Sunday, May 3, 2009

Το ρεσιτάλ ενός «μάγου». Στο Μέγαρο Μουσικής ο κορυφαίος Κινέζος πιανίστας Λανγκ Λανγκ


  • Κορωνίδα στο φετινό πρόγραμμα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών αποτελεί η συνάντηση στις 12 και 13 Μαΐου του διαπρεπέστερου σε διεθνές επίπεδο 27χρονου πιανίστα Λανγκ Λανγκ με την κορυφαία σε όλο τον κόσμο Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Αμστερνταμ και του μοναδικού αρχιμουσικού Ντάνιελ Χάρτινγκ, που στα 30 του αποτελεί «το μέλλον της μουσικής». Δύο βραδιές αληθινής μυσταγωγίας για τους γνώστες του διαμετρήματος των παραπάνω καλλιτεχνών, ενταγμένες στο πλαίσιο της Σειράς Μεγάλες Ορχήστρες – Μεγάλοι Μαέστροι, που πραγματοποιούνται με τη χορηγία του κ. Θεόδωρου και της κυρίας Γιάννας Αγγελοπούλου. Η Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Αμστερνταμ, που μετρά λαμπρή παράδοση 120 ετών μαζί με τον Κινέζο πιανίστα του οποίου η εμφάνιση στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών του Πεκίνου το 2008 άφησε ανεξίτηλες εντυπώσεις στους θεατές όλου του πλανήτη, θα παρουσιάσει το Κονσέρτο για πιάνο αρ. 2, έργο 21 του Φρεντερίκ Σοπέν. Η ορχήστρα θα ερμηνεύσει ακόμα και τη Συμφωνία αρ. 2, έργο 73 του Γιοχάνες Μπραμς, από τα πλέον δημοφιλή έργα του Αυστριακού συνθέτη.

Πρώτη εμφάνιση

  • Εκθαμβωτικός ερμηνευτής, ένας πραγματικός σούπερ σταρ του πιάνου, ο μεγάλος Λανγκ Λανγκ κάνει την πρώτη εμφάνισή του στην Ελλάδα υπό τις ιδανικότερες συνθήκες. Η υψηλή τεχνική του αρτιότητα, η βαθιά εκφραστικότητα, αλλά και η μοναδική ένταση στον τρόπο που ερμηνεύει τα πιανιστικά έργα έχουν κάνει τις εκτελέσεις του μοναδικές και το ύφος του αναγνωρίσιμο.
  • Οι μουσικές του απόψεις συμπίπτουν κατά πολύ με εκείνες του επίσης πολύ νέου και ήδη καταξιωμένου διεθνώς μαέστρου Ντάνιελ Χάρντινγκ. Και οι δύο θεωρείται ότι ταξιδεύουν την κλασική μουσική στο σήμερα και κάνουν το είδος προσιτό στο μεγάλο κοινό. Ποιος όμως θα πίστευε ότι ο γεννημένος στις 14 Ιουνίου του 1982 στη Σενγιάνγκ, στη Βόρεια Κίνα, Λανγκ Λανγκ, έκανε την πρώτη του επαφή με τη δυτική μουσική και το πιάνο παρακολουθώντας ένα επεισόδιο κινουμένων σχεδίων; Ηταν μόλις δύο ετών όταν είδε στην τηλεόραση το σκανταλιάρη γάτο Τομ, αιώνιο αντίπαλο του Τζέρι, να παίζει στο πιάνο την Ουγγρική Ραψωδία του Φραντς Λιστ. Η ακρόαση αυτή ήταν που ξεκλείδωσε το ταλέντο του λιλιπούτειου τότε Λανγκ, που άρχισε αμέσως να ασχολείται με το πιάνο. Στα πέντε του χρόνια κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πιανιστικό διαγωνισμό της γενέτειράς του, στη Βόρεια Κίνα, και έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ.

Αυτοβιογραφίες

  • Ο ίδιος ο Λανγκ Λανγκ γράφει σ’ ένα από τα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία του («Playing with flying keys»): «Εχω πολλές μνήμες από την παιδική μου ηλικία. Οταν ήμουν δύο χρόνων, ζούσαμε σ’ ένα απλό στρατιωτικό διαμέρισμα στη βάση Πολεμικής Αεροπορίας στη Σενγιάνγκ. Ο πατέρας μου ήταν πάντα σιωπηλός. Ηταν αυστηρός και δεν τον θυμάμαι ποτέ να χαμογελά. Επαιζε επαγγελματικά στην ορχήστρα της Πολεμικής Αεροπορίας. Είχαμε πολύ λίγες πολυτέλειες, ανάμεσα στις οποίες και ένα όρθιο πιάνο που αγοράστηκε από τους γονείς μου, όταν ο πατέρας μου πείστηκε ότι είχα ιδιαίτερο ταλέντο με τη μουσική. Η μητέρα μου είπε αργότερα ότι μπορούσα να διαβάζω τις νότες προτού μάθω το αλφάβητο, καθώς και ότι με τα ασυνήθιστα μεγάλα χέρια μου και με τα μακριά δάχτυλά μου μού άρεσε να αγγίζω τα πλήκτρα του πιάνου. Φυσικά δεν έφτανα τα πεντάλ. Στην πραγματικότητα μπορούσα μόνο να αγγίξω τα πλήκτρα, αφού πρώτα μου έβαζαν μαξιλάρια στο κάθισμα του πιάνου. Ομως ο πατέρας μου είπε ότι δημιουργούσα τη μουσική, ότι ήξερα διαισθητικά πότε οι νότες εναρμονίζονταν». Στην άλλη βιογραφία του με τίτλο «Journey of a Thousand Miles: My Story» ο Λανγκ Λανγκ, ίνδαλμα για εκατομμύρια παιδιά στην πατρίδα του και όχι μόνο, σημειώνει ανάμεσα σε άλλα: «Η οικογένειά μου θυσίασε τα πάντα για μένα. Οχι μόνο την οικονομική ασφάλεια, αλλά αυτό τον ίδιο το γάμο των γονιών μου, καθώς η μητέρα μου έμεινε πίσω κι εγώ έφυγα με τον πατέρα μου σε ηλικία 9 ετών για να σπουδάσω στο Πεκίνο. Ανάμεσά μας αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη, πολύ στενή σχέση».
  • Με τα βιβλία του, τα οποία μπορείτε να αγοράσετε και από το site του στο Internet (www.langlang.com), ο Λανγκ Λανγκ ανοίγει μια μεγάλη πόρτα στη χώρα του προς τη Δύση. Εξετάζει μάλιστα και τις διαφορές στον πολιτισμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ως σήμερα ο Λανγκ Λανγκ έχει εμφανιστεί στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου, με τους σημαντικότερους μαέστρους: Ο Ντάνιελ Μπαρεμπόιμ έχει δηλώσει ότι τον ζηλεύει και ότι παίζει πιάνο σαν γάτα με 11 δάχτυλα. Η εταιρία του, η Ντόιτσε Γκράμοφον, τον αντιμετωπίζει ως ροκ σταρ. «Το όνομά του είναι Λανγκ Λανγκ», λέει και τον προβάλλει σαν μια σύνθεση του Μότσαρτ και των ΜTV ειδώλων ελπίζοντας ότι θα κερδίσει με τον Λανγκ Λανγκ μια νέα γενιά που έχει αποξενωθεί από την κλασική μουσική.

- Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα των Φίλων, 12-13 Μαΐου.
- Εισιτήρια προς 75, 55, 38, 21 και €12 φοιτητικό, προπωλούνται στα ταμεία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, τηλ. 210-7282333.

  • ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 03.05.09

Ελληνικό φλερτ με την τζαζ. Καλλιτέχνες με διαφορετικές καταβολές εναλλάσσονται για δέκα μέρες στη σκηνή του Χαφ Νόουτ

  • Χρόνια ζητούσαν οι έλληνες καλλιτέχνες τον δικό τους χώρο στη σκηνή του «Half note». Και τον βρήκαν. Η «παράδοση» των δύο προηγουμένων ετών συνεχίζεται και φέτος.

ΖΩΗ ΤΗΓΑΝΟΥΡΙΑ

ΖΩΗ ΤΗΓΑΝΟΥΡΙΑ

  • Επί δέκα μέρες, μουσικοί που παίζουν τζαζ ή τη φλερτάρουν ξεκινώντας από άλλα είδη, στήνουν το δικό τους πάρτι στο κατεξοχήν στέκι αυτής της μουσικής: Η αισθησιακή Σία Κοσκινά, ο ντράμερ Νίκος Καπηλίδης με τις έθνικ πινελιές του, η Ζωή Τηγανούρια με το ακορντεόν και τα τάνγκο της, οι ειδικοί στα μπλουζ «Blues Cargo» και για φινάλε η σόουλ αποκάλυψη Sugahspank!. Ξεκινούν την Παρασκευή και τελειώνουν στις 17 του μηνός.

* Εχει νάζι, βελούδινη φωνή, κόκκινα μακριά μαλλιά και εμφάνιση που παραπέμπει στην Τζέσικα Ράμπιτ. Με τη σκηνοθετική υπογραφή του Βασίλη Μυριανθόπουλου, η Σία Κοσκινά θα παρουσιάσει την Παρασκευή και το Σάββατο μια παράσταση «χωρίς λόγια» με τίτλο «One woman show». Με φόντο προβολές από κλασικά film noir, ερμηνεύει τραγούδια χολιγουντιανών σταρ της δεκαετίας του '50 και του '60 όπως τα πασίγνωστα «My Heart Belongs to Daddy», «Blue Moon», «Amado Mio», «Cry Me a River» κ.ά. Ενας πιανίστας, ένας σαξοφωνίστας, ένας κοντραμπασίστας και οι χαμηλοί φωτισμοί συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα.

* Εξαιρετικά έμπειρος και δραστήριος για όσους παρακολουθούν την ελληνική τζαζ δισκογραφία, ο ντράμερ Νίκος Καπηλίδης μαζί με τους Jazz Utopia παρουσιάζει στις 10 και 11 του μηνός τις τζαζ και έθνικ προσεγγίσεις του. Εχοντας αφετηρία τις ποντιακές του ρίζες και παρέα ικανούς μουσικούς, θα παντρέψει μουσικές από όλον τον κόσμο.

* Τη σκυτάλη στις 12 και 13 θα πάρει η Ζωή Τηγανούρια και οι «Senso Latino». Κεντρικός άξονας του προγράμματος οι τρεις δισκογραφικές της δουλειές (τα άλμπουμ «Libertango», «Tanguera» και το πρόσφατο σάουντρακ του σίριαλ «Δεληγιάννειο Παρθεναγωγείο»). Με οδηγό το ακορντεόν θα ξεκινήσουν από το Παρίσι και το Μεσοπόλεμο και θα καταλήξουν στην πατρίδα του τάνγκο, την Αργεντινή.

* «Blues with a Feeling» έχει τίτλο η παράσταση των Blues Cargo στις 14 και 15 Μαΐου. Από το 1987 ξεκίνησαν να δουλεύουν συστηματικά πάνω στο ηλεκτρικό μπλουζ, έχοντας δώσει δεκάδες συναυλίες. Εχουν δύο δισκογραφικές δουλειές («First Delivery» και «Delayed Delivery»), έχουν κυρίως δικά τους τραγούδια αλλά δεν παραλείπουν και τις διασκευές.

* Φινάλε στο Τρίτο Ελληνικό Δεκαήμερο της Τζαζ θα βάλει η Sugahspank! (16 και 17). Από το πρώτο της κιόλας άλμπουμ με τίτλο «The Incredible/The Invisible» φάνηκε ότι είναι το ελληνικό πρόσωπο της σόουλ. Αυτές τις δύο βραδιές θα έχει μαζί της τους «Swing Shoes» που ανακατεύουν το σουίνγκ, το μπλουζ, την μπόσα νόβα, την gypsy jazz. *

Ο ρεμπέτης του τάνγκο. Ο τροβαδούρος Ντανιέλ Μελίνγκο έρχεται από την Αργεντινή για να μας τραγουδήσει τη ζωή του

  • Ο Μελίνγκο είναι θλιμμένος κι αστείος, περίεργος και αισθηματίας. Είναι σταρ, αλλά δεν θέλει να χάσει και την «αλήτικη» φυσιογνωμία του. Αγαπά το ρεμπέτικο, την ιταλική όπερα, την αφρικανική παράδοση, παθιάζεται με το προπολεμικό τάνγκο.


Ξεκίνησε ως παραγωγός, φλέρταρε με τη ροκ και κατέληξε σήμερα ένας από τους πιο σοβαρούς εκπροσώπους του τάνγκο διεθνώς. Δεν είναι τυχαίο πως οι κριτικοί της «Γκάρντιαν» και των «Τάιμς» τον παρομοιάζουν με τον Σερζ Γκενσμπούργκ, τον Τομ Γουέιτς, τον Πάολο Κόντε.

Τη μυστηριώδη και συναρπαστική του ιστορία, η οποία συχνά καθρεφτίζεται στα τραγούδια του, ο αργεντινός τροβαδούρος θα τη διηγηθεί στις δύο εμφανίσεις στην Ελλάδα -στο αθηναϊκό Fuzz, το Σάββατο και στο Principal της Θεσσαλονίκης, την επόμενη Κυριακή. Ετσι θα έχουμε την ευκαιρία να γελάσουμε, να χορέψουμε, να ταξιδέψουμε στην Αργεντινή και να απολαύσουμε τους απρόβλεπτους θεατρινισμούς του. Βλέπετε, στις παραστάσεις του, ο Μελίνγκο περνά με άνεση από τη συγκίνηση του τάνγκο στο προσωπικό του σκέρτσο: κλωτσά τα παπούτσια του, συνομιλεί με τη σκόνη στο φως του προβολέα, «χώνεται» στο κοινό κάνοντας αστείες γκριμάτσες, τραγουδά ξαπλωμένος στο πάτωμα: «Δεν μου αρέσουν τα όρια στο τάνγκο. Προτιμώ να ανακατεύω το παρόν με το παρελθόν, γιατί δεν απευθύνομαι σε κανένα ηλικιακό γκρουπ», συνηθίζει να λέει.

  • Κάθε κομμάτι και μια ιστορία

Ο Ντανιέλ Μελίνγκο γεννήθηκε το 1957 στο Μπουένος Αϊρες και μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου -αν μη τι άλλο- δεν του έλειψε η «πολυεθνική» καλλιτεχνική παιδεία: από τη μεριά της μητέρας του έχει ρίζες στη Χώρα των Βάσκων και την Αφρική. Ενώ, από τη μεριά του πατέρα του, ο παππούς του ήταν θεσσαλονικιός ρεμπέτης που έπαιζε βιολί και η γιαγιά του ιταλίδα σοπράνο στη Σκάλα του Μιλάνου! «Η παιδική μου ηλικία ήταν πραγματικά εξαιρετικά χαρούμενη. Και γεμάτη μουσική: το ένα σόι αγαπούσε το τάνγκο και το άλλο είχε σχεδόν αφιερωθεί στην ευρωπαϊκή μουσική», λέει ο ίδιος στο «7». «Ωστόσο το πρώτο μου μπαντονεόν και κλαρινέτο μου το χάρισε στα 13 μου, ο πατριός μου».

Μια πενταετία μετά, πλησιάζοντας στην ενηλικίωση, ο Ντανιέλ ξεκίνησε σπουδές σύνθεσης και μουσικολογίας, αλλά η χούντα που πήρε την εξουσία το 1976 τού έκοψε τη φόρα. Προσπαθώντας να αποδράσει από το καταπιεστικό κλίμα βρήκε οδό διαφυγής στη Βραζιλία: «Θυμάμαι την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών και την αναγκαστική μου φυγή και αισθάνομαι θλίψη. Μόνο θλίψη. Επιστρέφοντας βρήκα τη χώρα έτοιμη για την αναδόμησή της», διηγείται.

Βρήκε, όμως, πολλά πρόσωπα, ιστορίες, μαρτυρίες που με χαρά τα έκανε τραγούδια. Τα κομμάτια του Μελίνγκο δεν είναι παρά ένα ψηφιδωτό από ταλαιπωρημένους χαρακτήρες: ένας πορτοφολάς στο λεωφορείο, μια πόρνη που κλαίει, ένας κλοσάρ που ψάχνει στα σκουπίδια, ένας εργάτης που ξεχνιέται χορεύοντας, ένα παιδί βυθισμένο στη μοναξιά, η αστυνομία που εισβάλλει στα κακόφημα μπαρ, ένας μετανάστης που περιφέρεται στη Μονμάρτη, οι παράνομοι εραστές σε σκοτεινά σοκάκια.

«Καταλαβαίνω τη σημασία που έχει ένα τραγούδι και πόσο σημαντικό είναι να "μιλήσει" μια ιστορία στην ψυχή σου. Ωστόσο, σε ένα τραγούδι η σταρ θα είναι πάντοτε η μουσική. Εμένα, πάντως, αγαπημένο μου τραγούδι είναι το "Narigon" γιατί μιλάει για την ατυχία ενός ανθρώπου σε μια μεγάλη πόλη».

Ο ίδιος, ωστόσο, στάθηκε τυχερός: Τη δεκαετία του '80 που επέστρεψε στην Αργεντινή, το ροκ ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές κι εκείνος ένας περιζήτητος κιθαρίστας. Συμμετείχε σε διάφορα συγκροτήματα, σε ροκ όπερες, έγινε παραγωγός house μουσικής, έγραψε μουσική για ταινίες του Αλμοδόβαρ και το 1996 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ «Η20». Ακολούθησαν οι δίσκοι «Tangos bajos», «Ufa» και το «Santa Milonga», η πρώτη διεθνής του κυκλοφορία από την οποία τον γνώρισαν οι περισσότεροι.

Τελικά είναι ένας bon viveur ή απλώς ένας αργεντίνος μποέμ; «Είμαι ένας μποέμ που του αρέσει να ζει καλά. Ποτέ δεν μετανιώνω για ό,τι έχω κάνει». *

The sound of Melody

  • Στα 24 της, η Μέλοντι Γκαρντό προσθέτει τη νεανική φωνή της στον παλαιό ήχο της τζαζ

Γράφει τραγούδια που μοιάζουν παλιά και τα ερμηνεύει με μελαγχολία. Φοράει μεγάλα μαύρα γυαλιά, για το ντύσιμό της προτιμά το ρετρό στιλ. Αγαπά τον Μάιλς Ντέιβις και τον Ντιουκ Ελινγκτον. Θεωρεί αξεπέραστη την Τζάνις Τζόπλιν. Τη μαγεύουν ο Σταν Γκετς και ο Καετάνο Βελόζο.


Η Μέλοντι Γκαρντό δεν είναι πια το κοριτσάκι που μας συστήθηκε, πριν από μερικά χρόνια, αλλά μια 24χρονη τραγουδίστρια που θέλει να αποδείξει πως δεν ήταν περαστική από το χώρο της τζαζ. Η Αμερικανίδα που πολλοί, συχνά, θεωρούν ότι είναι Γαλλίδα λόγω του ονόματός της, κυκλοφόρησε μόλις το νέο της άλμπουμ με τίτλο «My One and Only Thrill».

Η πρώτη της δισκογραφική δουλειά «Worrisome Heart» ήταν στο ίδιο τζαζ ύφος. Αν και ολίγον υποτονική, της χάρισε αρκετές φιλοφρονήσεις. Κάποιοι μάλιστα βιάστηκαν να την τοποθετήσουν δίπλα στις άλλες πριγκίπισσες της τζαζ μελωδίας, τη Νόρα Τζόουνς, την Νταϊάνα Κραλ, τη Μαντλέν Περού.

Σήμερα ενδεχομένως να νιώθουν δικαιωμένοι. Τα νέα της τραγούδια έχουν μεγάλες δόσεις μελαγχολίας, πατούν κυρίως στην τζαζ και στα μπλουζ, ενώ η φωνή της έχει έναν ιδιαίτερο αισθησιασμό: «Τα τραγούδια που έγραψα έχουν μόνο μία πηγή έμπνευσης: τη ζωή», μας λέει η ίδια.

Το μυαλό ύστερα από αυτήν την απάντηση πάει συνειρμικά στο φοβερό ατύχημα που είχε στα 19 (τη χτύπησε αυτοκίνητο καθώς οδηγούσε το ποδήλατό της) και το οποίο για ένα διάστημα την καθήλωσε στο κρεβάτι.

Η μουσική και, φυσικά, η θέλησή της λειτούργησαν θεραπευτικά: «Το τραγούδι ήταν ένα μέρος αυτής της αποθεραπείας», θυμάται. «Δεν έχω σαφή μνήμη και καθαρές εικόνες από εκείνη την περίοδο. Το ηθικό μου ήταν πεσμένο, οι μέρες διαρκούσαν πολύ και συνήθως ξεκινούσαν και τελείωναν με τον ίδιο τρόπο: αγωνιώντας για την πνευματική, σωματική και συναισθηματική μου ανάκαμψη. Πραγματικά πιστεύω ότι τότε μεγάλωσα φυσικά και ψυχικά».

Η Μέλοντι Γκαρντό γεννήθηκε το 1985 στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών και μικρή τρελαινόταν για τη ζωγραφική. «Συγχρόνως, όπως πολλοί συνομήλικοί μου, παρακολούθησα μαθήματα πιάνου για δύο χρόνια. Επειτα, κι ενώ ήμουν μόλις 16, ξεκίνησα να εμφανίζομαι σε διάφορα πιάνο-μπαρ», μας εξηγεί η ίδια.

  • Πώς βρέθηκε εκεί;

«Εμεινα από βενζίνη! Ημουν πιτσιρίκα και με τον φίλο μου ξαφνικά στο δρόμο μείναμε από καύσιμα. Χρήματα δεν είχαμε, οπότε μπήκαμε στο πρώτο μπαρ που βρήκαμε. Η υπάλληλος μάς ρώτησε "Θέλετε βοήθεια;". Κι εγώ της απάντησα "Εχετε πιάνο;". Συμπτωματικά, μόλις τους είχε εγκαταλείψει ο πιανίστας τους. Επιασα αμέσως δουλειά, έπαιξα περίπου 45 λεπτά -περισσότερο δεν μπορούσα, γιατί το αυτοκίνητο είχε κλείσει το δρόμο κι εμποδίζαμε- και με τα 20 δολάρια που με πλήρωσαν αγοράσαμε βενζίνη».

  • Το ατύχημα της άλλαξε τη ζωή

Ομως, όλα αυτά έμοιαζαν περισσότερο με νεανικές τρέλες. Στην πραγματικότητα αποφάσισε να αφιερωθεί στη μουσική μετά το ατύχημα. «Κατά τη διάρκεια της αποθεραπείας μου παρατήρησα ότι η μουσική είχε άμεσο αντίκτυπο στη διάθεσή μου. Κατάλαβα, λοιπόν, ότι αυτή τη σχέση δεν μπορούσα να την αγνοήσω αλλά έπρεπε να την προσέξω περισσότερο».

Ωστόσο, η επιτυχία του πρώτου της δίσκου ήταν μια μεγάλη έκπληξη: «Εκείνο το άλμπουμ ήταν το ημερολόγιό μου. Δεν περίμενα πως τραγούδια που γράφτηκαν για να καλύψουν τόσο προσωπικές ανάγκες θα άγγιζαν τόσο κόσμο. Οταν μάλιστα άρχισα να περιοδεύω, τότε είναι που δεν πίστευα στα μάτια μου».

  • Κι από το άλμπουμ που μόλις κυκλοφόρησε, ποιο τραγούδι ξεχωρίζει;

«Το "My One And Only Thrill". Αυτό που έδωσε τον τίτλο στο άλμπουμ. Ισως γιατί με τρελαίνει η ενορχήστρωση του Βινς Μεντόζα». *

Θάνος Μικρούτσικος: «Προχωρώ, κοιτώντας συχνά πίσω»

  • Επτά CD κι ένα DVD με τα καλύτερα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου θα προσφέρει, από την ερχόμενη εβδομάδα, η «Κυριακάτικη»

  • Από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες, ο Θάνος Μικρούτσικος δεν είχε συντονιστεί ως τώρα με την πρακτική των προσφορών. «Η μοναδική μου δουλειά που είχε διανεμηθεί δωρεάν», όπως λέει, «ήταν ένα CD αφιερωμένο στην Κική Δημουλά, για το τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Μετρό"».
  • Από την επόμενη Κυριακή, όμως, και επί δύο μήνες, οι αναγνώστες της «Κ.Ε.» θα 'χουν την ευκαιρία ν' αποκτήσουν μια συνολική εικόνα της διαδρομής του. Μιας διαδρομής που συνδέθηκε με το πολιτικό τραγούδι της μεταπολίτευσης, με τη μελοποίηση σπουδαίων ποιητών -από Καββαδία, Ρίτσο και Ελευθερίου μέχρι Μπρεχτ και Χικμέτ- και με τις φωνές ερμηνευτών όπως ο Νταλάρας και ο Παπακωνσταντίνου, η Αλεξίου και η Γαλάνη, ο Μητροπάνος και ο Κούτρας, η Δημητριάδου και η Μίλβα, ο Θωμαΐδης και ο Μητσιάς.
  • «Πράγματι, στο παρελθόν ήμουν αντίθετος με τα premiums», παραδέχεται. «Οχι πως αυτά ήταν ο αποκλειστικός λόγος της κατάρρευσης της δισκογραφίας παγκοσμίως, αλλά ήταν ένας από τους βασικούς. Εθίστηκε το κοινό στο δωρεάν, σταμάτησε να δίνει 18-20 ευρώ για ένα CD που θα μπορούσε κάποια στιγμή να αποκτήσει με ένα. Σήμερα, όμως, η κατάρρευση της δισκογραφικής βιομηχανίας είναι γεγονός. Οι εταιρείες έχουν ξεπουλήσει όλο τους το ρεπερτόριο και οι καινούριες τους παραγωγές πωλούνται σε 1.000, 2.000, το πολύ 4.000 αντίτυπα, με αποτέλεσμα ούτε τα ετήσια έξοδά τους να μπορούν να καλύψουν καλά καλά. Γι' αυτό και αποδέχθηκα την πρόταση της "Κ.Ε.". Θεώρησα ότι μέσα σε τέτοιες συνθήκες, το όλο εγχείρημα είναι πλεονέκτημα, τελικά».

Τι περιλαμβάνουν τα CD

  • Η προσφορά περιλαμβάνει έξι CD με τραγούδια από το 1974 ως τις μέρες μας, που κυκλοφόρησαν διαδοχικά από τη Lyra, τη Sony και τη Minoς, ένα DVD με τη εκτέλεση στο Μέγαρο Μουσικής του «Σταυρού του Νότου», κι ένα ακόμη CD «με ανέκδοτα αλλά απολύτως ολοκληρωμένα τραγούδια, που απλώς δεν έτυχε να δημοσιευθούν στην εποχή τους, σε στίχους, μεταξύ άλλων, Φωστιέρη, Δημουλά, Κακουλίδη και Γκανά». Η επιλογή του υλικού έγινε από τον ίδιο τον συνθέτη. Ηταν, άραγε, μια ψυχρή διαδικασία ή και μια ευκαιρία για έναν προσωπικό απολογισμό;
  • «Τον απολογισμό σου τον κάνεις καθημερινά, στο μέτρο που εξακολουθείς να συνομιλείς με τον εαυτό σου, ν' αναλογίζεσαι την πορεία σου και να σκέφτεσαι πώς θα προχωρήσεις. Αναμφισβήτητα, όμως, η συγκίνηση δεν έλειψε. Πόσω μάλιστα σ' ό,τι αφορά τις παραγωγές της Lyra, όπου κυριαρχεί η φωνή της Μαρίας Δημητριάδη, που τη χάσαμε πρόσφατα».

- Πώς και δεν ξαναδουλέψατε μαζί της από τα χρόνια του '80; Ποιος εγκατέλειψε ποιον;

Ο Θάνος Μικρούτσικος με τον Γιώργο Νταλάρα από την εποχή της συνεργασίας τους

  • Ο Θάνος Μικρούτσικος με τον Γιώργο Νταλάρα από την εποχή της συνεργασίας τους «Οταν κλείνει ένας κύκλος, δεν μπορείς να τον συνεχίζεις με το ζόρι. Ο δικός μας φαίνεται ότι έκλεισε το 1982 και ήταν πάρα πολύ πλούσιος -κι όχι μόνο ποσοτικά. Δώσαμε εκατοντάδες συναυλίες, φτιάξαμε μαζί τον "τρόπο" μας, μοιραστήκαμε μια δεκαετία που λες και κράτησε εκατό χρόνια. Κι αν παρακολουθήσετε τις ερμηνείες της, θα νομίζετε πως έγιναν χθες. Ο τρόπος που ερμηνεύει το "Κι ήθελα ακόμα" σε ποίηση Αναγνωστάκη είναι ανατριχιαστικά σημερινός. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τη Γαλάνη ή την Αλεξίου. Οι φωνές τους, τότε, μολονότι φέρουν τα χαρακτηριστικά που εξηγούν τη μετέπειτα πορεία τους, είναι άγουρες ακόμα, ψάχνονται. Η Δημητριάδη, όμως, δεν είναι ούτε σκέτα λυρική ούτε σκέτα επική. Κουβαλά το στοιχείο της δραματικότητας. Κι αυτό είναι που κάνει διαχρονικά μεγάλο έναν καλλιτέχνη».

- Τι είδους σχέσεις αναπτύξατε με τους τραγουδιστές με τους οποίους συνεργαστήκατε;

  • «Μ' ορισμένους, όπως με τον Μητροπάνο ή τον Παπακωνσταντίνου, ώς και οικογενειακού τύπου. Είναι ελάχιστοι οι τσακωμοί μου με τραγουδιστές. Σ' όλη μου την πορεία βάδισα με τη θεωρία ότι όσα μου χρωστάνε εκείνοι άλλα τόσα τους χρωστάω κι εγώ. Και δεν αναφέρομαι μόνο σ' εκείνους που μου δώσαν από την αίγλη και τη δημοφιλία τους, μιλάω και γιά νεότερους, όπως η Αντωνοπούλου. Με ιντριγκάρισε να βγάλω πράγματα από μέσα της, ξαναπέρασα μια φάση νεανικότητας μαζί της. Και κάτι ανάλογο είχε συμβεί με τον 22αχρονο, άπειρο κι εύπλαστο ακόμα Γιάννη Κούτρα, τότε που, επί δέκα ώρες την ημέρα, κάναμε πρόβες για τη "Μουσική πράξη στον Μπρεχτ"».

Ως μαθητής του Ρίτσου

- «Θέλω να γράφω γι' αυτά που με καίνε», συνηθίζετε να λέτε...

  • «Είναι μια φράση που χρωστάω στον Γιάννη Ρίτσο, τον σημαντικότερο απ' όλους τους δασκάλους μου όταν βασανιζόμουν από μια τρομερή αντίφαση ως αριστερό παιδί της αβανγκάρντ. Τότε, δηλαδή, που ως αριστερός έπρεπε να επιδιώκω την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επαφή μου με τον κόσμο, ενώ ως μαθητής του Γιάννη Παπαϊωάννου έπρεπε να δίνω βάρος στη φόρμα και ν' αδιαφορώ εντελώς αν η δουλειά μου μπορεί ν' απευθυνθεί έστω και σε ένα άτομο. Ο Ρίτσος, λοιπόν, με τον οποίο μεταξύ 1969 και 1971 συναντιόμασταν συχνά, μου είπε: "Πρέπει να γράφεις κάθε στιγμή γι' αυτό που σε καίει, είτε αυτό είναι ο θάνατος ή ο αγώνας για τη ζωή, είτε ο έρωτας ή η βουτιά εντός σου. Προσοχή, όμως, στη φόρμα. Μέσα απ' αυτήν θα βγει ό,τι θες να εκφράσεις. Η φόρμα και το περιεχόμενο ταυτίζονται". Και με απελευθέρωσε».

- Η σκιά του Μίκη Θεοδωράκη έπεφτε βαριά ακόμα πάνω σας;

  • «Εγραψα το πρώτο μου τραγούδι στα 17 μου κι ώς το 1969 όλα τους, σε επίπεδο φόρμας, ήταν μιμητικά του Θεοδωράκη. Γύρω στο '73, τα πράγματα έχουν αλλάξει κάπως, αλλά δεν έχω διαμορφώσει ακόμα τη δική μου φυσιογνωμία. Τότε κυκλοφορώ δυο μικρούς δίσκους με Καρυωτάκη -ο δεύτερος, μάλιστα, οι "Κιχώτες", με τη Μαρίζα Κωχ ήταν τόσο προχωρημένος, που έχει ενδιαφέρον και σήμερα -κι αμέσως μετά υπογράφω συμβόλαιο με τη Minos για το πρώτο μου άλμπουμ. Η χουντική λογοκρισία ανέστειλε το σχέδιο, ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίστηκε ο Μάτσας. Με το που κυκλοφόρησαν, όμως, το 1975 τα "Πολιτικά τραγούδια", ήταν τέτοια η εμπορική και η καλλιτεχνική επιτυχία τους, που αυτόματα μου αφαιρέθηκε η ιδιότητα του "νέου". Ημουν τυχερός. Ενώ οι Κατσιμιχαίοι, για παράδειγμα, μέχρι προ τινος ως "νέοι" παρουσιάζονταν -κι ας είχαν περάσει τα πενήντα...»

-Οι μουσικοί καρπώνονται σήμερα πολλά από τις εξελίξεις της υψηλής τεχνολογίας. Εσείς πώς τα πάτε μαζί της;

  • «Σίγουρα η νέα γενιά τη χρησιμοποιεί σαν ψωμοτύρι. Θαυμάζω εκείνους που τη χειρίζονται άψογα στο στούντιο -ο χρόνος που κερδίζεται είναι σημαντικός. Διαφωνώ, όμως, με τη χρήση της στην παραγωγή της μουσικής. Είμαι φιλοσοφικά αντίθετος μ' όποιον τοποθετεί τα χέρια του στα πλήκτρα και παίρνει την παρτιτούρα από το μηχάνημα. Στα οκτακόσια χρόνια της δυτικής μουσικής, η λογική του χεριού παραμένει συνδεδεμένη και με το μυαλό και με την καρδιά. Η επώδυνη γραφή βρίσκεται στο DNA του σιναφιού μας. Συνθέτης είσαι όταν ελέγχεις το υλικό σου. Κι εγώ, μπορώ να το πω άφοβα, γνωσιοθεωρητικά είμαι στην πρώτη γραμμή. Μελετώ συνεχώς. Για Πάσχα πήγα στην Κρήτη κι έπιασα να μελετήσω δεκαπέντε κουαρτέτα του Σοστακόβιτς».
-Φλερτάρατε ποτέ σοβαρά με την ιδέα να ζήσετε και να εργαστείτε στο εξωτερικό;
  • «Το 1981 είχα μια πρόταση ν' αναλάβω για τρία χρόνια μια όπερα δωματίου στις Βρυξέλλες. Καθώς, όμως, οι κόρες μου θα πήγαιναν σύντομα στο Δημοτικό, με λύπη μου την αρνήθηκα. Δούλεψα ωστόσο και στο Βέλγιο, και στη Γαλλία, την Ελβετία ή τη Σκοτία, σε περισσότερες από δεκαπέντε θεατρικές και μουσικοθεατρικές παραστάσεις. Τότε ξεκίνησαν και οι εκτελέσεις έργων μου έξω, που έχουν πια ξεπεράσει τις τριακόσιες. Ως τραγουδοποιό αλλά και συνθέτη ταυτόχρονα της λεγόμενης κλασικής-πειραματικής σκηνής, μ' ενδιαφέρουν το ίδιο και οι δύο όψεις μου. Κι αυτή τη δεύτερη, επί της ουσίας, την κέρδισα στο εξωτερικό. Το Μέγαρο ήρθε μετά».

«Ανθρωπος του παρελθόντος»

-Συμφωνείτε ότι ζούμε μια από τις πιο παρακμιακές εποχές μας;

  • «Θα μπορούσα να το πω κι έτσι...»

- Αυτό σας κάνει να νοσταλγείτε περισσότερο τα περασμένα;

  • «Μα είμαι άνθρωπος του παρελθόντος! Αν υπήρχαν άλλες ζωές, θα μ' έβλεπα σαν ένα υποκόμη σε πύργο στη Γαλλία, σαν κυνηγό ελαφιών, ή να κάνω καντάδα σε κοπελιά σε κάποιο κάστρο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου. Προχωράω μπροστά κοιτώντας συχνά πίσω μου και χαίρομαι που πέρασα τη ζωή μου όπως την πέρασα. Υπάρχουν μνήμες, και προσωπικές, και συλλογικές, που με κάνουν χαρούμενο και ορισμένες φορές περήφανο. Βλέποντας, όμως, την παρακμιακή διάσταση της εποχής μας, οργανώνομαι τόσο στη δουλειά όσο και στην ιδιωτική μου ζωή, ώστε να βρίσκομαι σε μια μεγάλη λίμνη όπου θ' αναπνέω ελεύθερα. Εξακολουθώ να νιώθω ένας πολεμιστής που θα ήθελε οι λίμνες να είναι περισσότερες, αλλά δεν είναι και στο χέρι μου να το καταφέρω...»

- Ησασταν ανάμεσα σ' εκείνους που υπερασπιστήκατε τους νέους τον περασμένο Δεκέμβριο, δυσφορώντας μ' όσους εστίασαν μόνο στις σπασμένες βιτρίνες. Πιστεύετε πως έμεινε τίποτε από το ξέσπασμά τους;

  • «Τίποτε έκτοτε δεν είναι ίδιο. Το σύστημα ηττήθηκε στη βάση του, καθώς αποδείχθηκε πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν είναι απλά προβληματικό, αλλά τόσο καταπιεστικό, που είναι αδύνατον να το αποδεχθεί η νεολαία. Το δυστύχημα είναι πως η κυβέρνηση αποδείχθηκε εντελώς ανίκανη σ' όλη τη διάρκεια της θητείας της. Οποια κι αν είναι η διάδοχος κατάσταση, θα 'ναι καλύτερη».

- Σε περίπτωση που ο Γιώργος Παπανδρέου, προσωπικός σας φίλος εδώ και δεκαετίες, αναλάβει την πρωθυπουργία και σας ζητήσει βοήθεια στα πολιτιστικά, τι θα κάνετε;

  • «Σε επίπεδο προτάσεων και συμβουλών είμαι διαθέσιμος. Αλλά γι' ανάληψη οποιουδήποτε πόστου ευθύνης, το έχω ξαναπεί, δεν μου περισσεύει ούτε λεπτό!» *

Saturday, May 2, 2009

70άρα και ακόμα ανήσυχη για το μέλλον

  • Η Νέα Υόρκη είναι μακριά; Είναι, να πάρει η ευχή. Ετσι, μπορούμε να παρατηρούμε μόνο εξ αποστάσεως (μέσω YouTube με άλλα λόγια) τις συναυλίες που διοργανώνει η θρυλική τζαζ εταιρεία Blue Note, γιορτάζοντας τα 70 χρόνια της. Και τι γιορτή, ε; Με απρόβλεπτα live, απρόσμενες τζαζ συναντήσεις, τζαμαρίσματα και άλλα ωραία τέτοια στο Ράδιο Σίτι και το Blue Note τζαζ κλαμπ.
  • Το μόνο που μας απομένει είναι να περιοριστούμε στα σπουδαία άλμπουμ της εταιρείας. Και ειδικά για την επέτειο, στο «Mosaic: Α Celebration Of Blue Note Records», μια συλλογή με 8 κλασικά κομμάτια από τον κατάλογό της -με Χέρμπι Χάνκοκ και Θελόνιους Μονκ μεταξύ άλλων, και με το Cantaloop Island εννοείται, το πιο δημοφιλές τραγούδι της, στην πρώτη γραμμή. Η μπάντα, που φτιάχτηκε ειδικά για την περίσταση, λέγεται Blue Note 7 και πρόκειται για ένα all star team με σπουδαίους μουσικούς από το label.
  • Δεν ξέρω αν η Blue Note αποτελεί το πιο σημαντικό label στην ιστορία της τζαζ, σίγουρα όμως είναι το πλέον εμβληματικό. Αρχές του 1938 ήταν όταν ο 28χρονος Γερμανός Αλφρεντ Λάιον μετανάστευε στην Αμερική μ' ένα όνειρο: τη δική του δισκογραφική εταιρεία, που θα ειδικεύεται στην τζαζ. Κι εγένετο, λοιπόν, Blue Note. Από έναν Γερμανό! Τι παράδοξο... Και δεν ήταν μόνο ένας, αλλά δύο, μια και ο Λάιον συνεργάστηκε με τον φωτογράφο Φρανκ Γουλφ. Το σχέδιό τους απλό. Ο μουσικός ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Και να πειραματιστεί μέχρι τα άκρα αν έτσι νόμιζε. «Τίποτα δεν τον σταματούσε εάν του διέγειρε το μυαλό ένας ήχος, όσο εκκεντρικός κι αν ήταν», έγραφε για τον Αλφρεντ Λάιον ο Ρίτσαρντ Κουκ, γνωστός από τις μουσικές βιογραφίες του. Οι καινοτομίες της εταιρείας δεν περιορίζονταν όμως μόνο στη μουσική. Για πρώτη φορά τα πρόσωπα των μαύρων καλλιτεχνών έβγαιναν φάτσα κάρτα στα εξώφυλλα, πράγμα πολύ extreme για εκείνη την εποχή, που ο Ομπάμα δεν είχε γεννηθεί ακόμα.
  • Από τον Ιούλιο του 1984 μέχρι και σήμερα, πρόεδρος της Blue Note είναι ο Μπρους Λάντβαλ, που είχε την ευφυΐα να ανοίξει τους ορίζοντες της εταιρείας και σε άλλους ήχους αλλά και να βγάλει, εσχάτως, σε ψηφιακή μορφή παλιότερα άλμπουμ, μερικά από τα οποία ήταν δυσεύρετα. Αλλα άλμπουμ, βέβαια, παραμένουν εμπορικά μέχρι τις μέρες μας. Το Blue Train του Κολτρέιν πούλησε πέρυσι στην Αμερική περισσότερα από δεκαπέντε χιλιάδες αντίτυπα, ενώ το Maiden Voyage του Χάνκοκ δέκα χιλιάδες -μην ξεχνάτε πως μιλάμε για δίσκους που εκδόθηκαν σαράντα και πενήντα χρόνια πριν.

Τα τελευταία χρόνια η Blue Note βρίσκεται υπό τη σκέπη της πολυεθνικής ΕΜΙ, διατηρώντας όμως τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της.

  • Πλούσια η εσοδεία των νέων κυκλοφοριών τους πρώτους μήνες του 2009. Κυκλοφορεί ήδη το Horace Silver Live at Newport '58 με το αξεπέραστο σουίνγκ κουαρτέτο του Σίλβερ, καθώς και το When You Know της πολυβραβευμένης με Γκράμι Νταϊάν Ριβς, που περιέχει ερωτικά τραγούδια από διαφορετικές φάσεις στη ζωή μιας γυναίκας. Το καινούργιο άλμπουμ της Κασάντρα Γουίλσον προγραμματίζεται για τον Ιούνιο, εποχή που θα βγει και το Two Men With The Blues από τη συνεργασία των Willie Nelson και Wynton Marsalis. Η απόλυτη συνεργασία μεταξύ κάντρι και τζαζ όπως καταλαβαίνετε. Τέλος, το φθινόπωρο βγαίνει και η νέα δουλειά της Πατρίτσια Μπάρμπερ, με διασκευές σε κομμάτια του Κόουλ Πόρτερ. *

Palov & Mishkin: Δύσκολη δουλειά η τυμβωρυχία

  • «Αυτή ακριβώς η αλητεία, ότι «παίρνω, κλέβω, δανείζομαι ήχους και ύστερα το φτιάχνω και το παρουσιάζω σαν δικό μου», είναι η φιλοσοφία μας. Κρύβει έναν πρωτογονισμό. Να παίρνεις κάτι και να είναι εύπλαστο στο χέρι σου, να το κάνεις ό,τι θέλεις. Θεωρητικά, ο καθένας μπορεί να πάρει έναν παλιό δίσκο, να "κλέψει" τις τρεις πρώτες στροφές και να προσθέσει έναν ρυθμό. Στην πράξη, όμως, είναι πολύπλοκο. Δεν κλέβεις απλά. Αναδιοργανώνεις, μανιπουλάρεις τον ήχο. Φέρνεις τη μουσική στα μέτρα σου, στην αισθητική σου».
  • Οι Palov & Mishkin, ο Σπήλιος Χριστόπουλος και ο Γιώργος Μαντάς ή Dj Blend, κάθονται στο στούντιό τους, σε ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Στο στερεοφωνικό παίζει το «Second Thought», η νέα κυκλοφορία της cast-a-blast, της δικής τους κολεκτιβίστικης εταιρείας.
  • «Σόουλ, φανκ, λάτιν, μπλουζ, ρέγγε και τζαζ» λένε, εξηγώντας τα βασικά συστατικά του δίσκου. «Σε κάποια κομμάτια ραπάρει ο BNC, σε άλλα παίζει πλήκτρα ο Γιάννης Δημητριάδης. Ψάξαμε πολύ σε παλιά βινίλια, κόψαμε τα σαμπλς, τα ράψαμε, προσθέσαμε ηλεκτρονικούς ρυθμούς και φωνητικά». Μια δουλειά ανακύκλωσης, όπως τη χαρακτηρίζουν. «Χρησιμοποιείς υλικά από ένα ερείπιο για να οικοδομήσεις κάτι καινούργιο. Γιατί όλοι αυτοί οι δίσκοι, που σκονίζονται στα δισκοπωλεία, αργοπεθαίνουν. Ενας δίσκος που είχε βγει σε πεντακόσιες κόπιες στην Κολομβία το '50 ή το '60, τι μέλλον να έχει;»
  • Οι Palov & Mishkin φτιάχθηκαν το 2006. Ομως ο Σπήλιος και ο Γιώργος γνωρίζονταν από τα χρόνια του '80, όταν στο Αίγιο, τη γενέτειρά τους, έπαιζαν μαζί πρωτόλειο χιπ χοπ και χόρευαν μπρέικ ντανς. Δύο δεκαετίες μετά συναντήθηκαν σε ένα ταξί στην Ιπποκράτους. Djs και οι δύο, ένωσαν τις δυνάμεις τους. Ο Γιώργος υπέγραφε με το ντοστογιεφσκικό Mishkin. Οπότε ο Σπήλιος διάλεξε το Πάβελ, το μικρό όνομα του Νέντβετ, του σούπερ σταρ της Εθνικής Τσεχίας. Μόνο που ο γραφίστας δεν είχε ιδέα από ποδόσφαιρο. Οπότε στο εξώφυλλο της πρώτης τους δουλειάς, της συλλογής «Blackslam Extravaganza», τυπώθηκε ως Palov & Mishkin. Κανείς δεν ήξερε αν το palov σημαίνει κάτι. Μέχρι που ένας Ρώσος στο ίντερνετ τους πληροφόρησε ότι σημαίνει «αυτός που θέτει τις βάσεις για το μέλλον βάζοντας φωτιά στο παρελθόν». «Ηρθε και έδεσε», λένε. «Πάντως, μόλις το χτυπήσεις στο Google, είμαστε πρώτοι».
  • «Είναι τυμβωρυχία και το γουστάρουμε τρελά», χαρακτηρίζουν το νέο τους δίσκο. «Οπως ο κιθαρίστας πρέπει να εξασκηθεί για να μάθει να παίζει πιο γρήγορα, εμείς πηγαίνουμε στα δισκάδικα να βρούμε κάτι, να το ακούσουμε και να το βάλουμε στις παραγωγές μας. Μετά χρειάστηκε αγάπη, υπομονή και χιούμορ».
  • Γι' αυτόν το δίσκο, όπως και για τις υπόλοιπες κυκλοφορίες της cast-a-blast, τη Sugahspank και τον ράπερ BNC, υπάρχει ενδιαφέρον κυρίως από το εξωτερικό. «Δεν τους ακούγεται ελληνικός ο ήχος, αν και έχουμε την κολομβιανή κιθάρα, που ακούγεται σαν το μπουζούκι του Χιώτη», εξηγούν.
  • «Δεν έχουμε ακούσει ελληνική μουσική», συνεχίζουν. «Ακούς ρέγγε και μπορεί να βρεθείς να ακούς λάτιν. Με τα ελληνικά, πού μπορείς να φτάσεις; Η δεκαετία του '60 και του '70 χάθηκε. Είχαμε ανακαλύψει τον Μαμαγκάκη, την Τάμι, που παίζανε απίστευτη σόουλ. Η Ελπίδα είχε φοβερή μουσική. Θα θέλαμε να παρουσιάσουμε το φανκ της Ελλάδας. Αλλά τώρα βγάζουν όλη τη σκηνή με το κιλό ως δώρα στα περιοδικά. Σκέψου μόνο ότι υπάρχει το "Spinning Wheel" των Earth Wind and Fire από την Τάμι σε δισκάκι. Ελληνικός στίχος και τζαζ πνευστά και ολόκληρη ορχήστρα, που το έδινε το απορρυπαντικό Ρολ. Παίζανε τότε τρελά συγκροτήματα από σόουλ μέχρι λάτιν τσα τσα και έχουν ξεχαστεί. Τώρα η ελληνική σκηνή παραείναι έντεχη. Εμείς γουστάρουμε μουσική για να κουνάς τον κώλο σου. Οχι να ακούς τα ψυχολογικά προβλήματα του καθενός».
  • Τους ενδιαφέρουν, όμως, οι πιτσιρικάδες που βγαίνουν τώρα. «Είναι γόνιμη εποχή», λένε. «Κυκλοφορούν δουλειές προς τα έξω. Η γενιά μας έφαγε το κόμπλεξ που συμπυκνώνεται στη φράση "καλό είναι για ελληνικό". Οι πιτσιρικάδες είναι ακομπλεξάριστοι. Κάνουν μουσική, μπαίνουν στο Myspace. Ναι, υπάρχει πολλή μουσική. Αλλά ας ξεχειλίσει από παντού και μετά θα μείνουν όσοι αξίζουν. Γιατί όλοι έχουν δικαίωμα να δείξουν τη δουλειά τους. Και να καταλάβουν τα μίντια ότι η μουσική ενός τύπου που μένει στο Χαλάνδρι ή στο Αιγάλεω μπορεί να είναι το ίδιο καλή με αυτήν που έρχεται από το Βερολίνο ή τη Βαρκελώνη».
  • «Ακόμα λείπει η σοβαρότητα και η οργάνωση», συνεχίζουν. «Σοβαρότητα δεν έχει ούτε ο ιδιοκτήτης που ζητάει από μια μπάντα να παίξει τζάμπα ούτε αυτή που το δέχεται. Μόνο μια φορά το χρόνο, η Γιορτή της Μουσικής, δίνει ευκαιρίες. Ολα τα άλλα είναι μαγαζιά, ένα βήμα πριν απ' το σκυλάδικο. Αν ο λογιστής πει πατώνουμε, ο ιδιοκτήτης θα παίξει Καζαντζίδη και ρεμίξ Καρβέλα, να γεμίσει το μαγαζί».
  • Ετσι, κινούνται μόνοι. «Η cast-a-blast είναι ένα όραμα για ήχο και παραγωγές. Πιστεύουμε ότι οι δουλειές μας θα μπορούσαν να είναι στο τοπ τεν. Αλλά δεν φτάνουν στα αυτιά όσων θέλουμε. Δεν γράφουμε πειραματική μουσική. Ούτε θέλουμε να γίνουμε σταρ. Αλλά για να παίξεις σωστά το παιχνίδι, πρέπει να διαθέτεις κεφάλαιο. Εμείς τα έχουμε καταφέρει με μόνο όπλο τη μουσική. Εχουμε τον πλήρη έλεγχο της δουλειάς μας. Και λέμε ένα "άντε και γαμ..." στο σύστημα, που μουρμουρίζει "Ε, καλό είναι για ελληνικό"».

**Κομμάτια από το νέο δίσκο στο www.myspace.com/palovandmishkin