Saturday, January 29, 2011

Ο Θεοδωράκης της ψυχής μας

Τα σημαντικότερα έργα του Μίκη από την «Κ»

H «Κ» προσφέρει στους αναγνώστες της τα σημαντικότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας τους, παρουσιάζονται ιστορίες που έδωσαν τις αφορμές για να γραφούν ορισμένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του. Στη φωτογραφία, ο συνθέτης με τους Μανώλη Χιώτη και Γρηγόρη Μπιθικώτση, το 1962.


Απλές ιστορίες συνοδεύουν τα αγαπημένα έργα του συνθέτη που θα προσφέρει η «Κ» στους αναγνώστες της 

  • Της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 30 Iανoυαρίου 2011
  • Από τις 13 Φεβρουαρίου η «Κ» προσφέρει στους αναγνώστες της τα σημαντικότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, όπως: Αξιον Εστί, Ρωμιοσύνη, Επιτάφιος, Επιφάνια, Μικρές Κυκλάδες, Canto General κ. ά.
Μελοποίησε τους μεγαλύτερους ποιητές. Σύστησε την ποίηση του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου και του Λειβαδίτη σε όλη την Ελλάδα, που τον αγάπησε και τον έκανε μέρος της καθημερινότητάς του. Ο Μίκης Θεοδωράκης κέρδισε το μεγάλο στοίχημα. Από τους σημαιοφόρους της περιπέτειας της μετεμφυλιακής Ελλάδας και των κοινωνικοπολιτικών αλλαγών της, έγινε αργότερα σε όλο τον κόσμο πρωτοστάτης διαμαρτυρίας για την κατάλυση της δημοκρατίας. Και σήμερα, κορυφαίος, φλογερός ταγός της μουσικής, αλλά και της ψυχής της.
Τα τραγούδια του πέταξαν πάνω από τους τόπους όπου δημιουργήθηκαν, αγαπήθηκαν και αποτέλεσαν σύμβολα άλλων λαών, που επίσης γνώρισαν διώξεις και ταλαιπωρίες, όπως οι Ισπανοί, οι Χιλιανοί, οι Αρμένιοι, οι Κούρδοι και οι Παλαιστίνιοι, στους οποίους έδωσε βήμα μέσω των συναυλιών του. Οι μελωδίες του καθρεφτίζουν όλες τις στάσεις και τους σταθμούς της Ελλάδας του 20ού αιώνα, με όλες τις διαψεύσεις και προσδοκίες, τις ιδεολογικές διαφορές, τις διώξεις και τις ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον.
Εχει γράψει τα πιο πηγαία τραγούδια, μουσική για το θέατρο και το σινεμά, όπερες, συμφωνικά και μετασυμφωνικά έργα, μουσική δωματίου και ορατόρια, μουσική για μπαλέτο και καθιέρωσε τις συναυλίες έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Χρησιμοποίησε λαϊκή και κλασική ορχήστρα, βαρύτονο και λαϊκό ερμηνευτή για το «Αξιον Εστί» παντρεύοντας στα 35 του τη λαϊκή ψυχή με τη δομή τού ορατόριου, τη Δύση με την καθ’ ημάς Ανατολή και αναδεικνύοντας τον πιο ουσιαστικό, ελληνικό, μουσικό κοσμοπολιτισμό.
Συνήθως όταν μιλάμε για τον Μίκη Θεοδωράκη και τον τρόπο που έγραψε τα τραγούδια του, στεκόμαστε στους αγώνες, στα χρόνια της Μακρονήσου και μιας Ελλάδας διχασμένης. Στο τι έδωσαν και δίνουν τα έργα του στους νεότερους δημιουργούς, τι αναμοχλεύουν στις συνειδήσεις μας.
Σήμερα, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας των ιστορικών του έργων από την «Καθημερινή», παρουσιάζουμε τις ιστορίες που έδωσαν τις αφορμές για να γραφούν ορισμένα από τα αγαπημένα του έργα και τραγούδια. Απλές ιστορίες από ένα φωτεινό δρομέα του τραγουδιού που εξακολουθεί να ξεσηκώνει και να συγκινεί.
  • «Χάθηκα»
Ηταν ένα από τα πολλά χαρτάκια που σκόρπιζε στον κήπο του σπιτιού τους στον Γαλατά, ανάμεσα στα χρυσάνθεμα και στα γαρύφαλλα, ο βενιαμίν της οικογένειας, Γιάννης Θεοδωράκης: «Χάθηκα μέσα στους δρόμους που μ’ έδεσαν για πάντα / μαζί με τα σοκάκια / μαζί με τα λιμάνια…».
Ο αδερφός του, ο Μίκης, το ψάρεψε όπως τόσα άλλα. «Θα πήγαινε τότε στην έκτη Γυμνασίου. Στην τάξη του ήσαν όλοι ένοπλοι. Κι από ’κει και πέρα, πού να λογαριάσεις πειθαρχία, σεβασμό, υπακοή... Ο καημένος ο πατέρας έτρεμε να του μιλήσει, μήπως και πυροβολήσει τα βαρέλια και χυθεί το κρασί. Ετσι φαίνεται πως δεν συγχωρούσε στον εαυτό του αυτές τις ευαισθησίες, να γράφει ποιήματα. Ομως το ’χε ανάγκη... Κι αφού την ικανοποιούσε σκαλίζοντας τους στίχους στο άσπρο χαρτί, ευθύς μετά το πετούσε, για να δείξει στον εαυτό του πως ξανάγινε άντρας σκληρός, υπεράνω της ποίησης... Αυτήν την εξήγηση έδινα τότε, καθώς μάζευα τα χαρτάκια, λες και ήταν κολοκύθια ή αγγούρια μέσα από τον κήπο».
Το «Χάθηκα» το μελοποίησε όταν υπηρετούσε στρατιώτης στα Χανιά και μαζί με τα «Δακρυσμένα μάτια», την «Αυγή αφράτη» και την «Ομορφη πόλη» αποτέλεσαν τους «Λιποτάκτες», που ηχογραφήθηκαν το 1960 με τον Μανώλη Χιώτη, τον Δημήτρη Φάμπα στην κιθάρα και τον Καζανά στα κρουστά.
Ηταν μάλιστα η αφορμή για να τραγουδήσει ο ίδιος για πρώτη φορά. Αλλά παρ’ ότι για κάποιους ήταν ιδιαίτερα γοητευτικό, για άλλους ήταν ακριβώς το αντίθετο. Οπως για τον Σάκη Πεπονή ο οποίος «όταν ήταν διευθυντής του ΕΙΡ, μου δήλωσε ότι διέταξε να μη μπαίνουν οι “Λιποτάκτες” γιατί ήμουν φάλτσος».
  • «Επιτάφιος»
Ηταν το 1958 στο Παρίσι που ο Μίκης Θεοδωράκης και η σύζυγός του Μυρτώ (παντρεμένοι ήδη πέντε χρόνια) είχαν νοικιάσει ένα διαμέρισμα σε μια pension de famille στην οδό Miromensil. Η ζωή τους, ασκητική. «Η Μυρτώ ξυπνούσε μες στα βαθιά χαράματα. Επρεπε να αλλάξει δύο μετρό για να φτάσει στην άλλη άκρη του Παρισιού, στη Rive Gauche, κοντά στο Pantheon, όπου βρισκόταν το νοσοκομείο Κιουρί. Εκεί, στην αρχή ειδικεύθηκε και μετά δούλεψε ως κανονική γιατρός στη θεραπεία του καρκίνου με την τεχνική του κοβαλτίου». Ο ίδιος μελετούσε στο σπίτι.
Ηταν ένα βράδυ που περίμεναν τους φίλους τους κι έπρεπε να βγουν για τα αναγκαία ψώνια. Λίγες μέρες πριν, ο Γιάννης Ρίτσος του έστειλε τον «Επιτάφιο» με την εξής αφιέρωση: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός». Με το μικρό μεταχειρισμένο Οpel, που είχε αγοράσει από το πρώτο του φιλμ «Η απαγωγή του στρατηγού Κράιπε», έφτασαν στο ελληνικό μπακάλικο. Η Μυρτώ έφυγε για τις προμήθειες κι εκείνος άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο του Ρίτσου, που συμπτωματικά πήρε μαζί του. «Ξαφνικά με έπιασε μια βαθιά επιθυμία για μελοποίηση». Σε εκείνο το μικρό αυτοκίνητο συνελήφθησαν τα τραγούδια του Επιταφίου, που δίχασαν με τις πρώτες εκδοχές τους (Μούσχουρη - Χατζιδάκις, Μπιθικώτσης - Χιώτης, Θεοδωράκης - Λίντα) τη μουσική Ελλάδα.
  • «Ζοrba the Greek»
Ηταν το 1962 όταν ο Θεοδωράκης έκανε τη φωνοληψία στον δίσκο «Η γειτονιά των Αγγέλων». «Οι μουσικοί οι δικοί μου ήταν πιο κλασικοί, ο Χιώτης επίσης ήταν πιο αιχμηρός, πιο δεξιοτέχνης. Πιο “ποιητής” στο μπουζούκι ήταν ο Ζαμπέτας, ο οποίος ήταν και γλυκύτατος άνθρωπος. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι την ώρα που “ανακάλυψα” εγώ την εισαγωγή –πού να ήξερα ότι αυτό θα με κυνηγούσε σε όλη τη ζωή μου–, είχα πρόβα με τον Ζαμπέτα και είχα γράψει το “Στρώσε το στρώμα σου για δυο” για τον δίσκο που θα κάναμε και για την παράσταση της Καρέζη στο θέατρο Κοτοπούλη.»
«Παράμ... παράμ...» έπαιζε στο πιάνο ο συνθέτης. Ο Ζαμπέτας, που μπήκε για την απαραίτητη πρόβα, έβγαλε αμέσως το μπουζούκι του και ακολούθησε: «παράμ... παράμ...». Και με τον χαρακτηριστικό του τρόπο σχολίασε πριν μπουν στο στούντιο: «Ρε, σακουλεύεσαι τι ωραίο που είναι αυτό...
Τα κείμενα αντλήθηκαν από τα: Μίκης Θεοδωράκης – Μελοποιημένη ποίηση (εκδόσεις Yψιλον), Μίκης Θεοδωράκης – Δρόμοι του Αρχάγγελου (4, 5 εκδόσεις Κέδρος), «Αξιος Εστί» (ΣΚΑΪ, εκδόσεις – Λιβάνη), Γρηγόρης Μπιθικώτσης, «Εγώ, ο Σερ...» (εκδόσεις Κοχλίας)
  • «Πήραμε τη ζωή μας»
Με τον Γιώργο Σεφέρη ο Μίκης Θεοδωράκης συναντήθηκε το 1960 στο Covent Garden, σε μια πρόβα της ορχήστρας για την «Αντιγόνη» (μπαλέτο). Ο πρώτος υπηρετούσε ως πρέσβης στο Λονδίνο. Εκεί στο μέγαρο της πρεσβείας, όπου ήπιαν το τσάι τους, ζήτησε από τον συνθέτη «να φτιάξουν ένα μπαλέτο σε ιδέες δικές του».
Εκείνος δεν το απέκλεισε, του ζήτησε όμως και κάποια ποιήματα. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, στο μικρό διαμέρισμα όπου είχαν προστεθεί πια και δύο μωρά, η Μυρτώ άκουγε επί μέρες το «Περιγιάλι», την «Αρνηση», το «Κράτησα τη ζωή μου» κ. ά. Είχε συνηθίσει. Οταν ο Μίκης τελείωνε ένα τραγούδι που του άρεσε πολύ, το έπαιζε επί δύο βδομάδες συνεχώς, αφού: «Hξερα ότι μετά την κυκλοφορία του δίσκου δεν θα ήταν πια δικό μου».
Λίγο καιρό μετά, ο ποιητής και η σύζυγός του Μαρώ τον περίμεναν για δείπνο και για να δουν τα αποτελέσματα. Μαζί του πήρε καλού κακού την έκδοση του «Επιταφίου» που είχε κάνει ο Χατζιδάκις με τη Μούσχουρη: «Γιατί φοβόμουν ότι η λαϊκή εκτέλεση με τον Μπιθικώτση ίσως να τρύπαγε τα αυτιά του...».
Στο τραπέζι, η κυρία Σεφέρη είχε ανάψει καντηλέρια. Μόνο η σκιά του πιάνου φαινόταν ανησυχητική «γιατί το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το ερώτημα: άραγες θα του αρέσουν;».
Ο Σεφέρης: «Πάντα μετρημένος και βαρύς. Ομως, στα μάτια του είδα τη λάμψη του δημιουργού που χαιρόταν για τη νέα μορφή που έπαιρνε ξαφνικά η ποίησή του».
Ενα έμενε μόνο να προσέξει ο συνθέτης. «Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα, μου αντιστρέφεις το νόημα», ήταν η προτροπή - παράκληση του ποιητή για τον στίχο «Πήραμε τη ζωή μας». «Βάλε παύση πριν πεις “λάθος”». Στην πράξη, βέβαια, αποδείχθηκε ανέφικτο.
  • «Ρωμιοσύνη»
Hταν η αδυναμία του Γρηγόρη Μπιθικώτση. «Το δυσκολότερο έργο που έχω τραγουδήσει στη ζωή μου», σημειώνει στη βιογραφία του: «Ισοδυναμεί με 100 δασκάλους, όπου πάνε και σπουδάζουν φωνητική».
«Γράφτηκε το 1966, γιορτή των Φώτων στη Νέα Σμύρνη. Κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου, που είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν, στο πιάνο. Eίχε ξεχαστεί κάτω από άλλα χειρόγραφα. Εκείνες οι μέρες ήταν ταραγμένες. «Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο: “Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό...”, κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη».
  • «Αξιον Εστί»
Σεπτέμβριος του 1960, στο όρθιο του Λουμίδη μπροστά στο «Παλλάς», εκεί όπου «έπινε τον μοναδικό καφέ εσπρέσο η αθηναϊκή ιντελιγκέντσια», ο Οδυσσέας Ελύτης πλησιάζει τον συνθέτη: «Τελείωσα το “Αξιον Εστί”, το έργο της ζωής μου, νομίζω. Θα ’θελα να σας το έστελνα κάπου, γιατί κάτι μου λέει ότι θα σας εμπνεύσει…».
Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας και ο Παριζιάνος ταχυδρόμος άφησε στο θυρωρείο το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του Ελύτη. Οι στίχοι «Ενα το χελιδόνι», «Της αγάπης αίματα», «Της δικαιοσύνης» κ.ά. ήταν σαν μαγνήτες. Ξεκίνησε να τους μελοποιεί αμέσως, αλλά για να ολοκληρώσει το έργο χρειάστηκε τρία χρόνια.
Ο Τάκης Λαμπρόπουλος μετά το μοντάζ πήρε ένα δείγμα και το πήγε στου Φλόκα, στο ιερατείο της διανόησης, όπου σύχναζε και ο Ελύτης. Υπήρχαν αμφιβολίες. Κάποιοι είπαν πως ο κόσμος θα γελάσει με το αποτέλεσμα… «Εγώ όμως επέμενα. Ετσι φτάσαμε στο εξώφυλλο. Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε διαφορετική γνώμη ακούγοντας το δείγμα». Γνώμη που την εξέφρασε με τον θαυμάσιο πίνακα που έγινε εξώφυλλο.
H πρώτη εκτέλεση στο «Ρεξ» δεν είχε τις αντιδράσεις που ήλπιζαν. Η κυκλοφορία του δίσκου, όμως, τους διέψευσε όλους. Εγινε ανάρπαστος.
Μήνες αργότερα, στις Σέρρες, όπου βρίσκονταν για μια συναυλία, είδε να σχηματίζεται ουρά έξω από ένα κατάστημα. «Πατριώτη», ρώτησε ένα χωριάτη που περίμενε πίσω πίσω με το μουλάρι του μαζί, «γιατί κάθεσαι στην ουρά;».
«Μάθαμε ότι σήμερα θα ’ρθει στις Σέρρες το «Αξιον Εστί» και το χωριό μ’ έστειλε ν’ αγοράσω το δίσκο».

No comments: