Του Νικου A. Δοντα
- KPITIKH. Ασκηση φόρμας είναι η «Κολασμένη κωμωδία», έργο που βασίζεται σε ιδέα του αρχιμουσικού Μάρτιν Χάζελμπεκ και υλοποιήθηκε πάνω σε κείμενα του Βιεννέζου συγγραφέα και σκηνοθέτη Μίχαελ Στούρμινγκερ. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 2009 με τον Τζον Μάλκοβιτς στον κεντρικό ρόλο, δύο υψιφώνους να μοιράζονται τις προβλεπόμενες άριες και τον Χάζελμπεκ να διευθύνει την ορχήστρα «Ακαδημία της Βιέννης». Στην Αθήνα δόθηκε στο πλαίσιο του ετήσιου φεστιβάλ «Θέατρο πέρα από τα όρια», που διοργάνωσε φέτος η Αττική πολιτιστική Εταιρεία στις 25 και 26 Μαΐου στην αίθουσα «Θέατρον».
Ηχος και σκηνοθεσία
- Το θέαμα παίζει ταυτόχρονα με τρία στοιχεία: με τον αυθορμητισμό της «stand-up comedy», με την αυστηρότητα της «Affektenlehre» όπου κάθε ενότητα προσδιορίζεται από ένα κυρίαρχο συναίσθημα, και με τη δομή της κωμικής γερμανικής όπερας, όπου πεζοί διάλογοι εναλλάσσονται με άριες. Αξιοποιεί κοινούς τόπους του ευρωπαϊκού πολιτισμού αναγνωρίσιμους στο ευρύ φιλότεχνο κοινό. Παίζει επίσης με ονόματα -Τζον / Τζακ, Ντον Τζοβάνι / Τζακ ο αντεροβγάλτης- και στηρίζεται σε δημοφιλείς άριες των Μότσαρτ, Μπετόβεν, Χάιντν, Βέμπερ, Βιβάλντι όπως επίσης σε ενόργανη μουσική από το μπαλέτο «Δον Χουάν» του Γκλουκ.
- Ως προς όλα αυτά, το υβριδικό έργο έχει ενδιαφέρον, το δε μουσικό μέρος αποδόθηκε υποδειγματικά από τον Στούρμινγκερ και την ορχήστρα που έπαιζε σε όργανα εποχής. Καλά τραγούδησαν επίσης η Πολωνέζα υψίφωνος Αλεξάντρα Ζαμόσκα που ανέλαβε τις περισσότερο δραματικές μουσικές σελίδες και η Δανέζα συνάδελφός της Λουίζε Φρίμπο (26/5) που απέδωσε την περισσότερο δεξιοτεχνική μουσική.
Κοινότοπη φιλοσοφία
- Θα απολάμβανε κανείς ακόμα περισσότερο την ακρίβεια και τη δραματική ένταση της ορχήστρας αν το σύνολο δεν περιβαλλόταν από υφασμάτινα, ηχο-απορροφητικά πετάσματα αλλά από ανακλαστικές επιφάνειες (το προφανές!), που επιπλέον θα προέβαλλαν καλύτερα τις φωνές. Επιτυχημένη ήταν η σκηνοθεσία στα μουσικά μέρη, που αναδείκνυε το κείμενο και απελευθέρωνε τα συναισθήματα.
- Οσο κι αν θαυμάζει κανείς την υποκριτική ικανότητα του Μάλκοβιτς, είναι δύσκολο να παρακάμψει τις αδυναμίες του κειμένου. Ο ρηχός λόγος έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τη μουσική και το βάθος των συναισθημάτων που εκφράζονται από τις σελίδες ώριμης γραφής που έχουν επιλεγεί. Σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς η αρχική «πλάκα» και τα αστειάκια δεν μετασχηματίστηκαν σε κάτι περισσότερο από κοινότοπη φιλοσοφία, ενώ το παιχνίδι ανάμεσα στην υποκειμενική κατάθεση του κατά συρροήν δολοφόνου και στην αντικειμενική ματιά του ιδίου παρέμεινε ανώδυνα στην επιφάνεια.
- Κρατά κανείς τη θετική εντύπωση από τον διάλογο ανάμεσα στις φόρμες, τα είδη, τα στυλ, καθώς επίσης το μουσικό μέρος, που από μόνο του έπλασε μία αφήγηση.
Saturday, June 12, 2010
Ανώδυνο υβρίδιο με καλή μουσική
Sunday, January 25, 2009
Λαζαρίδης - Συμεωνίδης σε εξαίρετη συναυλία
Την καλύτερη συναυλία της τα τελευταία χρόνια πραγματοποίησε η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ στις 13 Ιανουαρίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Oχι μόνον επειδή ο Γιώργος - Εμμανουήλ Λαζαρίδης απέδωσε εξαιρετικά το «Αυτοκρατορικό» Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν, αλλά και επειδή μοιάζει πως ο Βλαδίμηρος Συμεωνίδης, αρχιμουσικός και διευθυντής της ορχήστρας από το 2006, εγκαταλείπει όλο και περισσότερο την γωνιώδη, προσκολλημένη στο μετρονόμο, διεύθυνση των πρώτων ετών. Ως αποτέλεσμα, η μουσική ρέει με πολύ μεγαλύτερη φυσικότητα, χωρίς εμπόδια. Στην επιτυχία βοήθησε, βεβαίως, η επιλογή των έργων, καθώς τόσο το κοντσέρτο του Μπετόβεν όσο και η «Ιταλική» Συμφωνία του Μέντελσον στηρίζονται κατά κύριο λόγο στα έγχορδα, που αποτελούν το ισχυρό χαρτί της συγκεκριμένης ορχήστρας.
Η βραδιά ξεκίνησε με το Πέμπτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Ο Λαζαρίδης υπήρξε από την αρχή κυρίαρχος, διαθέτοντας την σβελτάδα, τη δεξιοτεχνία αλλά και την μεγαλοπρέπεια που απαιτείται. Η ασφαλής τεχνική του επέτρεπε εναλλαγές δυναμικής μέσα από τις οποίες πρόβαλλε η σχέση ανάμεσα στις ενότητες της μουσικής. Ο Συμεωνίδης δεν παρακολουθούσε απλώς, αλλά βρισκόταν μαζί του σε διαρκή διάλογο. Το δεύτερο μέρος του έργου ήταν ποιητικό αλλά και μετρημένο, χωρίς εκχωρήσεις και γλυκασμούς.
Σβελτάδα και μεγαλοπρέπεια
Ομως, ήταν το τρίτο μέρος εκείνο που σφράγισε την επιτυχία, καθώς ο Λαζαρίδης αποδείχθηκε πραγματικά εξαίρετος. Ο απόλυτος έλεγχος που προέκυπτε ως αποτέλεσμα της εμφανέστατα λεπτομερούς επεξεργασίας κάθε υποενότητας της μουσικής, δεν προκαλούσε μόνο θαυμασμό (αυτονόητο σε ένα ζωηρό μέρος), αλλά και συγκίνηση. Εντονος και κοφτός όποτε χρειαζόταν, ήπιος και ευέλικτος σε άλλα σημεία, με δαιμονικές τρίλιες που όριζαν (ενότητες) και προσδιόριζαν (διάθεση), έδωσε μία εμπνευσμένη ανάγνωση, που σπάνια έχει ακουστεί στην αίθουσα αυτή. Ο Συμεωνίδης ανταποκρίθηκε άριστα: η ορχήστρα στην κυριολεξία έβγαλε σπίθες, χωρίς ποτέ να υποσκελίσει τον πιανίστα, που με τον ρωμαλέο ήχο του δεν έχασε σε κανένα σημείο την κυριαρχία. Μεθυστική ερμηνεία γεμάτη σφρίγος.
Τα «καλά νέα» είχαν και συνέχεια. Από την πρώτη κιόλας νότα της Συμφωνίας αρ. 4 του Μέντελσον ήταν φανερό τι θα ακολουθούσε, καθώς το φως και η ζωντάνια απέδωσαν άριστα τη φωνή του Γερμανού που, περνώντας τις Αλπεις, αναφώνησε «Επιτέλους Ιταλία!». Ο Συμεωνίδης διηύθυνε το πρώτο μέρος γοργά, αέρινα αλλά ταυτόχρονα με πλαστικότητα και ευελιξία που ξάφνιασαν. Το δεύτερο μέρος ήταν επίσημο χωρίς να χάνει το μεσογειακό του φως, ενώ το τρίτο διέθετε κάτι από τη δροσιά που έχει το καλοκαιρινό αεράκι. Ο τελικός χορός ήταν όσο ζωηρός αναμενόταν.[Η Καθημερινή, 25/01/2009]
Monday, November 10, 2008
Λυρισμός και φλόγα από το Τρίο Artis
Από την πρώτη χρονιά, το Iδρυμα Θεοχαράκη έδειξε τις προθέσεις του και στον χώρο της σοβαρής μουσικής. Το περσινό θετικό ξεκίνημα βρίσκει συνέχεια στο φετινό πρόγραμμα, από το οποίο εύκολα ξεχωρίζουν αρκετές εκδηλώσεις. Η συναυλία της 24ης Οκτωβρίου ήταν μία από αυτές. Το σύνολο Artis, ένα Τρίο με πιάνο, συνεργάστηκε με τον Βλάντιμιρ Μέντελσον (βιόλα) και πρότεινε ένα απαιτητικό πρόγραμμα με έργα Σούμπερτ, Μπετόβεν και Μπραμς. Από κάθε άποψη, η βραδιά εξελίχθηκε κλιμακούμενη, εκπληρώνοντας τελικά τις υποσχέσεις, καθώς το πάθος των μουσικών αποδείχτηκε μεταδοτικό.
Η συναυλία ξεκίνησε με το πρώιμο, μελωδικό «Μέρος Σονάτας», μία πρώτη απόπειρα του Φραντς Σούμπερτ να συνθέσει για έγχορδα και πιάνο. Ακολούθησε το περίφημο Τρίο «του αρχιδούκα» του Μπετόβεν και το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με το εκτενές πρώτο Κουαρτέτο για πιάνο και έγχορδα (έργο 25) του Μπραμς που καταλήγει στο δημοφιλές τελικό ρόντο «σε τσιγγάνικο ύφος».
Οι Artis δεν είναι νέοι στον χώρο. Ο βιολιστής Γιάννος Μαργαζιώτης και ο τσελίστας Νικόλας Καβάκος, δύο από τους καλύτερους μουσικούς εγχόρδων της ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, συνεργάζονται με την πιανίστρια Aννη Τότσιου. Η μεταξύ τους χημεία μοιάζει να λειτουργεί καλά, με αποτέλεσμα τον ζωηρό διάλογο ανάμεσα στα τρία όργανα. Παράλληλα, κάθε μουσικός συνεισφέρει το δικό του εκφραστικό στοιχείο στην ερμηνεία, ο Μαργαζιώτης την συναισθηματική ένταση, ο Καβάκος τον ήπιο τόνο, η Τότσιου το ονειρικό στοιχείο, ιδιότητες που λειτουργούν αντιστικτικά και αποζημιώνουν με το παραπάνω για την όποια σημειακή έλλειψη φινιρίσματος.
Μεσογειακή ρευστότητα
Στο Τρίο του Μπετόβεν, τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά των μουσικών ανέδειξαν τις διαφορετικές όψεις του έργου, ενώ η επιτυχία της ερμηνείας προσδιορίστηκε από τη μεσογειακή ρευστότητα της μουσικής. Στο Κουαρτέτο του Μπραμς, οι τρείς μουσικοί συνεργάστηκαν ακόμα πιο αποτελεσματικά, ίσως και χάρη στην παρουσία του Μέντελσον, που με τον θερμό, βελούδινο ήχο της βιόλας του συνεισέφερε αποφασιστικά στην συναισθηματική ένταση και στην αμεσότητα του αποτελέσματος.
Στο πλαίσιο του αθηναϊκού μουσικού τοπίου, που κάθε χρόνο χαρακτηρίζεται από όλο και λιγότερη φαντασία, η επιτυχία της βραδιάς υπήρξε ιδιαίτερα ενθαρρυντική για τη διάθεση έστω και μίας μειοψηφίας Eλλήνων μουσικών να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε ένα είδος μουσικής απαιτητικό και εκ των πραγμάτων για περιορισμένο κοινό, όπως η μουσική δωματίου. Υπήρξε όμοια σημαντική για τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν θεσμοί όπως το Iδρυμα Θεοχαράκη, όταν αποφασίσουν να στηρίξουν με συνέπεια είδη τεχνών που δεν είναι εμπορικά και επομένως δεν αποδίδουν άμεσα, αλλά μόνον σε βάθος χρόνου.
Saturday, September 20, 2008
Μαρσέλο Αλβαρες: Γενναιοδωρία, αμεσότητα και… υπέροχη φωνή
Τον Μαρσέλο Αλβαρες, τον κορυφαίο λυρικό τενόρο της εποχής στην απόλυτη ακμή του, προσκάλεσε η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ) για ένα ρεσιτάλ. Στις 13 Σεπτεμβρίου, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο των Δημητρίων, ο Αργεντινός τραγουδιστής κατέκτησε το κοινό με το τραγούδι αλλά και την επικοινωνιακή του άνεση.
- Σίγουρος και επικοινωνιακός
Εξαιρετικός επαγγελματίας αλλά επίσης ειλικρινά απολαμβάνοντας αυτό το οποίο έκανε, ο Αλβαρες εμφανίστηκε απολύτως σίγουρος, με σαφή έλεγχο των δυνάμεών του ακόμα και στα πιο εκτεθειμένα σημεία. Το τραγούδι του ήταν συναισθηματικά άμεσο, διέθετε αποχρώσεις και εκφραστικότητα ενώ απέφυγε περιττά ρίσκα και στοιχεία εντυπωσιασμού. Το θερμό κοινό ανταμείφθηκε με τέσσερα αποσπάσματα εκτός προγράμματος, που περιελάμβαναν μία υποδειγματική απόδοση της άριας του Καβαραντόσι από την Γ΄ Πράξη της «Τόσκας» του Πουτσίνι και κατέληξαν στη δημοφιλέστατη «Γρανάδα» του Λάρα.
Saturday, September 13, 2008
Οριακές καταστάσεις, συναρπαστική μουσική
Εξήντα χρόνια συμπλήρωσε φέτος το φεστιβάλ του Αιξ της Προβηγκίας, ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς μουσικούς θεσμούς. Από το 1948 έως σήμερα ανανεώνεται διαρκώς, διευρύνοντας τις δραστηριότητές του και προσφέροντας στο φιλόμουσο κοινό νέες προκλήσεις. Στην πιο πρόσφατη δεκαετία του, υπό τη διεύθυνση του Στεφάν Λισνέρ, σήμερα καλλιτεχνικού διευθυντή της Σκάλας του Μιλάνου, διεκδίκησε μία θέση πλάι στο φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ. Αν και με πολύ διαφορετικά οικονομικά, κατόρθωσε να ανανεώσει τους χώρους του και να εγκαινιάσει το 2007 μία μεγάλη νέα αίθουσα. Παράλληλα, προτείνει στο κοινό του ρεπερτόριο λιγότερο συμβατικό σε παραγωγές υψηλών προδιαγραφών.
Μία από τις πιο πολυσυζητημένες υπήρξε αυτή της όπερας του Λέος Γιάνατσεκ «Από το σπίτι των νεκρών» που παρουσιάστηκε στη νέα αίθουσα τον Ιούλιο του 2007 αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Το έξοχο θέαμα διατίθεται ήδη στο παγκόσμιο κοινό σε μορφή dvd (DG 004400734426). Η συγκλονιστική όπερα του Τσέχου συνθέτη δόθηκε σε σκηνοθεσία του Πατρίς Σερώ, σκηνικά του Ρισάρ Πεντούτσι και μουσική διεύθυνση του Πιέρ Μπουλέζ, των τριών συνεργατών που είχαν ταράξει τον καλλιτεχνικό κόσμο με τη ρηξικέλευθη παραγωγή του βαγκνέριου «Δαχτυλιδιού» στο Μπαϊρόιτ το 1976. Η νέα δουλειά τους αποδείχτηκε εξίσου συναρπαστική και επιβεβαίωσε ότι το συγκεκριμένο έργο ανήκει στα πιο ακραία και πλέον συγκινητικά δείγματα μουσικού θεάτρου του 20ού αιώνα.
Ουσιαστικά χωρίς υπόθεση, η όπερα αποτελείται από σκηνές που στηρίζονται στις αναμνήσεις του Ντοστογέφσκι από τα κάτεργα στη Σιβηρία. Ζοφερό, με θαυμαστή δραματική οικονομία, το κείμενο διεισδύει με ευστοχία και λιτότητα μέσων στην ψυχή ανθρώπων που υπό τη σιδερένια γροθιά ενός απολυταρχικού καθεστώτος βρίσκονται σε οριακή κατάσταση. Απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς, η μουσική του Γιάνατσεκ μεταδίδει στο ακέραιο την έντονη φόρτιση και με ανάλογα λιτά μέσα σκιαγραφεί τους χαρακτήρες.
Μακριά από κάθε ωραιολογία, λιτό και αυστηρό, το θέαμα του Πατρίς Σερώ αντλεί τη δύναμή του από τη μελετημένη καθοδήγηση κάθε τραγουδιστή και την ανάδειξη κάθε χαρακτήρα ως ξεχωριστής προσωπικότητας που δικαιούται τη δική της στιγμή. Στην ατμόσφαιρα συνεισφέρει το απέριττο σκηνικό, τεράστιοι όγκοι από σκυρόδεμα που με τη γύμνια και το βάρος τους εντείνουν την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Εξοχοι, επίσης, είναι οι υποβλητικοί φωτισμοί του Μπερτράν Κουντέρκ. Το όλο υποστηρίζεται από τη μουσική διεύθυνση του Πιέρ Μπουλέζ, που αναδεικνύει τη δύναμη της παρτιτούρας αυτής του 1928, τον χαρακτήρα μουσικής δωματίου που διαθέτει, όπως επίσης την ενδιαφέρουσα ενορχήστρωση. Η μεταφορά του σε dvd έχει διατηρήσει την ένταση της παράστασης. Υποδειγματική δουλειά, υποδειγματικά μεταφερμένη.