lady Walking - Artur Dutkiewicz Electric Concert.

Ο Artur Dutkiewicz εκτός από μουσικός είναι και καταξιωμένος δάσκαλος. Από το 1987 διδάσκει πιάνο σε Διεθνή Εργαστήρια Jazz στο Puławy και συμμετέχει σε επιτροπές Διεθνών Διαγωνισμών Πιάνου Jazz στο Kalisz. Το 2006 έδωσε ένα Master Class κατά την διάρκεια του Carthage Jazz Festival στην Τυνησία. Ήταν Πρόεδρος της επιτροπής του International Jazz Piano Competition στο Vilnius (Λιθουανία) το 2006 και το 2008.

Συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Chopin της Βαρσοβίας και  την Πρεσβεία της Πολωνικής Δημοκρατίας στην Αθήνα.
  • Φουαγιέ Μεγάρου
  • Ώρα έναρξης  21.00
  • Είσοδος  10 Ευρώ

Thursday, June 17, 2010

Δύο μουσικοί «συνομιλούν»

  • Οι Heinz Sauer και Michael Wollny στο Ινστιτούτο Γκαίτε
  • Ενα από τα πιο δημοφιλή ντουέτα της σύγχρονης γερμανικής τζαζ, το δίδυμο των Heinz Sauer και Michael Wollny, θα δώσει το στίγμα του την ερχόμενη εβδομάδα για μια μοναδική βραδιά (23/6) στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ινστιτούτου Γκαίτε.
Σαράντα έξι χρόνια χωρίζουν ηλικιακά τους δύο ιδιόρρυθμους καλλιτέχνες, μουσικά όμως δεν θα μπορούσαν να είναι πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Ο σαξοφωνίστας Heinz Sauer, μία από τις πιο μεγάλες, καθοριστικές φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής τζαζ στη Δυτική Γερμανία και ο νεαρός Michael Wollny, η μεγάλη ανακάλυψη της νέας γενιάς τζαζ στη Γερμανία το 2005. Γεννημένοι το 1932 και το 1978 αντιστοίχως.
Ο ένας μεγάλωσε με την τζαζ ως έκφραση ενός νέου ξεκινήματος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το δικτατορικό καθεστώς στη Γερμανία. Ο άλλος είναι γόνος της εποχής του στυλιστικού πλουραλισμού, όπου τα πάντα επιτρέπονται στη μουσική και όπου τα μουσικά σύμβολα ιριδίζουν ποικιλόμορφα. Ομως, όταν παίζουν μαζί, νιώθουμε αμέσως τους ισχυρούς συγγενικούς δεσμούς του πνεύματος και του ταμπεραμέντου τους. Δύο καλλιτέχνες σε μια σύμπραξη που καθορίζεται από ευαισθησία κι από ένα αυτί πάντα ανοιχτό για τον άλλον έτσι που οι ατομικές διαστάσεις να υπογραμμίζονται και να προβάλλονται με μεγαλύτερη καθαρότητα και ένταση. Αυτό που συμβαίνει μεταξύ τους μοιάζει περισσότερο μ’ αυτό που συμβαίνει μεταξύ δύο συνομιλητών με σπινθηροβόλο πνεύμα: οι διάλογοί τους δεν είναι ποτέ ανιαροί, σε καμιά περίπτωση για τους ίδιους κι ακόμη λιγότερο για τους ακροατές.
Κάτι ακόμη... Μετά τη συναυλία των Heinz Sauer και Michael Wollny θα ακολουθήσει open air πάρτι με απευθείας μετάδοση του ποδοσφαιρικού αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου Γκάνας - Γερμανίας.
  • Εναρξη 8.30 μ. μ., Ομήρου 14 - 16.

Wednesday, April 14, 2010

«Εβαλα την τζαζ στην παράδοση της Κούβας»

  • «ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΑΒΑΝΑ», ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΛΑΤΙΝ ΤΖΑΖ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ

«Οπως ξέρετε, η τζαζ είναι αυτοσχεδιασμός. Θα παίξουμε ο καθένας ξεχωριστά και μετά μαζί με τον Γκονσάλο Ρουμπαλκάμπα, αυτοσχεδιάζοντας. Εκείνη τη στιγμή θα αποφασίσουμε τι θα ακούσετε. Ο Γκονσάλο για μένα είναι ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή πιανίστες. Είναι φαινόμενο, από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου».

«Η  μουσική της Κούβας κατέκτησε τον κόσμο χάρη στους ανεξάντλητους και  ελκυστικούς ρυθμούς της», λέει ο Τσούτσο Βαλντές

«Η μουσική της Κούβας κατέκτησε τον κόσμο χάρη στους ανεξάντλητους και ελκυστικούς ρυθμούς της», λέει ο Τσούτσο Βαλντές

Αλλά και ο Τσούτσο Βαλντές δεν πάει πίσω. Με σπουδές στο πιάνο, γιος του Μπέμπο Βαλντές, μεγάλου Κουβανού πιανίστα, δημιουργός της μπάντας των Irakere, που τη δεκαετία του '70 έγιναν διάσημοι ανακατεύοντας την κουβανική παράδοση με την τζαζ, ο Βαλντές στα εξήντα εννέα του χρόνια είναι ένας από τους κορυφαίους πιανίστες της λάτιν τζαζ. Το Σάββατο το βράδυ θα παίξει στο Μέγαρο Μουσικής μαζί με τον άλλο θρύλο, τον Γκονσάλο Ρουμπαλκάμπα, για πρώτη φορά. Λίγο πριν βρεθεί στη σκηνή, μας μίλησε για την πορεία και τη μουσική του.

«Ξεκίνησα από τα τρία μου χρόνια να ακούω μουσική», διηγείται. «Το πρώτο πράγμα που άκουσα ήταν το πιάνο και μάλιστα να το παίζει για μένα ο πατέρας μου, ο Μπέμπο Βαλντές».

Οπως ήταν φυσικό, σπούδασε πιάνο και σύνθεση στο Εθνικό Ωδείο της Αβάνας και στα δεκαπέντε του χρόνια γνώρισε την τζαζ. «Με συνεπήρε ο αυτοσχεδιασμός αυτού του ήχου», θυμάται. «Είχε ένα εντελώς διαφορετικό στιλ από τη μουσική της Κούβας, μπορούσε, όμως, να λειτουργήσει μέσα από αυτή. Ετσι αντιλήφθηκα την τζαζ ή τη λάτιν τζαζ, όπως θέλουν να την αποκαλούν. Διαπίστωσα ότι άφηνε πολύ έδαφος για αυτοσχεδιασμούς, ότι είχε πλούτο στην αρμονία και τα μουσικά θέματα, στη μελωδία. Και έκρυβε πίσω της μια τεράστια κουλτούρα».

Ολος αυτός ο πλούτος που του αποκαλύφθηκε τον οδήγησε να φτιάξει τους Irakere αρχές της δεκαετίας του '70, μαζί με ονόματα όπως του τρομπετίστα Αρτούρο Σαντοβάλ -παίζει κι αυτός το Σάββατο στο Μέγαρο- και του σαξοφωνίστα Πακίτο Ντε Ριβέρα. «Ηταν μια ιδέα που είχαμε από τη δεκαετία του '60, όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε σαν μπάντα, μόνο που τότε ονομαζόμασταν Chucho Valdes y su Combo», λέει ο Βαλντές που ήταν ο βασικός συνθέτης. «Θέλαμε να φτιάξουμε μια μπάντα αφροκουβανέζικης μουσικής με στοιχεία από την τζαζ και από μουσικές που ήταν συμβατές με την κουβανέζικη. Αρχίσαμε να δουλεύουμε την ιδέα το '73 ως Irakere πλέον και η τομή ήταν ότι πρώτοι βάλαμε παραδοσιακά στοιχεία στη μουσική μας. Συμπληρώσαμε τη λάτιν τζαζ με μπατά (τα κρουστά της θρησκευτικής μουσικής της Κούβας), ένα εντελώς διαφορετικό είδος, και με στίχους στη γλώσσα των Γιορούμπα (αφρικανικά). Ουσιαστικά αλλάξαμε τον τρόπο που παιζόταν η κουβανέζικη μουσική, την έννοια της ορχήστρας που έπαιζε σε συναυλίες. Και ήμασταν η πιο δημοφιλής χορευτική μπάντα της Κούβας εκείνη την εποχή».

Οταν οι Irakere διαλύθηκαν, ο Βαλντές συνέχισε την προσωπική του πορεία με άλλους μουσικούς. Εχει ηχογραφήσει δεκάδες δίσκους και έχει βραβευθεί με επτά Γκράμι. Τα δύο, μάλιστα, τα πήρε με τον πρόσφατο δίσκο του, το «Juntos Para Siempre», όπου παίζει με τον υπέργηρο πατέρα του, τον Μπέμπο Βαλντές.

«Συνθέτω αντλώντας έμπνευση από την καθημερινότητα», λέει. «Από τον έρωτα, από μια όμορφη γυναίκα, από οτιδήποτε μπορεί να συμβεί στη ζωή. Δεν κάνω τον κόπο να την ψάχνω, πιστεύω ότι η έμπνευση έρχεται μόνη της και πολλές φορες χωρίς να τη θέλεις».

Τώρα παίζει και ηχογραφεί με τη δική του μπάντα. «Από τον Μάιο, το κουαρτέτο που έχω αλλάζει σχήμα και συμπληρώνεται με δύο πνευστά και έναν τραγουδιστή που παίζει και μπατά», εξηγεί. «Νέος ήχος, άρα και νέα τραγούδια».

Οσο για τη μουσική της Κούβας, ο Βαλντές πιστεύει ότι έχει κατακτήσει τον κόσμο «χάρη στον πλούτο των ρυθμών της. Είναι ανεξάντλητοι και εξαιρετικά ελκυστικοί». Για αυτό και ο ίδιος έχει δικό του σάιτ (http://www. valdeschucho. com) όπου προωθεί τη μουσική του. «Με το Ιντερνετ δεν είναι μόνο ότι ενημερώνεσαι και επικοινωνείς άμεσα», λέει. «Για μας τους μουσικούς είναι ένα πολύτιμο εργαλείο. Το χρησιμοποιούμε για να "επικοινωνήσουμε" τη μουσική μας, για να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας, ενημερωνόμαστε για όσα γίνονται στη μουσική, ψάχνουμε στο YouTube και το myspace για νέους ήχους, βλέπουμε τις σελίδες άλλων μουσικών».

Στην ερώτησή μας για την πολιτική κατάσταση στην Κούβα αρνείται να απαντήσει, όπως πάντα. «Δεν μου αρέσει να μιλάω για πολιτική», εξηγεί. «Ούτε θα μιλήσω ποτέ μου. Δεν είναι δική μου δουλειά, εγώ ξέρω μόνο από μουσική». *

Το πάρτι ξεκινά στις 6 μ.μ. και τελειώνει το πρωί

Το Μέγαρο θα μεταφερθεί στην Κούβα με μια αυθεντική σκηνογραφία χώρων, που φέρει την υπογραφή του Γιώργου Βαφιά.

Οι συναυλίες πλαισιώνονται από παράλληλες εκδηλώσεις, όπως προβολή ταινιών με θέμα την κουβανέζικη μουσική και κουλτούρα, έκθεση φωτογραφίας του Βασίλη Τσαρνάβα και μουσικά events με τους Cuban Traditional Trio.

6.00 μ.μ. Αίθουσα MC2

Προβολή των ταινιών: «El Benny» του Χόρχε Λούις Σάντσες σε πρώτη προβολή, «Ο Χέμινγουεϊ στην Κούβα» του Στίβεν Κρίσμαν, «Buena Vista Social Club» του Βιμ Βέντερς, «Cubanissimo» του Φίλιπ Μπλο και το «Cuerdas y Percusion» του Ιντελφόνσο Ράμος σε πρώτη προβολή. Είσοδος ελεύθερη.

8.00 μ.μ. Αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας

Ο Δημήτρης Καλατζής με το συγκρότημά του, σε συνεργασία με την Καμεράτα και τον Μίλτο Λογιάδη στο πόντιουμ, θα «εξιστορήσουν» το ταξίδι της μουσικής λάτιν. Εισιτήρια: 6 (φοιτητικά) - 16-25 ευρώ.

9.30 μ.μ. Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη

Ο Τσούτσο Βαλντές και ο Γκονσάλο Ρουμπαλκάμπα παίζουν μαζί για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Εισιτηρία: 6,50 (φοιτητικά), 11, 20, 28, 40 ευρώ.

11.00 μ.μ. Νέος Εκθεσιακός Χώρος

Ο Δημήτρης Σεβδαλής και το κουαρτέτο του θα εμφανιστεί με την Κουβανή τραγουδίστρια Μίλντρεϊς Ντουκουέσνε. Είσοδος ελεύθερη.

11.30 μ.μ. Αίθουσα Banquet

Ο Αρτούρο Σαντοβάλ με τον Τσίκο Φρίμαν και το συγκρότημά του Guataca. Εισιτήρια: 20 και 40 ευρώ.

01.30 π.μ. Αίθουσα Banquet

Η Latin All Stars Meeting Band, για χορό μέχρι το πρωί. Τις ενορχηστρώσεις και τη μουσική διεύθυνση υπογράφει ο Yoel Soto. Είσοδος ελεύθερη. Ειδική προσφορά: με την αγορά εισιτηρίων για δύο διαφορετικές συναυλίες κερδίζετε έκπτωση 20%, ενώ για τρεις, 30%.

Sunday, January 31, 2010

Οταν η σκα συναντά τη σόουλ

Νεοϋορκέζοι μπλέκουν την τζαζ με το σκα και ένα γκρουπ από το Βορρά αποδεικνύει πως η σόουλ δεν είναι μόνο αμερικανική υπόθεση. Περίεργους μουσικούς συνδυασμούς και καλλιτέχνες που φημίζονται για τη σκηνική τους δύναμη φιλοξενεί αυτές τις μέρες το «Half Note»:

Οι «New York Ska-Jazz Ensemble» ξεκίνησαν εμφανίσεις από την Παρασκευή, ενώ το αγγλο-ολλανδικό συγκρότημα της Λόρα Βέιν και των Βάιπερτοουνς κάνει πρεμιέρα στις 5 του μηνός (θα παραμείνουν εκεί μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου).

Οι «New York Ska-Jazz Ensemble» είναι ό,τι ακριβώς αναφέρει το όνομά τους: Μια ομάδα μουσικών από τη Νέα Υόρκη που ειδικεύονται στο να αναμειγνύουν το σκα, τη ρέγκε, την τζαζ, τη σόουλ και το φανκ. Ενωσαν τις δυνάμεις τους πριν από αρκετά χρόνια με στόχο να ανακαλύψουν τους κρυφούς δεσμούς ανάμεσα σε διάφορα μουσικά είδη.

Οι έξι μουσικοί πρωτοσυναντήθηκαν το 1994 και έπειτα από πέντε δίσκους και εμφανίσεις στην Ευρώπη, τον Καναδά και τη Νότια Αμερική, έχουν κερδίσει πολύ θερμές κριτικές. Αυτό που τους κάνει να ξεχωρίζουν είναι οι κεφάτοι ρυθμοί, η ενέργεια που έχουν στις ζωντανές εμφανίσεις, οι τολμηρές διασκευές που επιχείρησαν σε κλασικά κομμάτια της τζαζ και οι ευφάνταστοι συνδυασμοί. Αυτό το διάστημα κυκλοφορεί και ο νέος τους δίσκος «Live in Paris».

Το ίδιο δυναμικοί -τουλάχιστον επί σκηνής- είναι και η Λόρα Βέιν με τους Βάιπερτοουνς. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η μικρόσωμη τραγουδίστρια από το Μπράιτον γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη μουσική και βρέθηκε με τους Ολλανδούς εντελώς κατά τύχη.

Συναντήθηκαν σε μια συναυλία στην Ολλανδία σε μια περίοδο που η Βέιν έψαχνε μουσικούς για να στελεχώσει το συγκρότημά της. Η χημεία τους λειτούργησε αμέσως και σε λιγότερο από ένα χρόνο μπήκαν στο στούντιο. Τον Ιανουάριο του 2009 κυκλοφόρησε το πρώτο τους σινγκλ. «Είναι πολύ αστεία η ιστορία της συνάντησής μας και το myspace έπαιξε καθοριστικό ρόλο», λέει η Βέιν στην ιστοσελίδα της. «Είχαμε κλείσει μέσω Ιντερνετ να εμφανιστούμε μαζί χωρίς να ξέρουμε τίποτα ο ένας για τον άλλον. Από τη στιγμή που ανεβήκαμε στη σκηνή ήταν θέμα λεπτών να καταλάβουμε πως ταιριάζουμε. Ηταν γραφτό να γίνει»... *

Sunday, November 1, 2009

«Απλώς παίζουμε»... O σαξοφωνίστας Μπράνφορντ Μαρσάλις μιλάει για την τζαζ με αφορμή την εμφάνισή του στο Παλλάς

συνεντευξη στον ΣΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Τελικά όλοι οι κορυφαίοι μουσικοί της τζαζ έχουν λίγο- πολύ την ίδια πορεία. Δεν εμφανίζονται, δηλαδή, από το πουθενά και μας εντυπωσιάζουν με την αρτιότητα στο παίξιμό τους, τις νέες ιδέες και τις εξαιρετικές ηχογραφήσεις τους. Εχουν προηγηθεί τα νεανικά χρόνια, κατά τα οποία έχουν εντυπωσιάσει με τη βιρτουοζιτέ τους και κυρίως προτού τραβήξουν τον δικό τους δρόμο έχουν συνεργαστεί με τα σπουδαιότερα ονόματα του είδους. Αυτή ακριβώς είναι και η πορεία του σαξοφωνίστα Μπράνφορντ Μαρσάλις, ο οποίος είχε βεβαίως την τύχη να αποτελεί μέλος μιας από τις μεγαλύτερες οικογένειες της τζαζ. Γιος του πιανίστα Ελις Μαρσάλις Τζούνιορ και αδελφός του ντράμερ Τζέισον Μαρσάλις, του τρομπονίστα Ντελφέγιο Μαρσάλις και βεβαίως του ακόμη πιο διάσημου τρομπετίστα Γουίντον Μαρσάλις. Από την ηλικία των επτά άρχισε το κλαρινέτο για να το αλλάξει με το σαξόφωνο αργότερα. Ενώ ακόμη ήταν φοιτητής στο περίφημο Βerklee College περιόδευσε στην Ευρώπη παίζοντας βαρύτονο σαξόφωνο με το μεγάλο σχήμα του ντράμερ Αρτ Μπλέικι. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε η συμμετοχή του στις big bands των Λάιονελ Χάμπτον και Κλαρκ Τέρι, αλλά και η πρώτη σημαντική συνεργασία με τον Γουίντον στους Jazz Μessengers του Μπλέικι και πάλι. Μια περιοδεία στην Ιαπωνία με τον Χέρμπι Χάνκοκτον έβαλε σε νέους κόσμους, πιο πειραματικούς, ενώ η επισημοποίηση του ταλέντου του έγινε προφανώς με τις συμμετοχές του σε εμφανίσεις του Μάιλς Ντέιβις Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 ήταν εκείνος που έδωσε το τζαζ χρώμα στις πρώτες σόλο αναζητήσεις του Στινγκ μετά τη διάλυση των Ρolice. Κάνοντας χρήση του ψευδωνύμου του κορυφαίου σαξοφωνίστα Τζούλιαν “Κάνονμπολ” Εϊντερλι, δημιουργεί το 1994 ένα από τα πιο πρωτοποριακά συγκροτήματα των τελευταίων 30 χρόνων, τους Βuckshot Le Fonque, και ηχογραφεί δύο άλμπουμ. Την τελευταία δεκαετία κύρια ενασχόλησή του είναι το κουαρτέτο του αλλά και η δισκογραφική εταιρεία του, η Μarsalis Μusic, μέσω της οποία έχουν κυκλοφορήσει τις δουλειές τους καλλιτέχνες όπως οΧάρι Κόνικ Τζούνιορ, ο Τζίμι Κομπ αλλά και η Κλάουντια Ακούνια. Στην Αθήνα εμφανίζεται με το κουαρτέτο του, όπου θα παρουσιάσει, ανάμεσα σε άλλα, κομμάτια από το πρόσφατο άλμπουμ του «Μetamorphosen». Ο Μπράνφορντ Μαρσάλις μίλησε σχετικά στο «Βήμα της Κυριακής».
- Επειτα από τις εξελίξεις ενός αιώνα στην τζαζ μουσική, ποιο είναι εκείνο το στοιχείο, πιστεύετε, το οποίο θα κινούσε το είδος προς μια νέα κατεύθυνση;
«Δεν νιώθω την πίεση να κάνω κάτι διαφορετικό. Υπάρχει μια άρρωστη εμμονή με το νέο, ασχέτως ποιότητας. Η δουλειά μου είναι να παίζω μουσική με υψηλή ποιότητα και όσο πιο αυθεντική γίνεται. Αν κάτι από αυτά τύχει να είναι νέο, η ιστορία έχει αποδείξει ότι λίγοι θα το αντιληφθούν και πολύ αργότερα, ούτως ή άλλως».
- Τι προσπαθήσατε να επιτύχετε με το τελευταίο άλμπουμ σας «Μetamorphosen»;
«Αυτό που κάνουμε είναι να παίζουμε τη μουσική που υπάρχει μπροστά στα μάτια μας. Εκ των υστέρων μπορούμε να εξακριβώσουμε αν είναι διαφορετική ή καλύτερη από όσα έχουμε κάνει στο παρελθόν. Αυτό λοιπόν που διαπίστωσα με το τέλος της ηχογράφησης είναι ότι ως συγκρότημα εξελιχθήκαμε τόσο ώστε να λέμε αυτό που έχουμε να πούμε σε λιγότερο χρόνο. Τα κομμάτια είναι πιο ουσιαστικά και με μεγαλύτερο αντίκτυπο».
- Γιατί διαλέξατε το σαξόφωνο και όχι ένα χαμηλού προφίλ όργανο;
«Αρχισα να παίζω κλαρινέτο σε ορχήστρα και εμβατηριακές μπάντες από την ηλικία των επτά, οπότε η συνέχεια στο σαξόφωνο φαίνεται ως μια λογική επιλογή. Εκείνες τις ημέρες δεν είχα καμία εκτίμηση ή ιδέα περί “υψηλού” ή “χαμηλού” προφίλ».
- Ποια είναι η εμπειρία σας ως μέλος στα συγκροτήματα του Αρτ Μπλέικι και του Λάινελ Χάμπτον;
«Επειδή ακριβώς ήμουν ένας ποπ σαξοφωνίστας στην εφηβεία μου, έμαθα από αυτούς τι ακριβώς είναι η τζαζ και πόσο δύσκολο είναι να παίζεις τζαζ. Εκτοτε έχουν συμβεί πολλά».
- Προέρχεστε από μια οικογένεια της οποίας τα μέλη είναι καταξιωμένοι μουσικοί.Παίζοντας με αυτούς γίνατε περισσότερο ανταγωνιστικός;
«Οταν είσαι σε ένα συγκρότημα ή σε μια ορχήστρα ο ανταγωνισμός αφορά ένα πρόσωπο ή μία ομάδα προσώπων που παίζουν το ίδιο όργανο με σένα. Για μένα ο ανταγωνισμός υπήρχε με τους συμφοιτητές μου Ντέιβιντ Βίτερ (σ.σ.: πλέον αμερικανός γερουσιαστής) και Ντάνι Μαγκάρι (σ.σ.: τώρα πια γιατρός)».
- Πόσο διαφορετικό είναι να ηχογραφείς για τη δική σου ετικέτα κι όχι για μια μεγάλη πολυεθνική εταιρεία;
«Δεν διαφέρει και πολύ. Πάντοτε ηχογραφούσα ό,τι ήθελα εγώ, ακόμη και στην Columbia».
- Αν και έχετε την ελευθερία, δεν ηχογραφείτε συχνά. Γιατί;
«Οι τζαζ δίσκοι ποτέ δεν θα έχουν την εμπορική απήχηση των ποπ δίσκων, και έτσι δεν υπάρχει το εμπορικό κίνητρο να ηχογραφήσεις. Αυτό που ουσιαστικά κάνουμε είναι μια καταγραφή της προόδου μας ως μουσικοί. Οταν έχουμε κάτι ουσιαστικό να πούμε, φτιάχνουμε έναν νέο δίσκο, σωστά;».
- Θα επιχειρούσατε σήμερα κάτι αντίστοιχο με ό,τι κάνατε με τον Στινγκ πριν από τρεις δεκαετίες;
«Λατρεύω τον Στινγκ. Αγαπώ τη δημιουργικότητά του και το ταλέντο του στη σύνθεση. Αλλά δεν θα έδινα ενάμιση χρόνο από την καριέρα μου ξανά προκειμένου να παίξω με έναν μουσικό που δεν είναι τζαζίστας. Λιγότερο χρόνο, μπορεί».
- Νιώθετε ότι χάνετε ένα μέρος της καλλιτεχνικής ελευθερίας σας όταν ηχογραφείτε ή παίζετε κλασική μουσική;
«Υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση οργάνωσης και συγκρότησης στην τζαζ απ΄ ό,τι πιστεύει ο περισσότερος κόσμος. Απεναντίας υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία στην κλασική μουσική από αυτό που πιστεύει ο κόσμος. Αν δεν υπήρχε ελευθερία, αν αγόραζες τρεις διαφορετικές ηχογραφήσεις του ίδιο έργου μουσικής με τρεις διαφορετικές ορχήστρες και μαέστρους θα ακούγονταν ακριβώς το ίδιο. Αλλά δεν είναι έτσι. Η ελευθερία είναι στη μελωδία και στην ενορχήστρωση».
- Πόσο τυχαία ήταν η δημιουργία κάτι τόσο επαναστατικού όσο οι Βackshot Le Fonque;
«Ποτέ δεν τους θεώρησα επαναστατικούς. Ηταν απλώς ένα τζαζ συγκρότημα που δούλεψε έχοντας την ίδια φιλοσοφία για τη μουσική που έχω όταν ηχογραφώ τζαζ δίσκους. Προσπαθούσαμε διαρκώς να βελτιωνόμαστε και δεν χρησιμοποιήσαμε ποπ ευκολίες για να γίνουμε πιο προσιτοί».
- Ζηλεύετε πράγματα που έχουν κάνει άλλοι στην τζαζ και στα οποία δεν έχετε εμπλακεί εσείς;
«Οι μόνες επιθυμίες μου είναι να είχα ακούσει τον Τσάρλι Πάρκερ, τον Σίντνεϊ Μπεσέκαι τον Τζον Κολτρέιν. Η μόνη στιγμή που ζηλεύω είναι όταν ακούω τον Λέστερ Γιανγκ να παίζει με την Μπίλι Χολιντέι. Εύχομαι να ήμουν εγώ στη θέση του».
- Δεν σας έχουμε δει για καιρό στην Αθήνα.Τι θα παρουσιάσετε αυτή τη φορά;
«Παλιά μουσική, νέα μουσική, κάποια πράγματα από το “Μetamorphosen”. Ο,τι μας έλθει εκείνη την ώρα στο μυαλό. Δεν έχουμε κάποια λίστα επάνω στην οποία να βασίζουμε τις εμφανίσεις μας. Απλώς παίζουμε».

Ο Μπράνφορντ Μαρσάλις εμφανίζεται την Τρίτη 3 Νοεμβρίου στο Παλλάς. Προπώληση εισιτηρίων: Βουκουρεστίου 5, Αθήνα, τηλ.210 3213.100, με πιστωτική κάρτα στο 210 8108.181 και μέσω Ιnternet στη διεύθυνση www.ellthea.gr

Monday, August 31, 2009

Παρακμάζει κάτι που δεν ορίζεται;

  • Μια απάντηση σε όσους κάνουν δυσοίωνες προβλέψεις για την τζαζ

Το πλήθος ήταν ρωμαλέο, προσηλωμένο και ζωηρό στην πρόσφατη συναυλία τζαζ στο Ουίλιαμσμπεργκ του Μπρούκλιν, και οι περισσότεροι ακροατές φαίνονταν να είναι εικοσάρηδες ή τριαντάρηδες – περίπου στην ίδια ηλικία με τα μέλη της μπάντας. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε βραδιά στη σκηνή των τζαζ κλαμπ της Νέας Υόρκης, αν και η περιγραφή ίσως να διέφερε, ανάλογα με την πηγή. Τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς οι αναμνηστικές εκδηλώσεις για το Γούντστοκ έφταναν στο ζενίθ τους, ο κόσμος της τζαζ είχε πληγεί από ένα είδος πανικόβλητης νοσταλγίας. Την πυροδότησε ένα άρθρο του κριτικού Τέρι Τίτσαουτ –με τίτλο «Μπορεί να σωθεί η τζαζ;»– στη Wall Street Journal της 9ης Αυγούστου. Παλιός θιασώτης της τζαζ, ο κ. Τίτσαουτ σύγκρινε τις καλλιτεχνικές προόδους της και την πτώση της δημοτικότητάς της, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι «δεν είναι πλέον δυνατό να στρουθοκαμηλίζουμε και να παριστάνουμε ότι αυτή η μεγάλη αμερικανική μορφή τέχνης είναι οικονομικά υγιής ή ότι το μέλλον της δεν φαίνεται σκοτεινό».

  • Προφήτες δεινών

Η τζαζ έχει με το παραπάνω το μερίδιό της από προφήτες δεινών, κι έτσι ο θρήνος αυτός φάνηκε κάπως οικείος. Ομως ο κ. Τίτσαουτ ήρθε οπλισμένος με στοιχεία από την Arts Participation 2008, μια πρόσφατη έρευνα της National Endowment for the Arts. Πραγματοποιημένη σε συνεργασία με την αμερικανική Στατιστική Υπηρεσία, η έρευνα βρήκε ότι μόνο το 9,8% των ενηλίκων σ’ αυτή τη χώρα δήλωσε ότι παρακολούθησε μια συναυλία τζαζ την περασμένη χρονιά. Το νούμερο που είχε σημειωθεί σε προηγούμενα χρόνια –το 1982, το 1992 και το 2002– ήταν πιο κοντά στο 10%. Η δημογραφική ανάλυση έδειξε σταθερή άνοδο στους άνω των 55 και καθοδική τάση σε όλους τους άλλους. (Σημειώθηκε επίσης μείωση προσέλευσης σε μουσεία, κλασικά κοντσέρτα και παραστάσεις μπαλέτου.)

Ο κ. Τίτσαουτ δεν ήταν ο μόνος που σήμανε συναγερμό: ο ιστορικός της τζαζ Τεντ Τζιόια έγραψε τον περασμένο μήνα στην ιστοσελίδα Jazz.com: «Η πιο πιθανή εξήγηση γι’ αυτούς τους αριθμούς είναι ότι πολύ λίγοι νέοι ανακαλύπτουν την τζαζ από τη δεκαετία του ’80 και μετά», γράφει. «Οι παλιοί φίλοι της τζαζ εξακολουθούν να την παρακολουθούν, αλλά οι έφηβοι και οι εικοσάρηδες δείχνουν πολύ μικρό ενδιαφέρον».

  • Πού να ψάξουν

Υπάρχει όμως ένα πλήθος περιστασιακών μαρτυριών για το αντίθετο, όπως έσπευσαν να παρατηρήσουν πολλοί μπλόγκερ και σχολιαστές, απαντώντας κυρίως στον Τέρι Τίτσαουτ. Προσπαθήστε να πάτε ένα βράδυ στο Village Vanguard ή στο Stone του ανατολικού Γκρίνουιτς Βίλατζ, όπου η αίθουσα γεμίζει ασφυκτικά σε κάθε συναυλία του ντράμερ - συνθέτη Τάισον Σόρεϊ. Ξύστε λίγο κάτω από την επιφάνεια και μπορεί να αρχίσετε να αναρωτιέστε μήπως ο κ. Τίτσαουτ και ο κ. Τζιόια δεν βλέπουν νέους ανθρώπους να ακούνε τζαζ επειδή δεν ξέρουν πού να κοιτάξουν. Μπορεί επίσης να αρχίσετε να αμφιβάλλετε για την ίδια την έρευνα. Πάρτε, π.χ., μία από τις ερωτήσεις: «Εκτός από σχολικές παραστάσεις, πήγατε σε κανένα ζωντανό κοντσέρτο τζαζ τους περασμένους 12 μήνες;» Οσο άμεση κι αν φαίνεται, είναι πιο ομιχλώδης από το να ρωτήσεις αν κάποιος είδε ένα θεατρικό έργο, πήγε στην όπερα ή επισκέφθηκε μουσείο. Οπως το έθεσε ένας αναγνώστης στα online σχόλια, «Μου φαίνεται ότι εξαρτάται από το πώς προσδιορίζει κανείς την τζαζ».

Η τζαζ πάντα ήταν ένα είδος με διαπερατά όρια, και η διαμάχη γύρω από τον ορισμό της ποτέ δεν ήταν πιο έντονη όσο τα χρόνια που έχει καλύψει η έρευνα. Το 1982, όταν η παρακολούθηση συναυλιών αναφέρθηκε ότι έφτασε το 9,6%, η τζαζ μπορούσε να διεκδικεί ένα αρκετά μεγάλο μερίδιο από τα γκρουπ R&B όπως οι Crusaders, ακόμα και ο Kenny G., ο οποίος κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ εκείνη τη χρονιά.

  • Υψηλή τέχνη

Το 1992, όταν το ποσοστό ήταν 10,2%, ο όρος περιλάμβανε όχι μόνο ένα σύνολο γκρουπ που έπαιζαν bebop αλλά επίσης ένα ρεύμα μουσικής που την τροφοδοτούσαν τότε οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Ο Kenny G. κυκλοφόρησε τότε το Breathless, το καλύτερο άλμπουμ του. Πολλοί φίλοι αυτής της μουσικής μπορεί να προσδιόριζαν την επιλογή τους τότε σαν ένα είδος τζαζ.

Το υψηλότερο νούμερο που καταγράφει η έρευνα, 10,8%, σημειώθηκε το 2002, αμέσως μετά την προβολή της ταινίας του Κεν Μπερνς «Τζαζ». Ενα από τα θέματα της ταινίας αφορούσε την πεποίθηση ότι η τζαζ είναι μια παράδοση με σαφείς παραμέτρους, και όταν απουσιάζουν ορισμένα στοιχεία παύει να είναι τζαζ. Ετσι, κατά μία έννοια ο κ. Τίτσαουτ έχει δίκιο να παρατηρεί ότι «ακριβώς επειδή η τζαζ θεωρείται σήμερα μια μορφή τέχνης υψηλού επιπέδου, οι δημιουργοί της αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα παρουσίασης, μάρκετινγκ και ανάπτυξης του ακροατηρίου όπως οι συμφωνικές ορχήστρες, οι θίασοι ρεπερτορίου και τα μουσεία τέχνης».

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά που την αγνοεί σχεδόν τελείως, ίσως επειδή το δίπολο που ενυπάρχει στην επιχειρηματολογία του (υψηλού επιπέδου τέχνη - χαμηλού επιπέδου τέχνη ή έντεχνη μουσική - ποπ) δεν βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση σ’ αυτό τον χώρο. Για πολλούς καλλιτέχνες της τζαζ, ιδίως εκείνους που γεννήθηκαν μετά το Γούντστοκ, η μουσική ενσωματώνει πολλές και ποικίλες επιρροές. Και επειδή οι όροι γίνονται αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης, συχνά προτιμούν να μη χαρακτηρίζουν τη μουσική τους, το ίδιο και οι οπαδοί τους.

Ετσι, το τρίο Medeski Martin & Wood, που εμφανίζονται στο εξώφυλλο του τελευταίου τεύχους του Down Beat, είναι ένα επιτυχημένο γκρουπ που δουλεύει περισσότερο στο κύκλωμα jam-band (μουσική τάση που αναμιγνύει διαφορετικά είδη και που ξεκίνησε με τους Grateful Dead) παρά στα τζαζ κλαμπ. Οι AlasNoAxis, με επικεφαλής τον ντράμερ Τζιμ Μπλακ, έχει ένα ακροατήριο που βρίσκεται πιο κοντά στη noise-rock συνιστώσα της μουσικής τους. Οι Blackout, με επικεφαλής τον βιμπραφονίστα Στέφον Χάρις, κυκλοφόρησαν μόλις ένα άλμπουμ που ξεκινάει με μια μελωδία του Γκέρσουιν προσαρμοσμένη σε ρυθμό go-go.

  • Πλήθος νέων

Το άρθρο του κ. Τίτσαουτ δημοσιεύτηκε το ίδιο Σαββατοκύριακο που γινόταν το Φεστιβάλ Τζαζ του Νιούπορτ στο Ρόουντ Αϊλαντ. Και στις τρεις σκηνές υπήρχαν πλήθος νεαροί ακροατές, μαζί με τους μεγαλύτερους. Ακουσαν τον 23χρονο ντράμερ Μάρκους Γκίλμορ να παίζει με το δυναμικό Vijay Iyer Trio· άκουσαν τον παππού του Γκίλμορ, τον αειθαλή 83χρονο ντράμερ Ρόι Χάινς, με το κουαρτέτο του που ονομάζεται Fountain of Youth. Και εκτός από εκείνους που παρευρέθησαν, υπήρχαν πολλοί άλλοι που άκουγαν από το ραδιόφωνο ή από το Ιντερνετ, χάρη στην πλήρη κάλυψη που υπήρχε.

Με δεδομένο ότι η ζωντανή τζαζ είναι δύσκολο να βγει έξω από τις μεγάλες πόλεις, οι προσπάθειες όπως αυτή ίσως είναι το πιο ελπιδοφόρο νέο για το κοινό της τζαζ. Οπως σημείωσε ο κ. Τζιόια, αλλά όχι ο κ. Τίτσαουτ, η έρευνα αναφέρει ότι πάνω από 47 εκατομμύρια Αμερικανοί ακούνε μουσική online κάθε εβδομάδα. Αυτή είναι πιθανότατα μια συντηρητική εκτίμηση – και αποτελεί ένα στατιστικό νούμερο που θα αυξηθεί πολύ, πέρα από τα γεωγραφικά και τα μουσικά σύνορα.

  • International Herald Tribune, Η Καθημερινή, 30/08/2009

Friday, July 24, 2009

SARAH VAUGHAN: Η σύγχρονη τζαζ τής χρωστάει πολλά


Παρακολουθώντας κανείς την πορεία της Sarah Vaughan, είναι εύκολο να διαπιστώσει, ακούγοντας τους δίσκους της, το πόσο αναλλοίωτη παρέμεινε η φωνή της στο πέρασμα του χρόνου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '40, όταν ακόμη ήταν νεαρό κορίτσι 19 χρόνων και τραγουδούσε συνοδεύοντας τον πιανίστα Earl Hines, μέχρι τη δεκαετία του '50, που έκανε εμφανή την παρουσία της με πολλές πετυχημένες εμφανίσεις και ηχογραφήσεις, φτάνουμε στη δεκαετία του '70 χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το μέταλλο της φωνής της, που αποτελεί ακόμη ένα όργανο στα χέρια του κάθε απαιτητικού διευθυντή ορχήστρας στον χώρο της τζαζ και όχι μόνο, αφού είχε τη δυνατότητα να προσαρμόζει τη φωνή της σε κάθε μουσικό είδος.

Οπως οι φίλοι του ροκ ακόμα ερίζουν για το ποιος είναι καλύτερος μεταξύ των Beatles και Rolling Stones, οι φίλοι της τζαζ χωρίζονται σ' αυτούς που προτιμούν κάποια μεταξύ των Billy Holiday, Ella Fitzgerald και Sarah Vaughan.

Η Sarah Vaughan είχε το χάρισμα της δυνατότητας να αναδεικνύει οποιοδήποτε τραγούδι ερμήνευε και να μετατρέπει ακόμα και το πιο αδιάφορο, σε σημαντικό.

Η δισκογραφία της περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό δίσκων συμβάλλοντας τα μέγιστα στη δημιουργία αυτού που αποκαλούμε σύγχρονη τζαζ, και αυτό παρότι συχνά ηχογραφούσε και τραγούδια που ανήκαν στον χώρο της ποπ. Πάντα όμως τη συνόδευε ένα τζαζ τρίο και επανερχόταν στην τζαζ σε όλα τα χρόνια που δραστηριοποιήθηκε στο τραγούδι.

Δεν είναι εύκολο για τους μεταγενέστερους να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έπαιξε ο κάθε καλλιτέχνης στις μουσικές εξελίξεις της εποχής του, υπάρχει όμως μία αόρατη αλυσίδα, η οποία, ειδικά στον χώρο της τζαζ, ενώνει τις φωνές τραγουδιστριών όπως οι Ella Fitzgerald, Billie Holiday, Sarah Vaughan, Carmen McRae και Nina Simone σε μια αλληλένδετη σχέση, με τη μία να μεταφέρει διαδοχικά στην άλλη τη δύναμη της ερμηνείας της και να διαιωνίζει έτσι τη μαγεία που προκάλεσε η φωνή τους με το πρώτο κιόλας άκουσμα.

Η Sarah Lois Vaughan γεννήθηκε στο Newark του Νιου Τζέρσεϊ στις 27 Μαρτίου του 1924 και όπως συμβαίνει συνήθως με όλα τα μεγάλα ταλέντα, άρχισε να μαθαίνει πιάνο από την ηλικία των 7 ετών, ενώ σε ηλικία 12 ετών τραγουδούσε και έπαιζε όργανο σε εκκλησία της περιοχής της. Οι γκόσπελ μελωδίες που τραγουδούσε στην εκκλησία θα επηρεάσουν αρκετά την καριέρα της στη συνέχεια.

Οταν ήταν 18 ετών αποφάσισε να συνοδεύσει στη Νέα Υόρκη τη φίλη της Doris Robinson που πήρε μέρος σε διαγωνισμό τραγουδιού στο θέατρο Apollo στο Χάρλεμ. Η Sarah έπαιξε πιάνο σ' αυτόν τον διαγωνισμό συνοδεύοντας τη φίλη της Doris, αλλά αποφάσισε δύο χρόνια αργότερα να πάρει και η ίδια μέρος στον διαγωνισμό ως τραγουδίστρια. Ετσι ήλθε και η πρώτη αναγνώριση για το ταλέντο της, όταν τραγούδησε το Body and Soul κερδίζοντας το πρώτο βραβείο και μαζί την εκτίμηση του τραγουδιστή Billy Eckstine, ο οποίος μεσολάβησε για να την προσλάβει ο πιανίστας Earl Hines στο συγκρότημά του, όταν την παρακολούθησε το 1943 να ανοίγει για μία εβδομάδα τις εμφανίσεις της Ella Fitzgerald στο Apollo. Οταν το 1944 ο Eckstine έφτιαξε τη δικιά του μπάντα, πήρε την 20χρονη τότε Sarah Vaughan μαζί του.

Από το 1944 μέχρι το 1947 σ' αυτή την πρωτοποριακή μπάντα, που ήταν από τις πρώτες στην κίνηση της bebop, έπαιξαν ονόματα όπως οι Charlie Parker, Dizzy Gillespie, Art Blakey, Budd Johnson και Miles Davis. Αυτές οι συνεργασίες, που έλαβαν χώρα σε μια περίοδο που είχε αρχίσει να υποχωρεί το φαινόμενο της εποχής του σουίνγκ, χάρισαν αρκετές εμπειρίες στη νεαρή τραγουδίστρια, η οποία είχε την ευκαιρία να συνεργασθεί με μερικούς από τους πιο ταλαντούχους μουσικούς της εποχής, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη συνέχεια.

Αν και τραγουδίστρια, η πρώτη συμμετοχή της σε δίσκο ήταν ως πιανίστρια στην μπάντα του Dizzy Gillespie. Στη συνέχεια ηχογράφησε τα πρώτα της τραγούδια και παρά το γεγονός ότι άρχισαν να παίζονται στο ραδιόφωνο, η Sarah συνέχισε να συμμετέχει σε ηχογραφήσεις τζαζ μουσικών, όπως οι Dizzy Gillespie, Charlie Parker, Lennie Tristano, Clifford Brown, Herbie Mann κ.ά.

Στην περίοδο 1947-48 θα ηχογραφήσει τις δικιές της πετυχημένες ερμηνείες σε γνωστά τραγούδια της εποχής, όπως τα Tenderly, Nature Boy -λόγω της απεργίας των μουσικών στην περίοδο της ηχογράφησης, τη Sarah συνόδευσε μόνο μία χορωδία, χωρίς τη συμμετοχή μουσικών οργάνων- και It's Magic, που ήταν παράλληλα επιτυχία για την Doris Day, έχοντας έτσι παρουσία στον κατάλογο επιτυχιών και κερδίζοντας αρκετούς νέους φίλους.

Η συνεχής βράβευσή της από το περιοδικό Downbeat για την περίοδο 1947-1952, παράλληλα με την αποδοχή από το κοινό των πρώτων της τραγουδιών οδήγησαν στην υπογραφή νέου συμβολαίου με την εταιρεία Mercury, για την οποία θα ηχογραφήσει μερικές από τις μεγαλύτερες ποπ επιτυχίες στην καριέρα της, όπως τα Broken Hearted Melody, Make Yourself Comfortable, How Important Can It Be με την ορχήστρα του Count Basie, Whatever Lola Wants, The Banana Boat Song και Misty. Επίσης θα ξανασυνεργασθεί με τον Bily Eckstine στην επιτυχία τους Passing Strangers.

Το 1949 θα υπογράψει με την εταιρεία Columbia, για την οποία θα ηχογραφήσει 60 τραγούδια συνεργαζόμενη με διευθυντές ορχήστρας, όπως οι Jim Lippman και Hugo Winterhalter

Το 1964, ύστερα από μια περίοδο ηχογραφήσεων για την εταιρεία Roulette, θα επιστρέψει στη Mercury και θα ηχογραφήσει μία σειρά από τζαζ κυρίως άλμπουμ, με παραγωγό σε αρκετά από αυτά τον Quinsy Jones.

Στη δεκαετία του '70 πραγματοποίησε μία εντυπωσιακή επιστροφή και ηχογράφησε μία σειρά από αξιόλογα άλμπουμ σε συνεργασία με σημαντικούς μουσικούς, όπως ο Michel Legrand, τραγούδια του οποίου υπάρχουν στο άλμπουμ της With Micell Legrand σε διεύθυνση ορχήστρας από τον ίδιο. Ο Legrand θα συνεργασθεί μαζί της και στο άλμπουμ Feelin' Good. Το 1974 θα παρουσιάσει μία εντυπωσιακή διασκευή στο Send In The Clowns Send In The του Stephen Sondheim από το μιούζικαλ Α Little Night Music και αρκετοί θα ισχυρισθούν ότι αυτό το τραγούδι θα είναι το σημαντικότερο στην καριέρα της ξεπερνώντας και το Tenderly, που την είχε κάνει γνωστή στο ευρύ κοινό το 1948.

Το 1977 θα αρχίσει να ηχογραφεί για την Pablo και ο δίσκος της Ι Love Brazil θα της χαρίσει την υποψηφιότητα για τα βραβεία Gramy, για την ίδια εταιρεία θα ηχογραφήσει μαζί με τους Oscar Peterson, Joe Pass και Ray Brown, ενώ ο δίσκος της με τραγούδια των Beatles που είχε κυκλοφορήσει για την Atlantic, θα κυκλοφορήσει τελικά το 1981.

Στη δεκαετία του '80 περιορισμένες θα είναι οι ηχογραφήσεις της. Το 1982 θα συμμετάσχει στο άλμπουμ του Barry Manilow 2:00 ΑΜ Paradise Cafe, το 1986 στη νέα μεταφορά του South Pacific στο Μπρόντγουεϊ με τη μορφή όπερας και πρωταγωνιστές τους Jose Carreras και Kiri Te Kanawa, το 1987 θα κυκλοφορήσει το άλμπουμ Brazilian Romance με τραγούδια του Sergio Mendes και το 1989 θα έχει μία μικρή συμμετοχή στο άλμπουμ του Quinsy Jones Back In Black τραγουδώντας ντουέτο με την Ella Fitzgerald. Αυτή θα ήταν και η τελευταία ηχογράφησή της σε στούντιο τελειώνοντας μία καριέρα που είχε αρχίσει ακριβώς πριν από 46 χρόνια, το 1943, τραγουδώντας δίπλα στην Ella Fitzgerald στο θέατρο Apollo του Χάρλεμ.

Στις 3 Απριλίου του 1990 θα αφήσει την τελευταία της πνοή, υποκύπτοντας στον καρκίνο που την ταλαιπωρούσε αρκετό καιρό.

Wednesday, June 24, 2009

Στη μέθεξη της τζαζ

  • Geoff Dyer: Κι όμως, όμορφα... Ενα βιβλίο για την τζαζ, μτφρ.: Δανάη Στεφάνου, εκδόσεις Πάπυρος, σ.292, 18 ευρώ
  • Ακόμη κι αν κάποιος έχει μελετήσει εμβριθώς τα τέσσερα βασικά βιβλία για την τζαζ που έχουν εδώ και μερικές δεκαετίες κυκλοφορήσει στη χώρα μας, ήτοι τη Σκηνή της Τζαζ του Ερικ Χόμπσμπαουμ (Εξάντας), την Τζαζ του Μάρσαλ Στερνς (Γνώση), την Ιστορία της Τζαζ του Τζον Τσίλτον (Υποδομή) και το Σοβαρό όσο κι η ζωή σου της Βάλερι Γουίλμερ (Praxis), ακόμη κι αν έχει συγκλονιστεί από τα γεμάτα τζαζ μελωδίες και ρυθμούς μυθιστορήματα του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ (Αγρα) και του Κριστιάν Γκαγί (Μεταίχμιο), ακόμη κι αν τον έχουν συνεπάρει οι αυτοβιογραφίες του Μάιλς Ντέιβις (Σέλας), του Τσάρλι Μίνγκους (Εξάντας), του Λούις Αρμστρονγκ (Index), ας μη θεωρήσει ότι θα χάσει πολύτιμο χρόνο διαβάζοντας κι άλλο ένα βιβλίο για την τζαζ. Και μάλιστα ένα βιβλίο αταξινόμητο, ένα βιβλίο που δεν είναι (ακόμη μία) ιστορία της τζαζ, που δεν είναι μια συλλογή κειμένων για έργα και καλλιτέχνες αυτής της μουσικής με την τόσο ραγδαία εξέλιξη, που δεν είναι μια καταγραφή και αξιολόγηση σημαντικών τζαζ δημιουργών, αλλά όλα αυτά μαζί, και κάτι παραπάνω.
  • Ο Τζεφ Ντάιερ, γεννημένος στα 1958, είναι λάτρης της φωτογραφίας, του δοκιμίου, και της μουσικής. Και λίαν ταλαντούχος αφηγητής. Αφήνει στην άκρη κάθε ακαμψία του λόγου, ξέρει να ελίσσεται, να ανεβάζει και να κατεβάζει τους τόνους, να παίζει με τη συγκινησιακή φόρτιση, να συνδυάζει γόνιμα, και δίχως να φαίνονται αρμοί και ραφές, το στυλ του Τέοντορ Αντόρνο και του Ουίλιαμ Μπάροουζ, του Τζον Μπέργκερ και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, του Βάλτερ Μπένγιαμιν και του Τζακ Κέρουακ. Με κινητήρια έμπνευση την αγάπη του για την τζαζ, με αρωγούς ένα πλούσιο και καλοδιαλεγμένο φωτογραφικό αρχείο και μια ογκώδη βιβλιογραφία, στρώνεται και συνθέτει μια σειρά ιμπρεσιονιστικά πορτρέτα εμβληματικών μορφών της τζαζ, προσωπικοτήτων που τόσο με το έργο τους όσο και με τη ζωή τους απέκτησαν θρυλικές διαστάσεις, και όχι μονάχα για τους φανατικούς της τζαζ. Σχεδόν καθένας έχει, έστω, ακούσει τα ονόματα Λέστερ Γιανγκ, Θελόνιους Μονκ, Μπαντ Πάουελ, Μπεν Ουέμπστερ, Τσαρλς Μίνγκους, Τσετ Μπέικερ και Αρτ Πέπερ. Αυτοί είναι οι φανεροί πρωταγωνιστές του Ντάιερ, ήρωες θα έλεγες ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος γερά στηριγμένου στη μουσική των γεγονότων και στα γεγονότα της μουσικής. Και πίσω απ' αυτούς, σ' ένα μαγευτικό φόντο, λάμπουν και άλλοι γίγαντες της τζαζ, όπως ο Τσάρλι Πάρκερ, ο Μάιλς Ντέιβις, ο Τζον Κολτρέιν, ο Κόλμαν Χόκινς, ο Ορνέτ Κόουλμαν, ενώ τον ρόλο τού ...κομπέρ, μέσα από αφηγηματικά ένθετα που εικονίζουν την καθημερινή ζωή του μουσικού της τζαζ στις ατελείωτες διαδρομές του από πόλη σε πόλη, παραδίδει ο ταλαντούχος συγγραφέας στο δίδυμο Ντιουκ Ελινγκτον και Χάρι Κάρνεϊ.
  • Ο Ντάιερ είναι τόσο παθιασμένος με το θέμα του, τόσο αποφασισμένος να γράψει ένα απόλυτο βιβλίο για την τζαζ, ώστε μοχθεί, επιτυχώς, μέσα από βιογραφικές πληροφορίες, από φωτογραφίες και, φυσικά, από τη μουσική τους, να εισχωρήσει στα μύχια των μυχίων τους, να ζήσει μέσα στην καθημερινότητά τους, να δει ξανά και ξανά το φιλμ της ψυχής τους. Διεισδύει στη βαθιά αλήθεια της τζαζ μέσα από διαλεγμένες στιγμές και ροπές των δημιουργών της, όπως οι φριχτές ταλαιπωρίες που υπέστη στον στρατό ο Λέστερ Γιανγκ, η βάναυση τρίμηνη περίοδος στη φυλακή που τσάκισε πολλά μες στην ψυχή της ιδιοφυΐας που άκουγε στο όνομα Θελόνιους Μονκ, ο εγκλεισμός σε ψυχιατρική κλινική του μεγάλου πιανίστα Μπαντ Πάουελ, οι αλκοολικές περιπλανήσεις στην Ευρώπη του Μπεν Ουέμπστερ, η πελώρια πληθωρικότητα μιας αδηφάγου προσωπικότητας όπως ο Τσαρλς Μίνγκους, η συνταρακτική τραγική μεταμόρφωση του Τσετ Μπέικερ, του Αντονέν Αρτό της τζαζ, από έναν εκθαμβωτικό συνδυασμό Τζέιμς Ντιν και Τζακ Κέρουακ σε μια παραπαίουσα, απίστευτα πρώιμα γερασμένη μάσκα από ρυτίδες, βαθουλώματα, εσοχές, και τέλος, στο πιο πολυσέλιδο και πιο σπαραχτικό πορτρέτο, ο τρόπος με τον οποίο μπορούσε να εκδηλωθεί η πανίσχυρη καλλιτεχνική ισχύς, ακόμη και στο προαύλιο μιας σκληρής φυλακής, ενός τόσο εύθραυστου ανθρώπου όπως ο Αρτ Πέπερ - ας σημειωθεί ότι ο Πέπερ πέρασε κοντά μία δεκαετία μέσα σε κελιά, ίσως ρεκόρ για έναν τόσο σπουδαίο καλλιτέχνη. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι μέσα στο κείμενο για τον Πέπερ θα εντοπίσει ο αναγνώστης και τη φράση που πρόσφερε τον τίτλο στο βιβλίο: ο Αρτ, ενώ είναι στο κελί του κολαστηρίου, φαντασιώνεται πως έχει αποφυλακιστεί, πως συναντάει μια καλλονή και της εξηγεί τι είναι τα μπλουζ που παίζει με το σαξόφωνό του· η καλλονή λέει: «Ολος αυτός ο πόνος, κι όμως, κι όμως... κι όμως όμορφα» (σ. 221).
  • Ο Ντάιερ, ουσιαστικά, προσφέροντάς μας αυτά τα δεξιοτεχνικά πορτρέτα, μας παραδίδει ένα έξοχο εγχειρίδιο για το συντακτικό και τη γραμματική αυτής της μεθυστικής μουσικής γλώσσας, της τζαζ. Μέσα από τις αφηγήσεις του, συνδυάζοντας λόγια των ίδιων των δημιουργών, με σκηνές της ζωής τους, αλλά και με σκέψεις που ξετυλίγονται από τούτα τα λόγια και τούτες τις σκηνές, μας μυεί στο μεγάλο μυστικό της τζαζ: την εξουθενωτική ανάγκη της τζαζ να ανανεώνεται διαρκώς και μάλιστα με άλματα, με ρήξεις ακαριαίες, με απότομες ανατροπές, από τη μια, και με έναν εξίσου εξουθενωτικό και αέναο διάλογο με τις ρίζες, με το παρελθόν της. Η τζαζ, θέλει να μας πει ο Ντάιερ, είναι η μελωδία που γίνεται ψυχική κραυγή, είναι ο ψίθυρος και συνάμα το ουρλιαχτό, είναι και ο λυγμός και ο βρόντος, όπως θα έλεγε ο Τ. Σ. Ελιοτ, είναι η μουσική που θέλει να εκφράσει τα πάντα, που θέλει να κάνει αιώνιο το εφήμερο -και δεν υπάρχει πιο εφήμερη στιγμή της μουσικής από έναν αυτοσχεδιασμό κάποιου τζαζίστα- και λαχταράει με συντριπτική σοβαρότητα να αναγάγει το χθαμαλό, το ποταπό και το ασήμαντο σε ύψιστο, ανυπέρβλητο, ιερό.
  • Στοιχηματίζει κανείς ότι ο Τζεφ Ντάιερ γνωρίζει πολύ καλά τους στενούς δεσμούς τής τζαζ με την ποίηση και τη ζωγραφική, γνωρίζει σίγουρα, αν και δεν το αναφέρει, ότι ο δαφνοστεφής Εγγλέζος ποιητής Φίλιπ Λάρκιν έχει εκδώσει βιβλίο με κείμενα για την τζαζ, ότι ο ρηξικέλευθος Τζάκσον Πόλοκ λάτρευε την τζαζ, ότι ο Ντιουκ Ελινγκτον, με τη σειρά του, υπήρξε και εξαιρετικός ζωγράφος, ότι ο Κόλμαν Χόκινς συνέθεσε το πρώτο παγκοσμίως έργο για σόλο σαξόφωνο εμπνευσμένος από τον Πάμπλο Πικάσο, και τόσα άλλα. Σε ένα αρκετά εκτενές επίμετρο 40 σελίδων, ο Ντάιερ εκθέτει τις αντιλήψεις του για την τζαζ, συγκροτώντας τον φέροντα οργανισμό των προηγούμενων εφτά αφηγήσεών του. Πρόκειται για ένα από τα πιο πολύτιμα γραπτά σχετικά με τη μουσική αυτή, ακριβώς στους αντίποδες του διαβόητου άστοχου δοκιμίου τού σπουδαίου στοχαστή Τέοντορ Αντόρνο «Τζαζ, η αιώνια μόδα» (το οποίο, μάλιστα, ο Ντάιερ χαρακτηρίζει ευθέως ανόητο).
  • Η μετάφραση του γοητευτικού αυτού βιβλίου ευτύχησε στα χέρια της Δανάης Στεφάνου, η οποία, γεννημένη στα 1978, έχει κάνει λαμπρές σπουδές μουσικής, κι έτσι μας πρόσφερε την ποιητικότητα του Ντάιερ, και τους πάμπολλους όρους της τζαζ με ευαίσθητο και άρτιο τρόπο. Ενα βιβλίο, εν κατακλείδι, που θα το απολαύσουν οι ήδη μυημένοι στη μουσική του Μάιλς και του Κολτρέιν, αλλά και θα ωθήσει, μαγεύοντάς τους, όλους τους υπόλοιπους αναγνώστες να σπεύσουν να γεμίσουν τα ράφια τους με τα θεσπέσια διαμάντια της τζαζ δισκογραφίας.

Monday, May 25, 2009

Ταξίδι στον κόσμο της τζαζ

Ταξίδι στον κόσμο της τζαζ
Πέντε μέρες, δεκατέσσερα συγκροτήματα και δεκάδες χιλιάδες μουσικόφιλοι που αναμένεται να το επισκεφθούν. Την Τετάρτη ανοίγει η αυλαία για το 9ο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Τζαζ που διοργανώνει ο Δήμος Αθηναίων στην «Τεχνόπολις», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Το καθιερωμένο μουσικό ραντεβού υποδέχεται το καλοκαίρι με σαξόφωνο, πιάνο και κρουστά… βάλσαμο για το μυαλό και το σώμα. Οι διοργανωτές αναμένουν περισσότερους από 40.000 επισκέπτες όλων των ηλικιών.

Η εμφάνιση της Big Band του δήμου Αθηναίων δίνει το σύνθημα για την έναρξη της γιορτής, ενώ ο Δανός crooner Bennie Chawes, που ακολουθεί, αναμιγνύει τζαζ, σόουλ και ποπ με οδηγό του το συναίσθημα. Αργότερα, η Angela Trondle και οι Μosaik από την Αυστρία κλείνουν την πρώτη βραδιά φέρνοντας στην Αθήνα ατμόσφαιρα Νέας Υόρκης.

Την Πέμπτη (28/5) το ντουέτο των Nordic Sounds από την Εσθονία μάς ταξιδεύει με φολκ ήχους στους θρύλους της Σκανδιναβίας, ενώ ο περιζήτητος Βέλγος ντράμερ Teun Verbruggen επανέρχεται στη σκηνή της «Τεχνόπολις» με ένα σετ έντονα αυτοσχεδιαστικό.

Ο μοναδικός Ελληνας του Φεστιβάλ ανεβαίνει στη σκηνή στις 23.00. Ο σαξοφωνίστας Γιάννης Κασσέτας και οι Funk Wizards παρουσιάζουν υλικό από τον πρώτο και τον επερχόμενο δεύτερο δίσκο τους που θα κυκλοφορήσει στα τέλη της χρονιάς. Ο διακεκριμένος μουσικός επιλέχθηκε από την επιτροπή του Φεστιβάλ ανάμεσα σε δεκαεννιά συμμετοχές και δίπλα του στη σκηνή, εκτός από τους Funk Wizards, θα βρίσκεται ο συνεργάτης του Βασίλης Ξενόπουλος, ανερχόμενος σαξοφωνίστας στην τζαζ σκηνή του Λονδίνου.

Την Παρασκευή (29/5) οι Ισπανοί Jerez-Texas πατάνε στο φλαμένκο, στην τζαζ και την κλασική μουσική για να συνθέσουν το δικό τους «Patchwork», όπως τιτλοφορείται το δεύτερο άλμπουμ τους, ενώ ακολουθούν οι Ολλανδοί Wired Paradise του σαξοφωνίστα Yuri Honing και τη βραδιά κλείνει το δίδυμο των Ιταλών Marco di Gennaro (πιάνο) και Luca Velotti (σαξόφωνο, κλαρινέτο).

Το Σάββατο (30/5) το τρίο της Kaisa Kulmala από τη Φινλανδία ισορροπεί ανάμεσα στο στοχασμό και τις εντάσεις, ενώ ακολουθεί η τραγουδίστρια Miriam Bale από την Πράγα. Λίγο αργότερα, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στην Πορτογαλία και την τραγουδίστρια Maria Joao.

Την τελευταία μέρα του Φεστιβάλ, Κυριακή (31/5), ο διακεκριμένος Σλοβάκος κιθαρίστας David Kollar, μας συστήνει τα δύο πετυχημένα άλμπουμ του, ενώ ο σαξοφωνίστας Maxim Bender με το συγκρότημά του από το Λουξεμβούργο επιχειρεί να σπάσει τις παραδοσιακές φόρμες της τζαζ. Το κουαρτέτο των Ούγγρων Aved-Fenyvesi ρίχνει την αυλαία του φεστιβάλ με διασκευές και δικές τους συνθέσεις.
Info

Τεχνόπολις, Πειραιώς 100
Είσοδος ελεύθερη
Εναρξη: Κάθε βράδυ
στις 21.
  • ΖΑΛΙΓΚΑΣ ΚΩΣΤΑΣ, Ελεύθερος Τύπος, Δευτέρα, 25.05.09