Thursday, January 8, 2009

Η δραματική φωνή της μεταπολίτευσης

Η Μαρία Δημητριάδη έχασε τη μάχη για τη ζωή σε ηλικία 58 ετών

Της Γιουλης Επτακοιλη, Η Καθημερινή, Πέμπτη, 8 Iανoυαρίου 2009

Ηταν 16 ετών όταν έκανε «κοπάνα» από το σχολείο για να πάει στο στούντιο και να ηχογραφήσει το πρώτο της τραγούδι «Ενα πρωινό (Αναμπελ)» από το άλμπουμ του Σταύρου Ξαρχάκου «Κορίτσια στον ήλιο». Μάλιστα για να μην το ανακαλύψουν οι γονείς της, στον δίσκο δεν είχε τη χαρά να δει τυπωμένο το επώνυμό της, παρά μόνο το όνομα: Μαρία. Λεπτομέρεια, για μια καριέρα που διήρκεσε σχεδόν τριάντα χρόνια, και τερματίστηκε χθες τα ξημερώματα, στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού όπου η Μαρία Δημητριάδη σε ηλικία 58 ετών, άφησε την τελευταία της πνοή από μια σπάνια ασθένεια των πνευμόνων.

Χαρακτηρίστηκε η φωνή της Μεταπολίτευσης, και δικαίως, αφού έθρεψε το όνειρο μιας ολόκληρης γενιάς και συνδέθηκε με μερικές από τις σπουδαιότερες στιγμές της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Το τεράστιο ταλέντο της, η μοναδική της ικανότητα να φτάνει σε απίστευτα ερμηνευτικά βάθη, σχεδόν να στοιχειώνει τα τραγούδια -ας μου επιτραπεί μια προσωπική κρίση, στο «Τρένο φεύγει στις οχτώ», το οποίο αν και έχει γνωρίσει εκτελέσεις από σπουδαίες Ελληνίδες τραγουδίστριες, η ερμηνεία της παραμένει αξεπέραστη- έστρεψε πάνω της τα βλέμματα σπουδαίων συνθετών.

Η συνέχεια ήταν ονειρεμένη. Ευτύχησε να τραγουδήσει Μίκη Θεοδωράκη («18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», «Τα λαϊκά», «Μήπως ζούμε σε άλλη χώρα»), Μάνο Χατζιδάκι («Για την Ελένη»), Θάνο Μικρούτσικο («Πολιτικά τραγούδια» σε στίχους του Ναζίμ Χικμέτ, «Τροπάρια για φονιάδες», «Καντάτα για την Μακρόνησο», «Τραγούδι της λευτεριάς»), Γιάννη Μαρκόπουλο («Ηλιος ο πρώτος» σε στίχους Οδυσσέα Ελύτη, «Χρονικό»).

Τη δεκαετία του ’70 ταυτίστηκε με το πολιτικό τραγούδι. Στις αρχές του ’80 στράφηκε σε πιο λυρικά έργα, συνεργαζόμενη με τον Μάνο Χατζιδάκι στο «Για την Ελένη», αλλά και με τον Στέφανο Κορκολή στο άλμπουμ του ’87 «Το μαγικό κλειδί». Τα επόμενα χρόνια οι εμφανίσεις της περιορίστηκαν. Ηταν επιλογή της -λανθασμένη για κάποιους- να «φρενάρει» την πορεία της. Εκείνη, ήθελε να αφοσιωθεί στον αγαπημένο της γιο Στέργιο, τον οποίο απέκτησε από τον γάμο της με τον Ανδρέα Μικρούτσικο. Η επάνοδός της στη δισκογραφία ήρθε το 1996 με τον ροκ δίσκο «Αύριο» σε παραγωγή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Αυτή ήταν και η τελευταία της δισκογραφική εμφάνιση, συμμετείχε, όμως, κατά καιρούς σε αρκετές συναυλίες.

«Ξεκινήσαμε πολύ νέοι, εγώ 25 ετών κι εκείνη 22», θυμάται ο Θάνος Μικρούτσικος. «Πρέπει να ομολογήσω και δεν το λέω τώρα με τον χαμό της, το ίδιο θα έλεγα αν με ρωτούσαν και πριν από τρία χρόνια, ότι πραγματικά της οφείλω πάρα πολλά διότι μαζί φτιάξαμε τον τραγουδοποιητικό μου τρόπο. Ηταν τη δεκαετία του ’70 με κύκλους τραγουδιών όπως τα «Πολιτικά τραγούδια», η «Καντάτα για τη Μακρόνησο», τα «Τροπάρια για φονιάδες», το «Εμπάργκο», ό, τι δηλαδή διαμόρφωσε αυτό που είμαι σήμερα. Συνεπώς, είμαι ταυτισμένος με τη Μαίρη, όπως τη λέμε όσοι τη ζήσαμε και την αγαπάμε». Για τον Θάνο Μικρούτσικο η Μαρία Δημητριάδη είναι η σπουδαιότερη Ελληνίδα τραγουδίστρια.

«Αν ακούσει κανείς μια ηχογράφησή της από τη δεκαετία του ’70 και τη βάλει δίπλα σε αντίστοιχες ηχογραφήσεις αυτών που θεωρούμε μεγάλες τραγουδίστριες θα καταλάβει την υπεροχή της Μαίρης. Προσπαθώντας εδώ και χρόνια να εξηγήσω την διαχρονικότητα της φωνής της -αντίστοιχη με αυτήν της Φλέρυς Νταντωνάκη- κατέληξα στο ότι δεν υπήρξε ποτέ μόνο επική ή μόνο λυρική τραγουδίστρια. Υπήρξε δραματική τραγουδίστρια, ένας όρος που χρησιμοποιούμε για τις τραγουδίστριες της όπερας. Κι αυτός είναι ο λόγος που η φωνή της μπορούσε να εκφράσει τη δραματική συγκυρία».

O Kώστας Θωμαΐδης όχι μόνο συνεργάστηκε στενά με τη Μαρία Δημητριάδη, αλλά της οφείλει και πολλά όπως ομολογεί. «Με βοήθησε στα πρώτα μου βήματα. Ηταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα στον χώρο. Ως ερμηνεύτρια ήταν συγκλονιστική. Είχε μέσα της το επικό και το λυρικό στοιχείο. Μπορούσε να ερμηνεύσει από ένα νανούρισμα μέχρι ένα τραγούδι που να σε ξεσηκώσει να βγεις στον δρόμο».

Σύμφωνα με επιθυμία που είχε εκφράσει η Μαρία Δημητριάδη, η σορός της θα μεταφερθεί στο εξωτερικό για αποτέφρωση.

Wednesday, January 7, 2009

Η καρδιά μας κοντά της βρίσκεται...


Μια σπουδαία, ασυμβίβαστη φωνή σίγησε χτες τα ξημερώματα. Η Μαρία Δημητριάδη «έφυγε» πρόωρα από τη ζωή, σε ηλικία 58 χρόνων, στην εντατική του «Ευαγγελισμού», όπου νοσηλευόταν χτυπημένη από σπάνια πνευμονική νόσο. Οπως η ίδια είχε ζητήσει από την οικογένειά της, η σoρός της θ' αποτεφρωθεί και η στάχτη της θα σκορπιστεί στη θάλασσα...

Τραγουδίστρια με μεγάλο ερμηνευτικό εύρος, με την υπέροχη φωνή της, σφράγισε τραγούδια μεγάλων Ελλήνων δημιουργών, που έγιναν σύμβολα αντίστασης ενάντια στην εκμετάλλευση και το σκοτάδι της καταπίεσης. Τόσο μέσα από την καλλιτεχνική της προσφορά, όσο και μέσα από την αταλάντευτη στάση της στο πλάι του λαϊκού κινήματος, συνέδεσε τη φωνή της με τους λαϊκούς και εργατικούς αγώνες, με αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις, με το όραμα για μια δίκαιη κοινωνία. Ανθρωπος ασυμβίβαστος, αντιστάθηκε με τόλμη και παρρησία στην ευκολία και στα κυκλώματα που λυμαίνονται το χώρο της τέχνης, με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπη με τις αντιξοότητες που δημιουργεί το σύστημα στους καλλιτέχνες που δεν υποτάσσονται στις επιδιώξεις του. Η ίδια, πάντως, δε σταμάτησε να παλεύει κόντρα στην κυρίαρχη αισθητική, επιμένοντας να τραγουδά για όσους αγωνίζονται, αντιστέκονται, οραματίζονται. Πάντα ευαίσθητη στα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα, πορεύτηκε δίπλα στο ΚΚΕ, στηρίζοντας τις θέσεις του και παλεύοντας μαζί του. Στις τελευταίες δημοτικές εκλογές συμμετείχε στο ψηφοδέλτιο της «Συμπαράταξης για την Αθήνα», με επικεφαλής τον Σπύρο Χαλβατζή.

Η Μαρία Δημητριάδη γεννήθηκε στην Αθήνα και ξεκίνησε να τραγουδά από παιδί. Στα 16 της κιόλας χρόνια κάνει τον πρώτο της δίσκο - τα «Κορίτσια στον ήλιο». Μετά ήρθαν ο «Ηλιος ο Πρώτος» και το «Χρονικό» του Γ. Μαρκόπουλου. Στο ενδιάμεσο γνωρίζει τον Μίκη Θεοδωράκη, τον οποίο είχαν σε κατ' οίκον περιορισμό και κάνει μαζί της συνέχεια πρόβες... Ακολουθεί ο δίσκος - συνεργασία της με τον Σταύρο Ξαρχάκο «Ενα πρωινό η Παναγιά μου»... Και μετά συναυλίες με τον Θεοδωράκη σε όλο τον κόσμο, για δύο χρόνια... Στη συνέχεια, οι δίσκοι της με τους Γιάννη Γλέζο, Νίκο Μαμαγκάκη. Ηδη, είχε γνωρίσει τον Θάνο Μικρούτσικο και μετά τη μεταπολίτευση δίνει φωνή στα πρώτα του τραγούδια, τα «Πολιτικά». Με αυτόν το δίσκο ξεκινά η συνεργασία τους, που συνεχίστηκε με τις δισκογραφικές δουλειές «Καντάτα για τη Μακρόνησο», «Φουέντε Οβεχούνα», «Τροπάρια για φονιάδες», «Τα τραγούδια της λευτεριάς» και παράλληλα συναυλίες, που δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικά γεγονότα, αλλά και μέσο κοινωνικοπολιτικής πάλης. Οπως, καταχείμωνα σε καλοκαιρινό σινεμά, στη Λάρυμνα, με τραγούδια συμπαράστασης στους εργάτες. Οπως οι κυριακάτικες συναυλίες στην Αθήνα για απεργούς, παρόλο το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας στις μπουάτ. Οπως η συνεχής παρουσία της τα τελευταία χρόνια σε αντιιμπεριαλιστικές και εργατικές συναυλίες. Πάντα η Μαρία Δημητριάδη μέσα στα γεγονότα...

Από συναυλία στο αντιιμπεριαλιστικό διήμερο της ΚΝΕ (4/7/1998) στη Χίο και τον Τσεσμέ
Συνέχισε με το «Δελτίο καιρού», με τραγούδια πολλών συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, με τα «Λιανοτράγουδα» του Μίκη, με τον πρώτο δίσκο του Γιώργου Σταυριανού, με την «Ελένη» του Χατζιδάκι, με το «Εμπάργκο» του Μικρούτσικου, με άλλους τραγουδιστές κ.ά. Για ν' ακολουθήσουν και πάλι δυο πολύ μεγάλες περιοδείες με τον Μίκη. Μετά την αποχή της για κάποια χρόνια, έρχονται δύο χρόνια δουλειάς στο Βελιγράδι, την περίοδο του εμπάργκο. Κάνει συναυλίες κι ένα δίσκο, που με τη βοήθεια του υπουργείου Πολιτισμού της πρώην Γιουγκοσλαβίας τα έσοδά του πηγαίνουν στους πρόσφυγες.

Με τη μεγάλη, συγκλονιστική φωνή της, συνέχισε να τραγουδά για τους ανθρώπους που εξακολουθούν να έχουν οράματα. Σ' αυτούς αφιέρωσε και τον δίσκο της «Δον Κιχώτες», των Π. Καρασούλου - Θ. Οικονόμου, το 2002. Σ' αυτούς που παραμένουν ιδεολόγοι κρατώντας σταθερές τις αρχές τους και συνεχίζουν σε δίσεκτους καιρούς να πολεμάνε έστω για ένα ψίχουλο κοινωνικής δικαιοσύνης...

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
30/4/2008
-- Τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη και την Επανάσταση
5/9/2006
-- Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο
28/1/2003
-- Τριάντα χρόνια τα τραγουδάμε
17/2/2002
-- Τραγούδια για σημερινούς «Δον Κιχώτες»
16/12/2001
-- Δισκογραφικές συναντήσεις

Από συναυλία της (2005) στην αίθουσα Συνεδρίων του ΚΚΕ, για την οικονομική ενίσχυση του Κόμματος
Σε χτεσινή ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ αναφέρεται: «Το ΚΚΕ εκφράζει βαθιά θλίψη για το θάνατο της Μαρίας Δημητριάδη και συλλυπητήρια στα συγγενικά της πρόσωπα. Η Μαρία Δημητριάδη σημάδεψε με την ξεχωριστή, ζεστή και επική φωνή της το πολιτικό τραγούδι που συνόδευσε τους εργατικούς - αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των δεκαετιών '70 - '80. Υπηρέτησε και ταυτίστηκε με δημιουργίες του σύγχρονου στρατευμένου τραγουδιού. Η Μαρία Δημητριάδη συμπορεύτηκε με το ΚΚΕ, δεν άλλαξε στρατόπεδο, ούτε εξαργύρωσε την προσφορά της στο λαϊκό κίνημα. Δεν υπέκυψε στην αποσιώπησή της από την πλειοψηφία των ΜΜΕ και τις εταιρείες που ελέγχουν το χώρο της δισκογραφίας. Με παλικαριά ανταποκρίθηκε στα αγωνιστικά καλέσματα, τραγουδώντας στις συναυλίες αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους και διωκόμενους λαούς, στους απεργιακούς αγώνες και στα μπλόκα των αγροτών. Οι ερμηνείες της θα εμπνέουν για πολλά χρόνια τον αγωνιζόμενο λαό και τη νεολαία του».

Θερμά συλλυπητήρια για το θάνατο της Μαρίας Δημητριάδη εκφράζει, με ανακοίνωσή του, το Κεντρικό Συμβούλιο της ΚΝΕ, σημειώνοντας πως «με τη στάση ζωής της, τις επιλογές της, τα τραγούδια που ερμήνευσε σε στίχους μεγάλων ποιητών, όπως των Γ. Ρίτσου, Ν. Χικμέτ, Βλ. Μαγιακόφσκι, στρατεύτηκε στις αγωνίες, στις ανησυχίες, στους αγώνες του λαού μας. Η παρουσία της και η πορεία της στο ελληνικό τραγούδι συνέβαλε στο να έρθουν σε επαφή και οι νέες γενιές με το επαναστατικό τραγούδι. Πλέον "η καρδιά της αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι..."» (Ν. Χικμέτ).


Το ΠΑΜΕ, σε ανακοίνωσή του, σημειώνει: «Το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο, το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας, εκφράζει την ανείπωτη θλίψη των εργαζομένων για τον πρόωρο θάνατο της Μαρίας Δημητριάδη, της μεγάλης αυτής τραγουδίστριας που έκανε τραγούδι την ταξική πάλη και συνέβαλε με το τραγούδι της σ' αυτήν την πάλη, και στην ανύψωση του μαχητικού αγωνιστικού πνεύματος της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, εκφράζει τα πιο θερμά συλλυπητήρια προς την οικογένειά της, όλων εκείνων των εργατών που γαλουχήθηκαν και εμψυχώνονται με τα τραγούδια της. Η Μαρία Δημητριάδη μπορεί να έχασε τη μάχη για τη ζωή, αλλά θα είναι παρούσα με την αγωνιστική της φωνή σε όλους τους λαϊκούς - εργατικούς αγώνες που έρχονται για την κατάκτηση όλων εκείνων που με το τραγούδι της απαίτησε για τους εργαζόμενους, για τη νέα ζωή σε μια νέα κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα θα την τιμά πάντα πρωτοστατώντας σε τέτοιους αγώνες».


Την οδύνη της για το θάνατο της Μ. Δημητριάδη εκφράζει με ανακοίνωσή της η «Συμπαράταξη για την Αθήνα», σημειώνοντας πως «στρατεύτηκε στο λαϊκό κίνημα, τραγουδώντας για τους αγωνιζόμενους λαούς όπου Γης, για τους αγώνες των εργαζομένων, των αγροτών, της νεολαίας. Στις δημοτικές εκλογές του 2006 συμμετείχε στο ψηφοδέλτιο της "Συμπαράταξης για την Αθήνα" ως υποψήφια Δημοτική Σύμβουλος Αθήνας, για να διεκδικήσουμε την πόλη μας. Η "Συμπαράταξη για την Αθήνα" έχασε μια μαχήτρια που αγωνιζόταν, παρά τα προβλήματα της υγείας της, για τα λαϊκά συμφέροντα. Εκφράζουμε τα συλλυπητήριά μας στους συγγενείς της».


«Είναι μεγάλη απώλεια για το ελληνικό τραγούδι», δήλωσε στο «Ρ» ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος, αναφερόμενος στο θάνατο της «σημαντικότερης και πιο εκφραστικής μας τραγουδίστριας. Με την υπέροχη φωνή της, θα λάμπει μέσα από τις ερμηνείες της στον ορίζοντα της μνήμης, στον ορίζοντα του αγώνα για τον πολιτισμό μας, που τον σημάδεψε και με την παρουσία της, την καθαρή αγωνιστική της γραμμή, το ήθος και την αξιοπρέπεια».

Συλλυπητήριο μήνυμα στην οικογένεια της Μαρίας Δημητριάδη απέστειλε η πολιτική εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ για θέματα Πολιτισμού, Μαρία Δαμανάκη.

«Με αισθήματα βαθειάς συγκίνησης πληροφορηθήκαμε πως η Μαρία Δημητριάδη έφυγε πρόωρα από κοντά μας. Η φωνή της - ένα από τα ακλόνητα σύμβολα του αντιδικτατορικού αγώνα και των νεανικών μας χρόνων - θα μείνει για πάντα ζωντανή στις καρδιές εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Η Μαρία Δημητριάδη έζησε και έφυγε με διακριτικότητα και αξιοπρέπεια. Υπήρξε μια σεμνή και άξια καλλιτέχνιδα όσο και δυναμική αγωνίστρια της Δημοκρατίας».

Συλλυπητήρια στην οικογένεια της Μαρίας Δημητριάδη απέστειλε ο Σπυρος Λυκούδης εκ μέρους του ΣΥΝ, τονίζοντας:

«Η Μαρία Δημητριάδη, η σπουδαία κα αυθεντική ερμηνεύτρια των τραγουδιών της καρδιάς μας και των ονείρων μας, η συναγωνίστριά μας στο αντιδικτατορικό κίνημα και πάντα παρούσα στους δημοκρατικούς αγώνες δεν είναι πια κοντά μας. Η θλίψη μας είναι μεγάλη. Εκφράζουμε τα συλλυπητήριά μας στους δικούς της».

Έφυγε η Μαρία Δημητριάδη

TA NEA: Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009, Web-Only
Η Μαρία Δημητριάδη

Έφυγε σήμερα από τη ζωή η Μαρία Δημητριάδη, η ερμηνεύτρια που συνέδεσε τη ζεστή φωνή της με τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, του Θάνου Μικρούτσικου, του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Μαρία Δημητριάδη τραγούδησε το "Ήλιος ο πρώτος" του Μαρκόπουλου, σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, ενώ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης συνέδεσε τη φωνή της με το λεγόμενο «πολιτικό τραγούδι».

Η Μαρία Δημητριάδη γεννήθηκε στην Αθήνα, στον Ταύρο, όπου διετέλεσε και δημοτικός σύμβουλος, στη δεκαετία του ’70. Άρχισε το τραγούδι από πολύ νωρίς, αλλά στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 είχε μόνο σποραδικές εμφανίσεις στη δισκογραφία. Το 1996 έκανε μια προσπάθεια επιστροφής με το ροκ δίσκο, «Αύριο», παραγωγής του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Μετά το 1996, συμμετείχε σε αρκετές συναυλίες, του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Ηλία Ανδριόπουλου και άλλων, όμως δεν είχε ηχογραφήσει νέο δίσκο.

http://www.xilouris.gr/dimitriadimaria.jpg

Από τον «Νονό» στην «Ντόλτσε Βίτα»

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΝΙΝΟ ΡΟΤΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Π.Α., ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Σάουντρακ του Νίνο Ρότα που έμειναν στην ιστορία από τις  ταινίες «Ντόλτσε Βίτα», «Λα Στράντα», «8 », «Η Ιουλιέτα των  Πνευμάτων», «Ο Ρόκο και τα Αδέλφια του» (με την Κατίνα Παξινού), «Νονός» (Όσκαρ μουσικής) φέρνει η πρώτη παράσταση με έργα του, με αφορμή το «2009, Έτος Ρότα», για τα 30  χρόνια από τον θάνατό του. Επάνω, η Γαλλίδα ντίβα Κατρίν  Ρενζέ και ο «ιδανικός ερμηνευτής» του, ο Μάουρο Τζόγια

«O Νίνο σκηνοθετεί μουσικά» έλεγε ο μεγάλος Φεντερίκο Φελίνι για το μουσικό alter ego του, τον συνθέτη 150 ταινιών και μερικών από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία του σινεμά, τον Νίνο Ρότα.



«Δεν χρειαζόταν να δει τις ταινίες μου. Συχνά κοιμόταν κατά τη διάρκεια των προβολών τους. Πολλές φορές ολοκλήρωνε τη μουσική πριν από την ταινία. Και έτσι τροποποιούσα εκ των υστέρων το σενάριο, επινοώντας ακόμη και νέους χαρακτήρες», παραπονιόταν ο Φελίνι για τον μετρ της «μελωδίας της εικόνας».



«Ο Νίνο Ρότα σφράγισε με τη μουσική του τον καιρό μας μέσα από τις ταινίες του Φελίνι, ανατρέχοντας σε μνήμες αλλοτινών καιρών. Μόνο το μεγάλο ταλέντο του μπορούσε να πετύχει αυτό το πάντρεμα αναμνήσεων και παρόντος χρόνου» έλεγε ο φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, που αφιέρωσε στο έργο του, στα μέσα του ΄70, πολλές εκπομπές στο Τρίτο Πρόγραμμα και μια αξέχαστη συναυλία.

Αυτό το έργο συμπυκνώνουν σε μια μουσική παράσταση, σε μουσική επιμέλεια της Les Rita Μitsuko Βand και παραγωγή του Τeatro Festival Ιtalia, ένας ηθοποιός-τραγουδιστής, δύο Ευρωπαίες ντίβες και οκτώ μουσικοί, υπό τον τίτλο «Ραντεβού με τον Νίνο Ρότα», με αφορμή τα 30 χρόνια από τον θάνατό του. Την ιδέα του θεάματος με τις ιδιαίτερα αγαπητές στο ελληνικό κοινό μουσικές είχε ο βασικός μελετητής του έργου του Ρότα και ιδανικός ερμηνευτής του, ο Μάουρο Τζόγια, από τους πιο αγαπημένους ροκ σταρ και θεατρικούς κωμικούς της Ιταλίας. Συμμετέχουν στη σκηνική ερμηνεία πασίγνωστων κινηματογραφικών, κυρίως, θεμάτων η Γαλλίδα τραγουδίστρια Κατρίν Ρενζέ, ψυχή της περίφημης πανκ- τζαζ Les Rita Μitsuko Βand, που έχει συνεργαστεί με τον Νικόλα Πιοβάνι, τον Ίγκι Ποπ αλλά και με ράπερ και η Πορτογαλίδα ηθοποιός, τραγουδίστρια και σκηνοθέτις Μαρία Ντε Μεντέιρος, βραβευμένη στο Φεστιβάλ Καννών, πρωταγωνίστρια στην ταινία «Χένρι και Τζουν» του Φίλιπ Κάουφμαν και στο «Ρulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει- ανάμεικτα με λίγες παρλάτες και θρυλικά ντουέτα όπως εκείνο του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι με την Ανίτα Έκμπεργκ στο «Ντόλτσε Βίτα» του Φελίνι- μουσικά θέματα και τραγούδια από τις ταινίες «Νύχτες της Καμπίρια» του Φελίνι, «Το ημερολόγιο» της Βερτμίλερ, «Ο Ρόκο και τ΄ αδέλφια του» του Βισκόντι, το βαλς από την κατά Κινγκ Βίντορ εκδοχή του έργου «Πόλεμος και ειρήνη», «Ιουλιέτα των Πνευμάτων», «Ζαζά» του Καστελάνι, «Ιστορία έρωτα και αναρχίας» (με το περίφημο Canzone Αrrabbiata/ Canto per me) της Βερτμίλερ, «Λα Στράντα» και «8 » του Φελίνι και ίσως το πιο γνωστό του μουσικό θέμα για τον «Νονό» του Κόπολα στην τραγουδιστική εκδοχή του ως Ρ arla piu piano.
ΙΝFΟ: «Ραντεβού με τον Νίνο Ρότα» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας, τηλ. 210-7282.333) την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου, στις 20.30. Εισιτήρια: 70, 55, 45, 35 ευρώ και 25 φοιτητικό. Προπώληση από 15 Ιανουαρίου. Πληροφορίες: τηλ. 210-7258.510.


Με μια ματιά

1911. Ο Νίνο Ρότα [Nino Rota] γεννιέται στο Μιλάνο.

1926. Σπουδάζει σε Μιλάνο και Ρώμη και ως «παιδί θαύμα» συνθέτει μια όπερα και ένα ορατόριο.

1931. Με προτροπή του δασκάλου του, του διάσημου μαέστρου Αρτούρο Τοσκανίνι, πηγαίνει στο Ινστιτούτο Κέρτις της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ. Εκεί γνωρίζει τους συνθέτες Άαρον Κόπλαντ και Τζορτζ Γκέρσουιν που μαζί με το αμερικανικό σινεμά διαμόρφωσαν τη μουσική του ταυτότητα.

1933. Υπογράφει το πρώτο του σάουντρακ για την ταινία του Ραφαέλε Ματαράτσο «Τreno Ρopolare».

1939. Επιστρέφει στην Ιταλία και διδάσκει στο ωδείο του Μπάρι, με μαθητές όπως ο μαέστρος Ρικάρντο Μούτι και ο Νικόλα Πιοβάνι.

1952. Πρωτοσυναντά το alter ego του, τον Φεντερίκο Φελίνι, και του γράφει το πρώτο- από πολλά- σάουντρακ για τον «Λευκό Σεΐχη».

1975. Παίρνει Όσκαρ μουσικής για την ταινία «Νονός ΙΙ» του Κόπολα.
1979. Πεθαίνει στη Ρώμη.
150
σάουντρακ, δέκα όπερες, τρεις συμφωνίες, κοντσέρτα, 23 μπαλέτα, τηλεοπτικά μοτίβα, μουσικές για θέατρο (κυρίως Γκολντόνι, Ντε Φίλιπο) αποτελούν το έργο του.

Γιώργος Μαργαρίτης: Στο τέλος θα φέρνουν στα μαγαζιά και τους Κινέζους


Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Σε μια εποχή που ο όρος «λαϊκός τραγουδιστής» σηκώνει πολύ νερό στο κρασί του, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που υπηρετούν το είδος ως...τελευταίοι των Μοϊκανών. Ενας από αυτούς είναι και ο Γιώργος Μαργαρίτης.

«Στα σκυλάδικα λένε καλύτερα τραγούδια απ' ό,τι στα φιρμάτα μαγαζιά, όπου το ρεπερτόριο είναι για γέλια», λέει ο Γιώργος Μαργαρίτης
Στην πλούσια δισκογραφία του πρόσθεσε προσφάτως και το «Κάτσε να λογαριαστούμε» («ΜΒΙ»), όπου βάζουν το χεράκι τους οι Μάνος Ελευθερίου, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Τάκης Σούκας, Πέτρος Βαγιόπουλος, Γιάννης Πάριος, Πάνος Φαλάρας κ.ά. Σε περίπου δύο μήνες θα μπει στο στούντιο για να ηχογραφήσει, όπως λέει, «το χρυσάφι της πατρίδας μας», δηλαδή τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη. Λίγο νωρίτερα, όμως, θα τον δούμε σε ρόλο γκεστ να υποδύεται τον εαυτό του στην ταινία «Πεθαίνω για σένα» με την Ελένη Ράντου (29 Ιανουαρίου στις αίθουσες).
  • Γιατί κάνετε τον δίσκο με τον Τσιτσάνη;
«Του έχω μεγάλη υποχρέωση. Τον γνώρισα όταν ήμουν 14 χρόνων. Αυτός με παρότρυνε να κατέβω στην Αθήνα. Με άκουσε στα Τρίκαλα σε ένα καφενείο που είχαν τα αδέρφια του. Σπουδαία οικογένεια. Οταν τελείωσα τον στρατό πήγα να τον βρω, αλλά είχε σταματήσει να γραμμοφωνεί. Οταν αρρώστησε, ο γιατρός τού είχε πει να περπατάει. Του έκανα παρέα και πηγαίναμε από τη Γλυφάδα μέχρι το αεροδρόμιο. Μετά μας αποχαιρέτησε. Είχα πάντα στο μυαλό μου ότι θα δισκογραφήσω τραγούδια του. Εχουν μεγάλη δύναμη. Οσα και να δώσουμε ως πολιτεία σε ανθρώπους όπως ο Τσιτσάνης ή ο μπάρμπα-Γιάννης (Παπαϊωάννου), πάλι χρεωμένοι θα είμαστε. Εμείς θα ηχογραφήσουμε με τον παλιό τρόπο. Θα μπούμε στο στούντιο όλοι μαζί. Θα παίζει η ορχήστρα και θα τραγουδάω. Δικαιούμαι να πω αυτά τα τραγούδια».
  • Γιατί σήμερα δεν γράφονται καλά λαϊκά τραγούδια, μεγάλα ζεϊμπέκικα και χασάπικα;
«Εχουν φύγει οι σπουδαίοι δημιουργοί και ο κόσμος που τα άκουγε. Είναι λίγοι πια. Να χειροκροτούμε όμως τη νεολαία που γνωρίζει αυτό το ρεπερτόριο. Ισως φταίνε οι δημιουργοί και οι τραγουδιστές. Μπορεί να βάλαμε όλοι τα χέρια μας και να βγάλαμε τα μάτια μας. Φταίνε και οι εταιρείες που θέλουν να 'κονομήσουν. Εφεραν τα ξενόφερτα και τα έκαναν όλα ποπ και μοπ. Χοροπηδάδικο είναι πια το τραγούδι. Κράτησε δέκα χρόνια αυτή η δουλειά. Πόσο ακόμα; Παίζει ρόλο και η τηλεόραση. Σου κάνει πλύση εγκεφάλου με μια λέξη, και την άλλη ώρα τη λες συνέχεια. Κι ας είναι για πέταμα. Αυτά τα τραγούδια δεν έχουν αντοχή. Τα έχουν ισοπεδώσει όλα. Με ρεφρέν πάνε τα προγράμματα. Ο τραγουδιστής κάνει επιτυχία όταν τον τραγουδήσουν οι άλλοι στα μαγαζιά, ακόμα και στα πανηγύρια. Σήμερα νομίζουν ότι με καινούργια τραγούδια θα κάνουν τη βραδιά άνω-κάτω. Με τα παλιά, όχι μόνο την κάνεις άνω-κάτω, αλλά κατεβάζεις και τους αγγέλους κάτω».
  • Η νύχτα πόσο έχει άλλάξει όλα αυτά τα χρόνια; Είναι πιο κόσμια τώρα; Και μόνο που δεν σας πετάνε πιάτα...
«Κάθε εποχή έχει τη χάρη της. Τότε ο κόσμος ήταν πιο αγνός. Γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Αν γινόταν καμιά φασαρία, έφταιγε το ποτό. Τώρα γίνονται φασαρίες και με την Κόκα-Κόλα. Αλλά μην το πάμε μακριά. Αν πεις στον δρόμο σε κάποιον "καλημέρα", κινδυνεύεις να βρεις τον μπελά σου. Τότε την "καλημέρα" την ήθελε ο κόσμος και την έλεγε. Τώρα και μόνο να κοιτάξεις κάποιον στον δρόμο, θα σε ρωτήσει αν του παίρνεις μέτρα. Τότε βέβαια δεν μπορούσες να κοιτάξεις γυναίκα. Νομίζω ότι έχουμε έρθει στα ίσα μας».
  • Εκπροσωπείτε το βαρύ λαϊκό τραγούδι. Τι κόσμος έρχεται στο μαγαζί; Κυρίως αντροπαρέες ή γυναικοπαρέες;
«Τα μπουζουξίδικα τότε δεν ήταν καθαρά μπουζουξίδικα. Υπήρχαν ρεμπετομάγαζα αλλά ήταν ταβέρνες. Είχε φαγητό και το κρέας με τον μπαλτά. Ο κόσμος έβγαινε κυρίως Κυριακή. Αργότερα έγινε καθημερινή η έξοδος. Τώρα τα μαγαζιά είναι σουπερμάρκετ. Βάζουν μέσα 2.000 κόσμο για να μπορέσουν να βγάλουν τα έξοδα. Παλιά η γυναίκα έβγαινε οικογενειακώς με τον σύζυγο. Τώρα δεν τρέχει τίποτα. Βγαίνουν γυναικοπαρέες ή αντροπαρέες».
  • Και τα σκυλάδικα ήταν άλλη κατηγορία;
«Δεν συμφωνώ να τα ονομάζουμε έτσι. Στα σκυλάδικα λένε καλύτερα τραγούδια απ' ό,τι στα φιρμάτα μαγαζιά, όπου το ρεπερτόριο είναι για γέλια. Στα σκυλάδικα έχει ωραίους τραγουδιστές, αλλά δεν είναι γνωστοί. Δεν πηγαίνει τυχαία εκεί ο κόσμος, είναι πονεμένος. Εγώ πάντα πήγαινα εκεί».
  • Υπήρξε μια περίοδος, τότε που συνεργαζόσασταν με τους «667», όπου σας ανακάλυψαν οι νέοι. Εξακολουθούν να σας ακούν;
«Θέλω να πιστεύω ότι είμαι από τους μερακλήδες τραγουδιστές. Προσέχω να λέγονται καλά τραγούδια, το χρυσάφι της πατρίδας μας. Και από κει και πέρα... ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Η νεολαία έρχεται στο μαγαζί γιατί γουστάρει. Δεν την τραβάμε από τη μύτη».
  • Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης τι διαφορές βλέπετε στο μαγαζί; Τι περιορίζει ο Ελληνας; Τα λουλούδια, τη σαμπάνια, τη μεγάλη κατανάλωση;
«Ο κόσμος διασκεδάζει αν του περισσέψουν. Τα λουλούδια έχουν πάρει την κάτω βόλτα, ο κόσμος είναι πιο λίγος και τα νυχτερινά μαγαζιά δουλεύουν διήμερα. Ορισμένα μεγάλα προγράμματα θα είχαν κλείσει αν δεν είχαν φοιτητές, πούλμαν από τα χωριά και χορούς. Στο τέλος θα φέρνουν και τους Κινέζους».

* Ο Γιώργος Μαργαρίτης εμφανίζεται στις «Γραμμές» (Κωνσταντινουπόλεως 111, Βοτανικός) με τη Λίτσα Γιαγκούση. *


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 05/01/2009

Monday, January 5, 2009

Sexy sixties!

Sexy sixties!

Sorry, αλλά δεν μπορείτε να μπείτε στο χώρο. Πρέπει να πετάξετε την τσίχλα, ακούσαμε να μας λέει ο άνδρας της ασφάλειας στην είσοδο του Brixton Academy. Πρώτα ανταλλάσσεις βλέμματα απορίας. Αμέσως μετά σταματάς να μασάς.

Αφού γίναμε μουσκίδι από την ξαφνική μπόρα (στο Λονδίνο πάντα βρέχει, δεν νοείται έξοδος χωρίς ομπρέλα) και ξεφορτωθήκαμε την τσίχλα (μη βρούμε και τον μπελά μας), μπήκαμε στην ώρα μας στο συναυλιακό χώρο για να δούμε live την Duffy. Οι δύο sold out συναυλίες της (οι 10.000 εισιτήρια εξαντλήθηκαν εν ριπή οφθαλμού) ήταν οι τελευταίες της για το 2008 και σωστά θα παρατηρούσε κανείς ότι είχαν πανηγυρικό χαρακτήρα.

Κακά τα ψέματα, η διάσημη τραγουδίστρια από την Ουαλία εμφανίστηκε από το πουθενά με τραγούδια που αναβιώνουν τον ήχο της Motown τη δεκαετία του ’60 και κατέκτησε τους πάντες. Θέλετε το σούπερ χιτ «Mercy»; Ακόμη χτυπάει ως ringtone στο κινητό του διπλανού σου. Θέλετε το ντεμπούτο της «Rockferry»; Πούλησε 1.685 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στη Βρετανία και έγινε το πιο εμπορικό άλμπουμ της περσινής χρονιάς. Θέλετε η φωνή της; Πολλοί την περιγράφουν ως τη νέα Dusty Springfield, αλλά η ίδια αποφεύγει τέτοιου είδους συγκρίσεις. Με τόσο ντόρο που προκάλεσε το όνομά της, λογικό ήταν το sold out (χρυσές δουλειές έκαναν κάτι τύποι έξω από το χώρο, πουλώντας «μαγικά» χαρτάκια στη μαύρη αγορά). Λογικό να έχεις και μεγάλες απαιτήσεις.


Δείτε βίντεο από live εμφάνιση της Duffy


Σκηνικό Σημασία είχε ότι σε λίγη ώρα θα είχαμε την Duffy μπροστά στα μάτια μας. ‘60s το σκηνικό (με ένα πελώριο «Duffy» γραμμένο με ασημένια γράμματα πίσω από τη σκηνή), ‘60s και η ατμόσφαιρα (μέχρι και ο τραγουδιστής της support μπάντας θύμιζε Roy Orbison). Mε ένα μίνι sexy φόρεμα και ένα ζεστό «Hi, everybody» για το καλωσόρισμα, η Duffy εμφανίστηκε στην τεράστια σκηνή. Αν και αρχικά φαινόταν λίγο τρακαρισμένη, λίγο ντροπαλή, γρήγορα βρήκε το ρυθμό της. Τη συνόδευαν 6 μουσικοί, κουαρτέτο εγχόρδων, 2 χορευτές και 2 τραγουδίστριες στα φωνητικά (ο μπροστινός μου στοιχημάτισε ότι ήταν δίδυμες). «Πριν από δύο χρόνια, κάθε Τρίτη έπαιζα μπριτζ με τους γονείς μου και τώρα τραγουδάω μπροστά σε τόσο πολύ κόσμο. Είναι απίστευτο», είπε από το μικρόφωνο και όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Ενενήντα λεπτά διήρκεσε το shοw και αποδείχτηκαν αρκετά για να ξεδιπλώσει το ταλέντο της. Τραγούδησε όλες τις επιτυχίες της, χόρεψε αλά ‘60s πάνω σε ένα βάθρο, «έπαιξε» με τους θεατές στην πρώτη σειρά και μετέτρεψε το μικρόφωνό της σε λάσο! Καλύτερες στιγμές το «Rain On Your Parade» με τα έγχορδα να παίρνουν φωτιά, η μπαλάντα «Oh Baby» με τη συνοδεία μόνο μίας ηλεκτρικής κιθάρας, το μελαγχολικό «Distant Dreamer» και φυσικά το «Mercy», που δόνησε το Brixton Academy. Στο άκουσμά του εμφανίστηκαν αμέτρητα iPhone για να αποτυπώσουν τη στιγμή, ενώ δίπλα μου η νεαρή Αγγλίδα, που δεν σταμάτησε να μασάει τσίχλα, χόρευε λες και ήταν σε συναυλία των AC/DC. Στην έξοδο το κινητό μιας κοπέλας «χτυπούσε», καθόλου τυχαία, στο ρυθμό του «Mercy». Δεν εκπλαγήκαμε που δεν το σήκωσε… Α! Για το show της Duffy πληρώσαμε 30 ευρώ, αν το βλέπαμε στη χώρα μας φαντάζομαι θα είχε τουλάχιστον τη διπλάσια τιμή.

Λονδίνο, του ΒΑΪΟΥ ΜΑΧΜΟΥΝΤΕ, Ελεύθερος Τύπος, 03.01.09

«Εφυγε» ο Βίνσεντ Φορντ



Ο Βίνσεντ Φορντ, ο συνθέτης που έγραψε την κλασική ρέγκε επιτυχία «No Woman, No Cry» του Μπομπ Μάρλεϊ, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 68 ετών. Ο Φορντ είχε χάσει και τα δύο πόδια εξαιτίας του διαβήτη και πέθανε σε νοσοκομείο της Τζαμάικας από επιπλοκές, όπως ανέφερε εκπρόσωπος του Ιδρύματος «Μπομπ Μάρλεϊ». Το «No Woman, No Cry» είχε συμπεριληφθεί στο άλμπουμ «Natty Dread» (1974) και ήταν εμπνευσμένο από το γκέτο του Κίνγκστον, όπου και οι δύο άντρες έζησαν τη δεκαετία του ’60, και ήσαν στενοί φίλοι.

no woman no cry bob marley legend



No, woman, no cry;
No, woman, no cry;
No, woman, no cry;
No, woman, no cry.

Said - said - said: I remember when we used to sit
In the government yard in trenchtown,
Oba - obaserving the ypocrites
As they would mingle with the good people we meet.
Good friends we have, oh, good friends weve lost
Along the way.
In this great future, you cant forget your past;
So dry your tears, I seh.

No, woman, no cry;
No, woman, no cry.
ere, little darlin, dont shed no tears:
No, woman, no cry.

Said - said - said: I remember when-a we used to sit
In the government yard in trenchtown.
And then georgie would make the fire lights,
As it was logwood burnin through the nights.
Then we would cook cornmeal porridge,
Of which Ill share with you;
My feet is my only carriage,
So Ive got to push on through.
But while Im gone, I mean:
Everythings gonna be all right!
Everythings gonna be all right!
Everythings gonna be all right!
Everythings gonna be all right!
I said, everythings gonna be all right-a!
Everythings gonna be all right!
Everythings gonna be all right, now!
Everythings gonna be all right!

So, woman, no cry;
No - no, woman - woman, no cry.
Woman, little sister, dont shed no tears;
No, woman, no cry.

I remember when we used to sit
In the government yard in trenchtown.
And then georgie would make the fire lights,
As it was logwood burnin through the nights.
Then we would cook cornmeal porridge,
Of which Ill share with you;
My feet is my only carriage,
So Ive got to push on through.
But while Im gone:

No, woman, no cry;
No, woman, no cry.
Woman, little darlin, say dont shed no tears;
No, woman, no cry.

Eh! (little darlin, dont shed no tears!
No, woman, no cry.
Little sister, dont shed no tears!
No, woman, no cry.)