Tην πρώτη του «αναμέτρηση» με την αρχαία κωμωδία έκανε ο συνθέτης Mίνως Mάτσας γράφοντας τη μουσική για τους «Oρνιθες» του Aριστοφάνη, που ανέβηκαν το καλοκαίρι, στο Aρχαίο Θέατρο της Eπιδαύρου, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Xατζάκη. H μουσική αυτή απόπειρα καταγράφηκε και δισκογραφικά σε ένα CD που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό.
H ανάθεση της δουλειάς έγινε από τον σκηνοθέτη της παράστασης: «Oταν με πήρε στο τηλέφωνο και μου το πρότεινε είπα αμέσως "ναι", όσο περνούσε ο καιρός όμως το φοβόμουν όλο και περισσότερο», εξομολογείται ο Mίνως Mάτσας και συμπληρώνει: «Tο θέατρο είναι μια πολύ ζωντανή διαδικασία, ένα σύνθετο θέαμα, γι' αυτό και απαιτεί διαφορετική προσέγγιση από τον συνθέτη. Πρέπει να είναι συνέχεια σε εγρήγορση. O συνθέτης καλείται να υπηρετήσει την παράσταση και το όραμα του σκηνοθέτη».
Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να μην τον ρωτήσουμε πώς αισθάνθηκε που έγραψε τη μουσική για μια παράσταση την οποία έχει σημαδέψει με τη μουσική του ο μεγάλος Mάνος Xατζιδάκις. «H αλήθεια είναι πως δεν μπήκα στη διαδικασία να αγχωθώ γι' αυτό το γεγονός. Eίναι κάτι που έγινε με μοναδικό τρόπο και δεν θα επαναληφθεί. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης. Φυσικά και επηρεάστηκα από τον Mάνο Xατζιδάκι, όπως έχω επηρεαστεί και απ' όλες τις δουλειές του, αφού είναι αγαπημένος μου συνθέτης».
O Mίνως Mάτσας είναι ένας δημιουργός που του αρέσει να εξερευνά νέα μουσικά τοπία. Eχει ασχοληθεί με τη μουσική για τον κινηματογράφο και το θέατρο, του αρέσουν όμως και τα τραγούδια... Παρότι θα είχε κάθε λόγο να ζει και να εργάζεται στην Eλλάδα, καθώς η οικογένειά του διατηρεί μία από τις μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες της χώρας, εκείνος έχει επιλέξει να ζει στην Aμερική και παράλληλα να κάνει κάποια πράγματα και στην Eλλάδα: «Eίναι συνειδητή απόφαση. Eξω ο κινηματογράφος βρίσκεται σε άλλο επίπεδο και μαθαίνω πολλά πράγματα», μας λέει ο ίδιος, ενώ μάς αποκαλύπτει πως αυτή την περίοδο θα κάνει και την πρώτη του επαφή με την τηλεόραση, καθώς γράφει τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά «Tο Nησί».
Oσο για την κατάσταση της ελληνικής δισκογραφίας; «Tα πράγματα είναι λίγο εγκλωβισμένα. Aκούω καινούργια, καλά πράγματα, όμως το τραγούδι, όπως το ξέραμε μέχρι τώρα, είναι αμήχανο».
- Aναστασία Kουκά, ΕΘΝΟΣ, 04/01/2010
Monday, January 4, 2010
Oι Oρνιθες, η Aμερική και η μουσική για το «Nησί»
Ο μεταρρυθμιστής του μπουζουκιού

Μανώλης Χιώτης (1921-1970)
Ο μεγάλος «άγνωστος» του λαϊκού τραγουδιού. Ο ευγενής μάγκας. Ο εργασιομανής και γαλαντόμος. Ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, ο καινοτόμος που το μετέτρεψε σε οκτάχορδο βάζοντας συχνά στοιχεία λάτιν και τζαζ. Ο συνθέτης αξέχαστων επιτυχιών, όπως «Απόψε φίλα με», «Ηλιοβασιλέματα», «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω», «Απότομα», «Πάρε με στο τηλέφωνο», «Περασμένες μου αγάπες», «Το τελευταίο ποτηράκι».
Σαράντα χρόνια από τον θάνατό του κυκλοφορεί μια πρώτη βιογραφική προσέγγιση (εκδόσεις ΚΨΜ) έχοντας τίτλο το όνομά του και υπότιτλο «Ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι» (φράση του Σταμάτη Κραουνάκη). Το βιβλίο υπογράφει ο Αντώνης Κασίτας, έμπειρος εικονολήπτης στην ΕΡΤ, φωτογράφος, αρθρογράφος και δημιουργός του ομώνυμου ντοκιμαντέρ που παίχτηκε το 2004 στη Θεσσαλονίκη (σε συνεργασία με τον αξέχαστο Πάνο Γεραμάνη και την Μπέλλα Μηλοπούλου).
Ο συγγραφέας αναπλάθει με μεράκι τη διαδρομή του Χιώτη βασιζόμενος κυρίως σε μαρτυρίες συνεργατών του. Παραθέτει αποσπάσματα από βιβλία ερευνητών του είδους και βιογραφίες λαϊκών δημιουργών (υπάρχει και μια εκτενής ανάλυση του πανεπιστημιακού Αλκη Ρήγου). Παράλληλα αναπαριστά με κριτικό βλέμμα τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της Ελλάδας εκείνης της εποχής.
Η γέννηση του Χιώτη σε μαχαλά της Θεσσαλονίκης. Στα τρία του χρόνια βρίσκεται στο Ναύπλιο, γενέτειρα της μητέρας του, μαθαίνοντας βιολί. Δεκατετράχρονος έρχεται στην Αθήνα, μυείται στο μπουζούκι από τον μουσικό Σπιτάμπελο, τριγυρίζει σε διάφορα στέκια. Πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση ως συνθέτης το '38 με το «Παλιά μου αγάπη». Τα δύσκολα χρόνια Κατοχής και Εμφύλιου. Το '46 το πρώτο του σουξέ, ο «Πασατέμπος». Η γνωριμία και συνεργασία του με τον δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Δημήτρη Στεργίου ή «Μπέμπη», οι εμφανίσεις τους στο «Πιγκάλς», πρώτο πολυτελείας μαγαζί του είδους.
Οι καινοτομίες του στο μπουζούκι (εκτός από τις επιπλέον χορδές το μετατρέπει σε ηλεκτρικό όργανο). Η γνωριμία του με τους στιχουργούς Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Χρήστο Κολοκοτρώνη, με τον νιόβγαλτο Στέλιο Καζαντζίδη, που τον βοηθάει στα πρώτα του βήματα. Η συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη στο δίσκο «Επιτάφιος» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Αχτύπητο «δίδυμο» σε κέντρα και δισκογραφία με τη Μαίρη Λίντα, δεύτερή του γυναίκα (η πρώτη ήταν η τραγουδίστρια Ζωή Νάχη). Τα ταξίδια του στην Αμερική, ο χωρισμός του με τη Λίντα, ο τρίτος του γάμος με την τραγουδίστρια Μπέμπα Κυριακίδου. Η αντίστροφη μέτρηση της καριέρας του τα χρόνια της χούντας, τα εμφράγματα, ο θάνατος τον Μάρτιο του '70.
Μνήμες γι' αυτόν καταθέτουν συνθέτες (Ζαμπέτας, Θεοδωράκης, Πάνου, Παπαϊωάννου, Νικολόπουλος), μπουζουξήδες (Κώστας Παπαδόπουλος, Γιάννης Σταματίου), τραγουδιστές (Μαίρη Λίντα, Τάκης Μπίνης) κ.ά. Ασπρόμαυρο φωτογραφικό υλικό διανθίζει τη βιογραφία με πλήρη δισκογραφία των τραγουδιών του Χιώτη στο τέλος.
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Συμφωνία για πιάνο και πινέλο
Με πόσους τρόπους μπορεί η μουσική και η ζωγραφική να γίνουν από κοινού θέαμα επί σκηνής; Ο συνθέτης Παναγιώτης Μπερλής και η ζωγράφος Αγγελική Κούρκουλου επιχειρούν, πάντως, τη συνύπαρξη των δύο τεχνών με εντελώς απρόβλεπτο τρόπο. Αύριο, στις 9 μ.μ., στο Θέατρο Παλιάς Ηλεκτρικής στον Βόλο θα παρουσιάσουν τη μουσικο-εικαστική παράσταση «Live Paint2 Live Music».
Ο συνθέτης θα αυτοσχεδιάζει στο πιάνο μουσική που εμπνεύστηκε από τη ζωγραφική της εικαστικού. Κι εκείνη, σ' έναν μεγάλης κλίμακας καμβά θα ζωγραφίζει μπροστά στα μάτια των θεατών τους «συννεφένιους» αγγέλους της. Η παράσταση είναι παραγωγή της ομάδας που ίδρυσαν οι δύο καλλιτέχνες το 2007 και την ονόμασαν «Pan Angel 8 Arts» για να «πλέξουν», όπως λένε, τη ζωγραφική με τη μουσική δημιουργία. Εντάσσεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Βόλου.
Ας δούμε, όμως, πώς τα πλήκτρα του πιάνου θα συνομιλούν με τις κινήσεις του πινέλου στον καμβά. Ο Παναγιώτης Μπερλής έχει ήδη γράψει μουσική για σύνολο εγχόρδων σε ύφος μπαρόκ με τίτλο «Χορός των Αγγέλων». Την εμπνεύστηκε από την εικαστική ενότητα της ζωγράφου «Fuga για έναν άγγελο». Το μουσικό έργο θα αποτελέσει και τη βάση του αυτοσχεδιασμού της παράστασης. Ο δημιουργός ενδέχεται να απομακρυνθεί από τα μπαρόκ όρια της αρχικής σύνθεσης για να κινηθεί σε τζαζ, προγκρέσιβ και άλλες μουσικές κατευθύνσεις. Ταυτόχρονα μια μεγάλη βιντεοθόνη θα δείχνει ευκρινώς στους θεατές τις λεπτομέρειες της ζωγραφικής διαδικασίας, τις λεπτές αποχρώσεις των χρωμάτων και των μορφών, που θα σχεδιάζει σε πραγματικό χρόνο η Αγγελική Κούρκουλου στον καμβά. Η διέγερση των αισθήσεων είναι το ζητούμενο της δράσης τους μέσα από το μπλέξιμο των ήχων με τα χρώματα.
«Μας ελκύει σε όλη αυτή τη διαδικασία η αμεσότητα, η οποία μας επιτρέπει να επικοινωνήσουμε με τον κόσμο βαθύτερα και να του μεταφέρουμε συγκίνηση, μηνύματα ελπίδας και συμφιλίωσης. Θεωρώ γοητευτική και ενδιαφέρουσα τη συνομιλία δύο δημιουργών από διαφορετικές τέχνες μπροστά στο κοινό», λέει ο Παναγιώτης Μπερλής.
Αν και στην παράστασή τους η κλασική σχέση του κοινού με την τέχνη διαταράσσεται, ο συνθέτης είναι σίγουρος ότι δεν απομυθοποιείται η καλλιτεχνική δημιουργία. «Δεν έχει καμία μορφή σεμιναρίου αυτό που επιχειρούμε, ούτε θέλουμε να δείξουμε στον κόσμο τους μηχανισμούς της τέχνης. Υπάρχει ένα γοητευτικό παιχνίδι με τους ήχους, τα μουσικά μοτίβα, τα χρώματα και τους αυτοσχεδιασμούς».
Η Αγγελική Κούρκουλου γοητεύεται, επίσης, από τις μοναδικές στιγμές που μπορούν να γεννηθούν την ώρα της παράστασης, σχεδόν από το τίποτα. «Οι Αγγελοί μου δεν είναι οι κλασικοί με τα γνωστά φωτοστέφανα. Είναι μορφές που έχουν για σώμα τους σχηματισμούς των σύννεφων. Αλλάζουν μορφή και αποχρώσεις από τα παιχνίδια που κάνει το φως, σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας, με τον ουρανό».
Ο Παναγιώτης Μπερλής έχει σπουδάσει ανώτερα θεωρητικά, σύνθεση, τζαζ πιάνο, τζαζ θεωρία. Διδάσκει πιάνο, κιθάρα και μουσική τεχνολογία. Εχει συμμετάσχει σε διάφορα τζαζ, ροκ και εναλλακτικά σχήματα και από το 1995 ώς το 2000 υπήρξε μέλος του συγκροτήματος «Διάφανα Κρίνα». Η Αγγελική Κούρκουλου σπούδασε ζωγραφική, γλυπτική, σχέδιο μόδας και Ιστορία της Τέχνης στη Νέα Υόρκη. Εχει παρουσιάσει δουλειά της σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (από την Αμερική και την Αυστραλία ώς τις Δυτικές Ινδίες). Εχει εικονογραφήσει λογοτεχνικά βιβλία, έχει δημιουργήσει σκηνικά για παραστάσεις. Διδάσκει ζωγραφική, σχέδιο μόδας, body painting, γλυπτική, κόσμημα και κατασκευές. *
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
-
Δεν με φοβίζει η σύγκριση με τον Σινάτρα
- «Θέλησα να γδύσω αυτά τα τραγούδια, να κρατήσω τον σκελετό τους και να τα ντύσω με τη δική μου μουσική. Ηθελα να δω αν είχα την έμπνευση να γράψω τέτοια τραγούδια, πώς θα τα παρουσίαζα τώρα. Τι ύφος δηλαδή θα τους έδινα, ποια θα ήταν η ενορχήστρωση».
«Θέλησα να γδύσω αυτά τα τραγούδια, να κρατήσω τον σκελετό τους και να τα ντύσω με τη δική μου μουσική. Ηθελα να δω αν είχα την έμπνευση να γράψω τέτοια τραγούδια, πώς θα τα παρουσίαζα τώρα. Τι ύφος δηλαδή θα τους έδινα, ποια θα ήταν η ενορχήστρωση».
Ετσι εξηγεί ο Βασιλικός, ο τραγουδιστής των Raining Pleasure, την πρώτη του προσωπική δουλειά με τίτλο «Vintage- Songs Ι Wish Ι'd Written Vol. 1» , όπου το «Famous Blue Raincoat» συναντάει το «If You Go Away» και οι Beatles μπλέκονται με τον Τζορτζ Γκέρσουιν.
«Δεν επέλεξα να κυκλοφορήσω διασκευές, ουσιαστικά μόνος του βγήκε ο δίσκος», εξηγεί τη διαδικασία. «Μπήκα στο στούντιο μονος με τον παραγωγό μου, τον Κλάιβ Μάρτιν -τον Βρετανό που είχε κάνει παραγωγή και στον τελευταίο δίσκο των Raining Pleasure- χωρίς να ξέρω ακριβώς τι θα κάνω. Βρέθηκα σε ένα στούντιο έξω από την Κολονία, απλώς να παίξω, χωρίς σχέδιο. Επαιζα μόνος με την ακουστική κιθάρα και ένα μικρόφωνο και μου βγήκαν όλα αυτά τα τραγούδια. Το μόνο που τα συνδέει είναι η δική μου ζωή. Ολα έχουν παίξει σοβαρό ρόλο στις διάφορες φάσεις της ζωής μου. Είναι από τα προσωπικά μου αγαπημένα τραγούδια, οι μουσικές που είναι καταγεγραμμένες στα κύτταρά μου».
Ο Βασιλικός ερμήνευσε τα τραγούδια και έπαιξε όλα τα όργανα. «Είχα ανάγκη να είμαι μόνος μου για προσωπικούς λόγους», συνεχίζει. «Η όλη διαδικασία της ηχογράφησης λειτούργησε ιδιαίτερα θεραπευτικά πάνω μου. Με αυτόν τον δίσκο απελευθερώθηκα, μπόρεσα να βγω από εκείνη τη φορτισμένη κατάσταση που βρισκόμουν. Η ηχογράφηση λειτούργησε σαν ψυχοθεραπεία».
Κάπως έτσι γεννήθηκε το «Vintage». «Επαιζα στο στούντιο ό,τι θυμόμουν, κάποιες νότες από διάφορα κομμάτια, ξεχνούσα στίχους, μου έρχονταν στο μυαλό κάποια άλλα και μέσα από αυτήν τη διαδικασία προέκυψαν κάπου πενήντα τραγούδια. Ο Μάρτιν ήταν δίπλα μου, χειρίστηκε τον ήχο και ήξερε πού να μου πει όχι».
Το Vol 1 στον τίτλο αφήνει μια υπόσχεση για συνέχεια στο μέλλον; «Αφησα το Vol 1 επίτηδες, γιατί είναι κάτι που μάλλον θα θελήσω να ξανακάνω κάποτε», απαντά ο Βασιλικός. «Δεν ξέρω αν θα είναι σε τρία χρόνια ή σε δεκαπέντε, αλλά το άφησα ανοιχτό γιατί είναι κάτι που μου πάει».
Τα τραγούδια του δίσκου είναι όλα πασίγνωστα και ερμηνευμένα από διάσημες φωνές, όπως ο Φρανκ Σινάτρα ή η Νίνα Σιμόν. Οπότε η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. «Δεν με φοβίζει η σύγκριση», απαντάει ο Βασιλικός. «Ετσι κι αλλιώς είναι χιλιοδιασκευασμένα τραγούδια. Από την άλλη, όταν είμαι στο στούντιο και πιστεύω ότι αυτό που κάνω πάει καλά, γιατί να με φοβίσει; Αισθητικά, για τα δικά μου αυτιά, είναι όμορφο. Οπότε, αφού το κυκλοφορώ, σημαίνει ότι κρίνω πως πρέπει να ακουστεί».
Η συνέχεια του «Vintage» θα είναι η ζωντανή του παρουσίαση. «Θα ξεκινήσω κάπου στα τέλη του Ιανουαρίου», λέει ο Βασιλικός, «με μια μπάντα από φίλους μουσικούς. Το σχέδιο μου είναι να βρούμε έναν χώρο στην Αθήνα, όπου θα παίζουμε σε εβδομαδιαία βάση. Για να δοκιμάσουμε πώς λειτουργεί. Με τους Raining Pleasure δεν το έχουμε κάνει ποτέ. Οπότε θα δοκιμάσω πώς είναι να παίζει κανείς σταθερά, πώς στήνει την εμφάνισή του από εβδομάδα σε εβδομάδα».
Αλλά και οι Raining Pleasure δεν θα μείνουν ανενεργοί. «Από τον Ιανουάριο», καταλήγει ο Βασιλικός, «θα αρχίσουμε τη δουλειά στο στούντιο. Πιθανότατα, μέσα στο φθινόπωρο, να έχουμε ετοιμάσει τον νέο μας δίσκο. Και επειδή φέτος κλείνουμε τα είκοσί μας χρόνια ως μπάντα, θα δίνουμε και κάποιες συναυλίες για να το γιορτάσουμε». *
- Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Καναδάς: Πέθανε από καρκίνο η λάτιν τραγουδοποιός Λάσα
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 37 ετών η λάτιν τραγουδοποιός Λάσα, χτυπημένη από καρκίνο του στήθους. Η Αμερικανο-μεξικανή τραγουδίστρια Λάσα ντε Σέλα [Lhasa de Sela], που από πολλών ετών διέμενε στο Μόντρεαλ, έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή σε ηλικία 37 ετών, «χτυπημένη από καρκίνο του στήθους, τον οποίον πάλεψε με γενναιότητα για 21 μήνες», ανακοίνωσε ο μάνατζέρ της Νταβίντ-Ετιέν Σαβουά.
Η Λάσα έφυγε από τη ζωή στην κατοικία της στο Μόντρεαλ την 1η Ιανουαρίου, λίγο πριν τα μεσάνυκτα, τόνισε ο ίδιος.
Γεννημένη στις 27 Σεπτεμβρίου 1972 στο Μπιγκ Ίντιαν, της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, από Μεξικανό πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα, η Λάσα επέλεξε σε ηλικία 19 ετών το Μόντρεαλ για να ξεκινήσει τη μουσική σταδιοδρομία της.
Η Λάσα κατέκτησε το κοινό του Καναδά, αλλά και του εξωτερικού, το 1997 με το πρώτο της ισπανόφωνο άλμπουμ, με τίτλο La Llorona, ένα μείγμα από παραδοσιακά λατινοαμερικάνικα τραγούδια και πρωτότυπους στίχους πάνω σε ένα μελωδικό μείγμα, που συνδυάζει τις τσιγγάνικες μελωδίες με τους μπλουζ, κάντρι και ροκ ήχους.
Μετά την επιτυχία του πρώτου δίσκου της, η Λάσα μετακομίζει για μία διετία στη Μασσαλία, όπου ηχογράφησε το δεύτερο άλμπουμ της «The Living Road», που κυκλοφόρησε το 2003 στο Μόντρεαλ. Αυτή τη φορά περιλαμβάνει τραγούδια στα ισπανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά, πάντοτε με την ίδια διάθεση επιμειξίας των ειδών.
Το περασμένο έτος κυκλοφόρησε το τελευταίο άλμπουμ της «Lhasa» για την προώθηση του οποίου είχε προγραμματισθεί μία περιοδεία για το φθινόπωρο του 2009. Όμως έπειτα από τις πρώτες συναυλίες, κυρίως στη Γαλλία και το Βέλγιο, η περιοδεία αναβλήθηκε λόγω «των σοβαρών προβλημάτων υγείας που είχαν παρουσιασθεί για πάνω από ένα χρόνο».
Το 2005 η Λάσα, που είχε συνεργασθεί και με πολλούς άλλους καλλιτέχνες, είχε αναδειχθεί ως η «καλύτερη καλλιτέχνις των Αμερικών», στα Παγκόσμια Μουσικά Βραβεία του BBC.
Η μουσική που έγραφε ήταν θερμή, προσωπική, και «ανάβρυζε από την περιπλανώμενη παιδική της ηλικία, που διέτρεχε τους δρόμους του Μεξικού και των ΗΠΑ», όπως διαβάζει κανείς στην ιστοσελίδα της.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Saturday, January 2, 2010
ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ: Μας «ταξίδεψε» στις «πιο όμορφες θάλασσες»
Ενας χρόνος από το θάνατο της σπουδαίας τραγουδίστριας
«Να γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών/ είμαστε μες στο δικό μας κόσμο/ Η πιο όμορφη θάλασσα/ είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει/ Τα πιο όμορφα παιδιά/ δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα/ Τις πιο όμορφες μέρες μας/ δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα/ Κι αυτό που θέλω να σου πω/ το πιο όμορφο απ' όλα/ δε στο 'χω πει ακόμα...».
Από συναυλία της στην Αίθουσα Συνεδρίων του ΚΚΕ (4/12/2005), για την οικονομική εξόρμηση του Κόμματος Ενας χρόνος συμπληρώνεται σε λίγες μέρες από τον πρόωρο θάνατο της Μαρίας Δημητριάδη (7/1/2009), της φωνής που μας «ταξίδεψε» σε αμέτρητες «θάλασσες» ποίησης και μουσικής, άλλοτε «φουρτουνιασμένες» και άλλοτε «γαλήνιες», πάντα όμως υπέροχες. Φωνή εξαιρετική, «ολοκληρωτική», όπως τη χαρακτήρισαν, η Μαρία Δημητριάδη σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι, κυρίως εκείνο το κομμάτι του που αφουγκραζόταν λαϊκούς πόθους, που εξέφραζε την αντίσταση στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και στο σκοτάδι της καταπίεσης, που γινόταν «λάβαρο» πάλης για κοινωνική δικαιοσύνη και απελευθέρωση. Φωνή με τεράστιο ερμηνευτικό εύρος, που είχε τη δυνατότητα και το πάθος να εκφράζει τη δραματική κάθε φορά συγκυρία, έβαλε το στίγμα της στο πολιτικό τραγούδι, ερμηνεύοντας τραγούδια μεγάλων Ελλήνων συνθετών, σε ποίηση κορυφαίων ποιητών (Ρίτσου, Μαγιακόφσκι, Χικμέτ, Μπρεχτ κ.ά.), καταθέτοντας ερμηνείες αξεπέραστες, πότε λυρικές, τρυφερές, ψιθυριστές και πότε δυναμικές και αγέρωχες. Είτε τραγουδώντας για τους γερόντους της Μακρονήσου που «...δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη/ ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη/ κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους/ που δε σηκώνει τ' άδικο...» είτε πως «το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είν' ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει» είτε πως «έτσι κι αλλιώς η Γη θα γίνει κόκκινη...».Ασυμβίβαστη στάση ζωήςΑγέρωχη, ασυμβίβαστη, ιδεολόγος, υπηρέτησε και ταυτίστηκε με δημιουργίες του πολιτικού, στρατευμένου τραγουδιού, ενώ η ίδια ήταν πάντα παρούσα μέσα στα γεγονότα, από τον αντιδικτατορικό αγώνα μέχρι το τέλος. Ανταποκρινόμενη στα αγωνιστικά καλέσματα συνόδευσε με τα τραγούδια της τους εργατικούς και αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των δεκαετιών '70-'80, αλλά και μετέπειτα. Η φωνή της ήχησε σε θέατρα, γήπεδα, χώρους δουλειάς, εργατικές, αγροτικές, φοιτητικές κινητοποιήσεις. Οι επικές ερμηνείες της - θύελλα και ορμή - έδιναν παλμό σε συναυλίες αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους και διωκόμενους λαούς, σε απεργιακούς αγώνες, σε μπλόκα των αγροτών, σε Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Η ίδια της η πορεία μαρτυρούσε ότι στο πρόσωπό της υπήρξε άρρηκτη σύνδεση έργου και στάσης ζωής. Δεν ήταν μόνο μια από τις σημαντικότερες και πιο εκφραστικές Ελληνίδες τραγουδίστριες (για κάποιους η σημαντικότερη), αλλά συνάμα και μια συνεπής αγωνίστρια, πιστή στην κομμουνιστική ιδεολογία. Με αφετηρία την πίστη της στο όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας, συμπορεύτηκε με το ΚΚΕ, στηρίζοντας τις θέσεις του και παλεύοντας μαζί του.
Δεν άντεχε την καταπίεση, ιδιαίτερα αυτή που έβλεπε να ζώνει τη χώρα με νέο «περιτύλιγμα». «Η Ελλάδα», έλεγε πριν κάποια χρόνια στον «Ριζοσπάστη», «είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά κυκλωμένη από εχθρό που δε φαίνεται, καμουφλαρισμένο με σελοφάν και φωτάκια, κάτω από το μανδύα της πιο ψεύτικης, της πιο επικίνδυνης ιστορίας που λέγεται Ενωμένη Ευρώπη... Πνίγεται από τη σημερινή εξουσία, που με τη στολή του "εκσυγχρονισμού" είναι η πιο ανάλγητη, η πιο σκληρή εξουσία των τελευταίων χρόνων. Εξουσία των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, των γερμανοτραφέντων καθηγητών και μαθητών και των πνευματικών πατέρων τους, των Αμερικάνων. Ας αντισταθούμε σήμερα στην πιο ρατσιστική, στην πιο απάνθρωπη και απόλυτη εξουσία"».
Ανάλογη ήταν η στάση της και στον καλλιτεχνικό τομέα, καθώς με την ίδια τόλμη και παρρησία αντιστάθηκε στην ευκολία και στα κυκλώματα που λυμαίνονται το χώρο της τέχνης. Δεν της άρεσαν οι εκπτώσεις, ούτε οι πειθαναγκασμοί. Η «εξομολόγησή» της, σε παλιότερη συνέντευξη στον «Ριζοσπάστη» (17/2/2002), αποκαλύπτει το ήθος, την ποιότητα, την αξιοπρέπεια που την διακατείχαν: «Οι συνεργασίες μου είχαν πάντα και κάποιον άλλο λόγο, εκτός από τον καλλιτεχνικό. Υπήρχε ταύτιση, έστω σε κάποιο βαθμό, ιδεολογική, αισθητική. Και χωρίς να υπερηφανεύομαι, δηλώνω ότι δεν έχω κάνει ποτέ ούτε μισή υποχώρηση στη δουλειά μου. Ούτε μισή! Και αυτό το πληρώνω. Υπήρξαν φορές που δεν είχα να καπνίσω τσιγάρο. Αλλά υποχώρηση δεν έχω κάνει. Ούτε μία καλημέρα δεν έχω πει σε κάποιον που δε θέλω να του την πω...».
Τα παραπάνω λόγια της αποκαλύπτουν και το «τίμημα» αυτής της αγωνιστικής στάσης, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπη με όλες τις αντιξοότητες που δημιουργεί το σύστημα στους καλλιτέχνες που δεν υποτάσσονται στις επιδιώξεις του. Οχι μόνο κατά την πρώτη, μεταπολιτευτική περίοδο που η αντίδραση συνέχιζε να δείχνει φανερά το «πρόσωπό» της, αλλά και αργότερα στα χρόνια πλέον του «πλαστικού», εύπεπτου, εμπορευματοποιημένου τραγουδιού, που το κατεστημένο δεν ανεχόταν παρουσίες όπως αυτή της ασυμβίβαστης τραγουδίστριας. Εύγλωττα όσα μας ανέφερε στην ίδια συνέντευξη: «Εμένα μου έβαλαν την ετικέτα πολιτική τραγουδίστρια για κακό, τις εποχές που το πολιτικό τραγούδι ήταν υπό διωγμόν. Τη δεκαετία '70-'80 μέχρι αυγά στο κεφάλι έφαγα από διάφορους αντιδραστικούς. Στο Κιλκίς μας πετούσαν πέτρες... Κάναμε πολιτική δουλειά, καθώς οι συναυλίες μας δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικά γεγονότα αλλά και μέσο πάλης. Πηγαίναμε στη Λάρυμνα πρωί πρωί, χειμώνα, σε ένα σινεμά καλοκαιρινό και τραγουδούσαμε. Κάθε Κυριακή πρωί τραγουδούσαμε σε κινηματογράφους της Αθήνας για απεργούς, παρόλο το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας στις μπουάτ. Το "πολιτική τραγουδίστρια" σήμαινε λοιπόν μέσα στα γεγονότα... Ομως, μετά το '80 έγινε βρισιά. Δηλαδή, εσύ είσαι πολιτική τραγουδίστρια, έξω από εδώ. Δε θα τραγουδήσεις άλλο, τελείωσες. Κι έχανα το τρένο της ευκολίας, του να ελίσσεσαι...».
Συγκλονιστικές ερμηνείεςΠαρόλο τον αποκλεισμό της, η τραγουδίστρια που συνδέθηκε με μερικές από τις σπουδαιότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής δημιουργίας και μας «διηγήθηκε» κάποιες από τις πιο όμορφες και συγκλονιστικές μελωδικές ιστορίες, έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στην καρδιά του λαού μας. Τι να πρωτοθυμηθούμε; Αναμφίβολα κορυφαίες παραμένουν οι καταλυτικές, δραματικές ερμηνείες της σε έργα του Θάνου Μικρούτσικου, όπως τα «Πολιτικά Τραγούδια» (σε ποίηση των Ναζίμ Χικμέτ και Βολφ Μπίρμαν), «Καντάτα για τη Μακρόνησο» (βασισμένη στον «Πέτρινο Χρόνο» του Ρίτσου), «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι», στην εξεγερμένη «Φουέντε Οβεχούνα», στα «Τροπάρια για Φονιάδες», όπου ζωντανεύουν οι μορφές των Τσε Γκεβάρα, Ρόζας Λούξεμπουργκ, Καρυωτάκη, Πλουμπίδη, στα «Τραγούδια της Λευτεριάς» σε στίχους Μπρεχτ, Αναγνωστάκη, Ρίτσου, Φώντα Λάδη, Αλκη Αλκαίου...
Ξεκίνησε να τραγουδά από παιδί. Στα 16 της χρόνια δισκογραφεί το «Ενα πρωινό η Παναγιά μου» του Σταύρου Ξαρχάκου (από την ταινία τα «Κορίτσια στον Ηλιο»). Μετά ήρθε ο «Ηλιος ο Πρώτος» και το «Χρονικό» του Γιάννη Μαρκόπουλου, ενώ στο ενδιάμεσο είχε γνωρίσει τον Μίκη Θεοδωράκη, ίνδαλμά της από μικρό παιδί. Μαζί του, κατά την επταετία, περιοδεύει ανά τον κόσμο και συμμετέχει στους δίσκους «Τα Λαϊκά» («Το τρένο φεύγει στις οκτώ») και «Τραγούδια του Αγώνα» («Σαν τον αετό φτερούγαγε στη στράτα»). Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 1974, τραγουδά στο δίσκο «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» του Νίκου Μαμαγκάκη και το «Αντόνιο Τόρρες Χερέδια» του Γιάννη Γλέζου. Ηδη έχει γνωρίσει τον Θάνο Μικρούτσικο και το 1975 δισκογραφούν τον πρώτο δίσκο του, τα «Πολιτικά Τραγούδια». Ακολουθούν: «Καντάτα για τη Μακρόνησο», «Φουέντε Οβεχούνα», «Τροπάρια για φονιάδες», «Τα τραγούδια της λευτεριάς». Χαρακτηριστικό πως από την κασετίνα των οκτώ δίσκων με τα πολιτικά τραγούδια του συνθέτη που έβγαλε η «Λύρα», πριν λίγα χρόνια, στους πέντε τραγουδάει μόνο η Μαρία Δημητριάδη. Ενας από τους πιο πολυασκουσμένους δίσκους τους ήταν «Τα Αντάρτικα» (1981) - επανεκτελέσεις μαζί με την αδερφή της Αφροδίτη Μάνου. Μετά από κάποια χρόνια κάνει πάλι συναυλίες με τον Μίκη, τον Μαρκόπουλο... Δισκογραφικά συνέχισε με το «Δελτίο καιρού», με τραγούδια πολλών συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, τα «Λιανοτράγουδα» του Θεοδωράκη, τον πρώτο δίσκο του Γιώργου Σταυριανού, την «Ελένη» του Χατζιδάκι - τον «πιο σταθερό και ιδεολόγο άνθρωπο» όπως έλεγε - το «Εμπάργκο» του Μικρούτσικου, με άλλους τραγουδιστές, κ.ά. Μετά από το '90-'91 και δύο πολύ μεγάλες περιοδείες με τον Μίκη, άρχισε να αποτραβιέται. Ακολούθησαν δύο χρόνια δουλειάς της στο Βελιγράδι, την περίοδο του εμπάργκο. Εκανε συναυλίες κι ένα δίσκο, που με τη βοήθεια του υπουργείου Πολιτισμού της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τα έσοδά του πήγαν για τους πρόσφυγες. Δύο χρόνια πηγαινοερχόταν στη Γιουγκοσλαβία... Τελευταία δισκογραφική της δουλειά, οι «Δον Κιχώτες» των Παρασκευά Καρασούλου (στίχοι) και Θοδωρή Οικονόμου (μουσική).
- Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 3 Γενάρη 2010
Τα μουσικά γεγονότα που σημάδεψαν τη δεκαετία
2001 Ενώ οι τηλεοπτικές οθόνες δείχνουν ξανά και ξανά τα δυο αεροπλάνα να συγκρούονται με τους Δίδυμους Πύργους, ο νέος δίσκος των ράπερ The Coup, το «Party Music», εμφανίζεται στα δισκοπωλεία των ΗΠΑ με τους δυο μουσικούς να στέκονται κάτω από τους πύργους, τη στιγμή μιας έκρηξης.
Οι Rage Against the Machine σε πορεία ενάντια στον πόλεμο, έξω από το Συνέδριο των Δημοκρατικών
Ο δίσκος, που το εξώφυλλό του είχε σχεδιαστεί από τον Ιούνιο, άρα δεν ήταν ηθελημένη προβοκατόρικη πράξη, αποσύρεται. Ο Μπουτς Ρίλεϊ, ο ράπερ, ρίχνει λαδι στη φωτιά λέγοντας ότι ο δίσκος θα θυμίζει πόσους αθώους έχουν σκοτώσει οι ΗΠΑ για το χρήμα. Ολο αυτό δεν είναι παρά η αρχή μιας εποχής που θα οδηγήσει από την αντικατάσταση του τραγουδιού «New York City Cops» στο ντεμπούτο των Srokes, επειδή ήταν υποτιμητικό για τους Αμερικανούς μπάτσους, μέχρι τα cd των Dixie Chicks, που καταστρέφονταν στον αμερικανικό Νότο επειδή είπαν από σκηνής ότι «δεν υποστηρίζουμε τον πόλεμο στο Ιράκ και νιώθουμε ντροπή για τον πρόεδρο Μπους».
2002 Μια πιτσιρίκα, που τραγουδάει περιστασιακά σε μια τζαζ μπάντα, υπογράφει συμβόλαιο στέλνοντας απλά ένα ντέμο στη δισκογραφική ΕΜΙ. Μπαίνει στο στούντιο για να ετοιμάσει την πρώτη της δουλειά και όσοι την ακούνε μιλάνε για μια εκπληκτική σόουλ φωνή. Ο δίσκος της θα βγει τον επόμενο χρόνο με τίτλο «Frank». Παρά τους διθυράμβους των κριτικών, η Εϊμι Γουαϊνχάουζ θα χρειαστεί άλλα τρία χρονια για να φτιάξει το «Back In Black». Θα γίνει διάσημη, θα σαρώσει τα Γκράμι και θα γίνει συνώνυμο της αέναης αυτοκαταστροφής. Από τότε θα βρίσκεται στην επικαιρότητα, όχι πια για τη μουσική αλλά μόνο για τα συνεχή σκάνδαλα που προκαλεί.
2003 Ο Εμινεμ, το λευκό κακό παιδί του αμερικάνικου χιπ χοπ, βλέπει από το σπίτι του στο Ντιτρόιτ στην τηλεόραση την τελετή απονομής των Οσκαρ. Το δικό του Οσκαρ τραγουδιού για το «Loose Myself», από την αυτοβιογραφική ταινία «8 Mile», το παραλαμβάνει ο συνδημιουργός του Λούις Ρέστο. Είναι η πρώτη φορά ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια που το βραβευμένο τραγούδι δεν παρουσιάζεται στην τελετή. Ο Εμινεμ, που έχει ήδη κερδίσει πια την αποδοχή όλων, θα πει ότι απλά δεν του ταιριάζουν τέτοιες φανταχτερές τελετές.
2004 Υστερα από μια περίοδο απόλυτης σιωπής, κάποιοι μουσικοί αποφασίζουν να δράσουν ενάντια στον Μπους. Με αφορμή τις επικείμενες εκλογές, σχηματίζουν τον Οκτώβριο τη συμμαχία «Vote For Change» και δίνουν συναυλίες υπέρ του υποψήφιου των Δημοκρατικών Τζον Κέρι. Δεν είναι απαραίτητα Δημοκρατικοί, θεωρούν όμως τον Μπους επικίνδυνο. Ο Μπρους Σπρίνγκστιν, οι REM, οι Pearl Jam, ο Νιλ Γιανγκ, δηλαδή τα μεγαλύτερα ονόματα του ροκ εν ρολ, σαρώνουν την Αμερική αλλά δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τη γνώμη των ψηφοφόρων του Μπους, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς δεν ακούνε ροκ εν ρολ.
2005 Επειτα από είκοσι πέντε χρόνια ο Ρότζερ Γουότερς, ο Ντέιβιντ Γκίλμουρ, ο Νικ Μέισον και ο Ρίτσαρντ Ράιτ εμφανίζονται ξανά ως Pink Floyd στο Χάιντ Παρκ του Λονδίνου. Είναι η απάντησή τους στην παράκληση του Μπομπ Γκέντολφ, που έχει οργανώσει το Live 8, μια σειρά συναυλιών δηλαδή, με σκοπό να πιέσει τους ηγέτες της Δύσης να χαρίσουν τα χρέη των χωρών της Αφρικής. Οι Pink Floyd θα παίξουν τέσσερα τραγούδια και αμέσως μετά οι πωλήσεις των δίσκων τους θα ανέβουν αναπάντεχα στα ύψη.
2006 Ενας περίεργος δίσκος κάνει την εμφάνισή του στα δισκοπωλεία του Λονδίνου. Εχει τίτλο «Burial» και στο εξώφυλλο μια αεροφωτογραφία του Νότιου Λονδίνου. Ο Burial είναι ένας μουσικός-φάντασμα, αλλά έχει φτιάξει μια δυσοίωνη μουσική, συνδυάζοντας την νταμπ με την ελεκτρόνικα. Η αλλόκοτη μουσική του θα ονομαστεί ντέμπστεπ και θα γίνει ο ήχος της αντεργκράουντ χορευτικής σκηνής. Τα επόμενα χρόνια ο Burial θα αποκαλύψει την ταυτότητά του: είναι ο Γουίλιαμ Μπίβαν. Και θα κυκλοφορήσει έναν ακόμα σκοτεινό δίσκο, με τίτλο «Untrue».
2007 Ο Αλ Γκορ, αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του Κλίντον, θέλει να οργανώσει ένα μοναδικό γεγονός, όπου συναυλίες σε όλο τον κόσμο από διάσημους καλλιτέχνες θα ευαισθητοποιήσουν το κοινό για την αύξηση της θερμοκρασίας στον πλανήτη. Οι συναυλίες θα πραγματοποιηθούν στις 7 Ιουλίου σε πολλές μεγάλες πόλεις. Πλήθος ονόματα, από τη Μαντόνα και τους U2 ώς τον Σνουπ Ντογκ και τους Linkin Park συμμετέχουν με ενθουσιασμό αλλά κανείς δεν φαίνεται να συγκινείται από τις εκκλήσεις τους. Αντίθετα, οι σκεπτικιστές ασκούν κριτική, λέγοντας ότι ξοδεύτηκε πολλή ενέργεια για κάτι ανώφελο. Μόνοι κερδισμένοι είναι οι Gogol Bordello, που παίζουν μαζί με τη Μαντόνα και αποκτούν φήμη κυριολεκτικά σε μια νύχτα.
2008 Σαράντα χρόνια μετά το Συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο, τότε που η αστυνομία είχε αιματοκυλήσει τη διαδήλωση εκείνων που διαμαρτύρονταν για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, η ιστορία έμοιαζε να επαναλαμβάνεται. Ετσι τουλάχιστον σκέφτηκαν οι Rage Against the Machine και οργάνωσαν συναυλία και πορεία τον Αύγουστο έξω από το Συνέδριο των Δημοκρατικών στο Ντένβερ. Ολα πήγαν καλά, αλλά όπως και ο προκάτοχός του τέσσερις δεκαετίες πριν, ο Ομπάμα, ο νέος υποψήφιος πρόεδρος, αρνήθηκε να υποσχεθεί τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
2009 Παραμορφωμένος από τις πλαστικές εγχειρήσεις, χρεοκοπημένος από τις δικαστικές του περιπέτειες, στιγματισμένος ως παιδεραστής, ο Μάικλ Τζάκσον θέλησε μια τελευταία ευκαιρία: να βγει στη σκηνή πριν αποσυρθεί για πάντα. Λίγο πριν από τις πενήντα συναυλίες με το όνομα «This is it» στο Λονδίνο, που τα εισιτήριά τους είχαν ήδη εξαντληθεί, ο πενηντάχρονος άλλοτε βασιλιάς της ποπ θα πεθάνει από υπερβολική δόση αναλγητικών και ηρεμιστικών. Θα αφήσει πίσω τα τραγούδια του και τη φήμη του πιο εκκεντρικού ποπ σταρ που πέρασε ποτέ από τη μουσική σκηνή. *
Οι μουσικοί που ξεχώρισαν
**White Stripes: Πρώτα χτύπησαν με το «βρώμικο» γκαράζ του «White Blood Cells». Επανήλθαν με το πιο σκοτεινό «Elephant». Μετά απογύμνωσαν το γκαράζ με τα ακατέργαστα μπλουζ του «Get Behind Me Satan» και, τέλος, έβγαλαν και το πειραματικό «Icky Thump». Ο Τζακ και η Μεγκ Γουάιτ επανακαθόρισαν το σύγχρονο ροκ εν ρολ ήχο.
**Jay Ζ: Ξεκίνησε τη δεκαετία με το μπαράζ των δίσκων «The Blueprint» και «The Blueprint 2: The Gift & The Curse». Συνέχισε με το δίσκο αναφοράς στο χιπ χοπ «The Black Album». Και ακολούθησαν, το ένα πίσω από το άλλο, τα «Kingdom Come», «American Gangster» και το φετινό «The Blueprint 3». Μέσα στο τέλμα του σύγχρονου χιπ χοπ, ο Jay Ζ αποδείχτηκε ακαταπόνητος και επινοητικός μουσικός.
**Damon Albarn: Εφτιαξε τους Gorillaz, την πρώτη καρτούν μπάντα, συνεργάστηκε με μουσικούς από το Μάλι στο «Mali Music», συνάντησε ιστορικούς μουσικούς στην μπάντα The Good, the Bad & the Queen και, τέλος, επέστρεψε στους Blur, που έδωσαν μια σειρά συναυλίες. Και μόνο με τον δίσκο «Demon Days» των Gorillaz έχει σημαδέψει τη δεκαετία.
**Radiohead: Η ανάγνωση του μανιφέστου «Νο Logo» της Ναόμι Κλάιν γέννησε το αλλόκοτο «Kid Α». Το «Amnesiac» ήταν η πιο ακραία συνέχειά του. Αυτή τη δεκαετία οι Radiohead απαρνήθηκαν την εφήμερη δόξα του «Οκ Computer», για να γίνουν οι ριζοσπάστες της ποπ σκηνής. Το «In Rainbows» και η διανομή του μέσω Ιντερνετ, χωρίς να καθορίζεται τιμή, ήταν η φυσική εξέλιξη.
**TV On The Radio: Την ώρα που όλοι γράφουν διθυράμβους για τη νεοψυχεδέλεια των Animal Collective, ξεχνούν αυτή τη δράκα των μουσικών από τη Νέα Υόρκη. Με τρεις δίσκους, το «Desperate Youth, Blood Thirsty Babes» το 2004, «Return to Cookie Mountain» το 2006 και το «Dear Science» το 2008, έδειξαν ότι οι πειραματισμοί δεν σημαίνουν απαραίτητα κακοφωνία και έλλειψη μελωδίας.
**Green Day: Μπορεί να είναι οι πανκ με το αϊλάινερ, η μουσική τους να είναι πιο κοντά στην ποπ παρά στον σκληροπυρηνικό πανκ ήχο, αλλά πρώτα με το «American Idiot» και μετά με το «21st Century Breakdown» εξαπέλυσαν την πιο ηχηρή επίθεση στον πρόεδρο Μπους, όπως θα έκανε κάθε πανκ με αξιοπρέπεια.
**LCD Soundsystem: Πρώτα ίδρυσε την DFA, τη νεοϋορκέζικη δισκογραφική που θα ειδικευόταν στο χορευτικό πανκ. Υστερα, ο Τζέιμς Μέρφι έφτιαξε τους LCD Soundsystem για να δείξει πώς μπορείς να ενώσεις την ορμή του πανκ με τον ηδονιστικό χορευτικό ρυθμό, ανοίγοντας νέους δρόμους στη σκηνή.
**Nick Cave: Μπορεί η δεκαετία να άρχισε δυσοίωνα με το πολύ μελωδικό «Νο More Shall We Part», τον πιο αδιάφορο δίσκο της καριέρας του, το «Nocturama», και την αποχώρηση του κιθαρίστα Μπλίξα Μπάργκελντ από τους Bad Seeds. Υστερα όμως, ο Κέιβ κυκλοφόρησε με τους Bad Seeds το διπλό «Abattoir Blues/The Lyre of Orpheus», ξέδωσε φτιάχνοντας την γκαράζ μπάντα των Grinderman, επέστρεψε με τον δυναμίτη «Dig Lazarus Dig!!!», ενώ παράλληλα έγραψε και κάποια σκοτεινά σάουντρακ μαζί με τον Γουόρεν Ελις.
**Danger Mouse: Οι Gorillaz, και ο Μπεκ, του χρωστάνε δυο από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας, το «Demon Days» και το «Modern Guilt». Παράλληλα έφτιαξε τους Gnarls Barkley με τον ράπερ Cee Lo Green και έδωσε νέα πνοή στη βαλτωμένη ποπ. Αμερικάνος που μετοίκησε στο Λονδίνο, ο Μπράιαν Μπάρτον εμφανίστηκε το 2004 με το Grey Album, όπου είχε ανακατέψει ευφάνταστα το «White Album» των Beatles και το «Black Album» του Jay Ζ. Οταν η ΕΜΙ κινήθηκε δικαστικά εναντίον του, έχοντας τα δικαιώματα των Beatles, προκάλεσε την πρώτη μαζική πράξη ανυπακοής στο Ιντερνετ, καθώς εκατοντάδες σάιτ πρόσφεραν τον δίσκο για κατέβασμα επί είκοσι τέσσερις ώρες.
- Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010
