Tuesday, October 7, 2008

Εκρηκτική η συναυλία των REM

Της Γιουλης Επτακοιλη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 7 Oκτωβρίου 2008

«Μια φορά κάθε εκατό χρόνια βγαίνει ένας υποψήφιος σαν τον Ομπάμα. Ελπίζω να το καταλάβουν οι Αμερικανοί και να τον ψηφίσουν. Είναι η μόνη μας ελπίδα για αλλαγή, για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα».

Λίγο πριν από τη συναυλία των REM (ήταν δωρεάν για το κοινό και συμμετείχαν επίσης οι Kaiser Chiefs, Gabriella Cilmi και C-Real) την Κυριακή το βράδυ στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο, με αφορμή την επίσημη έναρξη του ελληνικού MTV, ο 48χρονος συνθέτης και τραγουδιστής τους, Μάικλ Στάιπ, βρέθηκε σε γνωστό βιβλιοπωλείο του Συντάγματος για μία φιλική κουβέντα με λίγους Ελληνες δημοσιογράφους. Αν και άρτι αφιχθείς από την Κωνσταντινούπολη, ήταν ευδιάθετος και φιλικός, και αφού περιεργάστηκε ένα σταντ με ευπώλητα ελληνικής λογοτεχνίας -τι να κατάλαβε άραγε;- μίλησε με πάθος για τον Μπαράκ Ομπάμα, τη μουσική, την Αθήνα.

«Νιώθω υπέροχα και μόνο στη σκέψη ότι βρίσκομαι σε μια πόλη με σπουδαίο πολιτισμό. Μία από τις μεγάλες μου αγάπες εκτός από τη μουσική και τη φωτογραφία είναι η γλυπτική, οπότε καταλαβαίνετε γιατί με εμπνέει η Αθήνα». Οι REM μετρούν σχεδόν 25 χρόνια στη ροκ μουσική. Είναι από τα συγκροτήματα που δεν έχουν κάνει εκπτώσεις στην ποιότητά του, άσχετα αν κάποιοι δίσκοι του δεν ήταν και τόσο επιτυχημένοι. «Η μουσική έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια», εξηγεί ο Μάικλ Στάιπ. «Οσο για τη μουσική βιομηχανία... καπούτ!». Πώς τοποθετείται λοιπόν ένας καλλιτέχνης στη νέα πραγματικότητα;

«Ο καλλιτέχνης οφείλει να κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν με διαφορετικό τρόπο κάθε κατάσταση, πολιτική, οικονομική, κοινωνική», απαντάει. «Ο,τι δηλαδή έκανε ο Ντίλαν και πολλοί άλλοι στη δεκαετία του ’60 και τότε ονομάστηκε πολιτικό τραγούδι, ενώ για μένα δεν ήταν. Ηταν η παρατήρηση κάποιων ταλαντούχων και έξυπνων ανθρώπων σε όσα συνέβαιναν τότε στην κοινωνία. Ετσι, λειτουργεί για μένα η έμπνευση. Προσπαθώ να αφουγκράζομαι το παρόν».

Νιώθει αισιόδοξος γι’ αυτά που συμβαίνουν; «Είμαι κατεξοχήν ο τύπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο», λέει δείχνοντας το σχεδόν άδειο ποτήρι με νερό μπροστά του. «Εχω πίστη στην ανθρωπότητα και στη δύναμη που έχει να ξεπερνάει κάθε δυσκολία όταν όλα λειτουργούν με δημοκρατικό τρόπο».

Στους REM τι «πολίτευμα» επικρατεί; «Η απόλυτη δημοκρατία», τονίζει ο Μάικλ Στάιπ. «Ξέρετε, είναι πολύ δύσκολο για ένα γκρουπ να μείνει ενωμένο, ειδικά σήμερα που για πολλούς λόγους ευνοούνται οι σόλο καριέρες. Εμείς αποφασίζουμε από κοινού για όλα και απολαμβάνουμε ακόμη και τα λάθη μας».

Πρόσφατα οι REM κυκλοφόρησαν νέο άλμπουμ με τίτλο «Αcellerate», μια δουλειά που επιστρέφει στις ρίζες του ήχου τους, και έκανε πολλούς να μιλούν για τους «παλιούς, καλούς REM». Πάντως, είναι από τα συγκροτήματα που καταφέρνουν να κερδίζουν διαρκώς νέο κοινό, κάτι που φάνηκε και στην εκρηκτική συναυλία της Κυριακής, όπου η συντριπτική πλειοψηφία στις σχεδόν 50 χιλιάδες του κοινού ήταν νέοι γύρω στα 20.

«Στα τέλη του ’80 περπατούσα στη Νέα Υόρκη, και μου ήταν πολύ εύκολο να αναγνωρίσω τους φαν της μουσικής μας. Τώρα, 25 χρόνια, δυσκολεύομαι γιατί υπάρχουν άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών που αγαπούν τους REM. Ανάμεσά τους, και 20χρονα παιδιά που μπορεί να μας είδαν για πρώτη φορά live με τους γονείς τους!»

Monday, October 6, 2008

Αφιέρωμα στον Σουγιούλ



«Ας ερχόσουν για λίγο», «Το τραμ το τελευταίο», «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», «Αρχισαν τα όργανα», «Και ο μήνας έχει εννιά» είναι ορισμένα από τα «αθάνατα» τραγούδια του εξαιρετικού συνθέτη Μιχάλη Σουγιούλ. Με αφορμή τα 50 χρόνια από το θάνατό του πραγματοποιείται συναυλία - αφιέρωμα, την Πέμπτη (9/10, 9μμ), στο Ηρώδειο. Βασικός ερμηνευτής θα είναι ο Μπάμπης Τσέρτος. Συμμετέχουν: Ελένη Δήμου, Μάρα Θρασυβουλίδου, Νάντια Καραγιάννη, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Ηλίας Λογοθέτης, Μανώλης Μητσιάς, Νατάσα Μποφίλιου, Δαυίδ Ναχμίας, Χρήστος Νικολόπουλος, Θάνος Πολύδωρας, Χρυσούλα Στεφανάκη, Σταμάτης Φασουλής. Εκτακτη συμμετοχή: Στέλλα Γκρέκα, Ελίζα Μαρέλλι. Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Νιάρχος. Συμπράττει 20μελής ορχήστρα και η Παιδική Χορωδία του Σπύρου Λάμπρου. Σκηνοθεσία: Λουκιανός Κηλαηδόνης. Κείμενα: Γιώργος Παπαδάκης. Παρουσίαση: Ηλίας Λογοθέτης.

Saturday, October 4, 2008

Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης: πώς θα μπορέσει να απογειωθεί;

Στην τέταρτη χρονιά του, καλείται να επαναπροσδιορίσει τους στόχους του

Tης Γιουλης Επτακοιλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 4 Oκτωβρίου 2008

Ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του πριν από τρία χρόνια, με τη φιλοδοξία να προβάλλει το ελληνικό τραγούδι και να βοηθήσει στην ανάδειξη νέων δημιουργών. Σε λίγες ημέρες -στις 9 και 11 Οκτωβρίου- το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί για τέταρτη συνεχή χρονιά, κι αυτή η σύντομη, αλλά αρκετά αποκαλυπτική πορεία στη νέα του εποχή, δίνει την ευκαιρία για μια ουσιαστική αποτίμηση. Ενώ πρόκειται για έναν θεσμό ο οποίος απευθύνεται, κυρίως, στους νέους, και θα περίμενε κανείς να αποτελεί talk of the town τουλάχιστον για τη Θεσσαλονίκη, αν όχι και για την υπόλοιπη Ελλάδα, το ενδιαφέρον του κόσμου δεν είναι ανάλογο. Το Φεστιβάλ παραμένει πιστό στο ραντεβού του και στην ποιότητα που υποσχέθηκε αρχικά, δεν έχει, όμως, «απογειωθεί» μέχρι σήμερα. Βαδίζει μάλλον ασθμαίνοντας. Δεν έχει καταφέρει να αναδείξει διαμάντια ή να δημιουργήσει μια νέα σκηνή. Μήπως, όμως, η ελληνική μουσική σκηνή δεν έχει ανάγκη από μεμονωμένα καλά τραγούδια, αλλά από δημιουργούς με διάρκεια. Η ζοφερή κατάσταση στη μουσική βιομηχανία καθιστά σημαντική τη λειτουργία του θεσμού, μαζί όμως και τον επαναπροσδιορισμό των στόχων του. Ειδικά από τη στιγμή που δεν ζούμε πια στην εποχή του διπολισμού «δισκογραφία ή φεστιβάλ», αλλά στην παντοκρατορία του Ιντερνετ που προσφέρει αποτελεσματικούς διαύλους επικοινωνίας. Στις σημερινές «Αντιπαραθέσεις» κλήθηκαν να γράψουν δύο άνθρωποι που υπηρετούν χρόνια το ελληνικό τραγούδι και έχουν συμβάλει ο καθένας με τον τρόπο του στο ανανεωμένο Φεστιβάλ.

AΠOΨH: Να υιοθετηθεί η λογική ενός φεστιβάλ κινηματογράφου

Του Γιώργου Ανδρέου*

To Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης πρέπει να συνεχίσει επειδή: Στη σημερινή εποχή αμηχανίας της δισκογραφίας, βοηθά στην ανάδειξη νέων προσώπων του τραγουδιού και στη δημοσιοποίηση της δημιουργικής τους καλλιτεχνικής παραγωγής. Η πτώση της αγοράς τoυ cd (λόγω κόπωσης του μέσου, πειρατείας και κατακλυσμού από premium CDs με «παλιό» υλικό) κάνει σχεδόν αδύνατη (ως οικονομικά και επιχειρηματικά ασύμφορη) τη δυνατότητα χρηματοδότησης της έκδοσης του υλικού νέων δημιουργών, καθώς και τη διαφήμισή του. Το Φεστιβάλ υποστηρίζει αισθητικά το δημιουργικό ελληνικό τραγούδι, αποφεύγοντας την επιλογή και αναπαραγωγή τραγουδιών με τηλεοπτική αισθητική «πρωινάδικων» και νοοτροπία νυχτερινών κέντρων (νεοσκυλάδικων) που έχουν ευτελίσει αισθητικά και ηθικά τη μεγάλη παράδοση του ελληνικού τραγουδιού.

Η ύπαρξη ενός φεστιβάλ που προβάλλει το ελληνικό τραγούδι και ενισχύει την ανάδειξη νέων δημιουργών αποτελεί κομμάτι της δημιουργικής παράδοσης της μουσικής ιστορίας του τόπου. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το Φεστιβάλ Τραγουδιού της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (αρχές του ’60) με τις συμμετοχές Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Πλέσσα και άλλων σημαντικών (νέων τότε δημιουργών), τα χρόνια του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης πριν από τη δικτατορία, την αναβίωσή του στη δεκαετία του ’80 με συντονιστή τον Θάνο Μικρούτσικο αλλά και τους Μουσικούς Αγώνες της Κέρκυρας και της Καλαμάτας (με τη δημιουργική ευθύνη του Μάνου Χατζιδάκι).

Το Φεστιβάλ συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη (και όχι στην Αθήνα) συμβάλλοντας (με αξιόλογες παράλληλες εκδηλώσεις) στην ανάδειξη της αποκέντρωσης των πολιτιστικών δράσεων που τόσο έχει ανάγκη η χώρα. Ακόμα καλύτερα θα ήταν αν το φεστιβάλ φιλοξενούσε κάθε χρόνο άλλη ελληνική πόλη της περιφέρειας. Ωστόσο, έφτασε νομίζω η στιγμή το φεστιβάλ να απαλλαγεί από τη λογική του τυχαίου - οι εκατοντάδες ανώνυμοι κλειστοί φάκελοι σπάνια κρύβουν διαμάντια και συνήθως σκουπίδια, αναγκάζοντας την επιτροπή πρόκρισης να επιλέξει από ένα συγκεκριμένο καλάθι.

Το φεστιβάλ οφείλει να υιοθετήσει τη λογική ενός φεστιβάλ κινηματογράφου, με καλλιτεχνικό διευθυντή που θα προτείνει επώνυμα, σε αντίστοιχη καλλιτεχνική επιτροπή υψηλού κύρους, τραγούδια και υλικό που επέλεξε ερευνώντας και «διαβάζοντας» την κοινωνία. Από το υλικό αυτό θα προκύπτουν τα τραγούδια της τελικής φάσης του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης.

*Ο Γιώργος Ανδρέου είναι συνθέτης.

AΠOΨH: Χάριν της κρίσιμης μειοψηφίας πρέπει να υπάρχει συνέχεια

Του Μανώλη Φάμελλου*

Eχοντας ζήσει εκ των έσω τη νέα πορεία του ως μέλος της ομάδας που το ανέστησε σαν το φεστιβάλ των δημιουργών, έχω πολλούς λόγους να θέλω να συνεχίσει. (Βέβαια, δεν είναι πια και τόσο το φεστιβάλ των δημιουργών, είναι, όμως, το φεστιβάλ της ΕΡΤ!) Φτάνει να πω μόνον έναν.

Ως παραγωγός συναντιέμαι με νέους ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους πέρασαν από την τελική φάση του φεστιβάλ αναζητώντας διέξοδο στη δισκογραφία. Με κάποιους γνωριστήκαμε στον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη, με άλλους μετά και συνεχίσαμε παραπέρα. Ευτυχώς, γιατί ίσως να μη βρισκόμασταν ποτέ. (Ευτυχώς, υποθέτοντας πως είναι κι εκείνοι ευτυχείς με τη συνεργασία μας.) Υπάρχουν, όμως, και οι πληγές της υπόθεσης και θα αναφέρω... επτά.

Θέλουμε δεν θέλουμε, έχουμε να κάνουμε με ένα τηλεοπτικό γεγονός, με βραβεία, αλεξιπτωτιστές παρουσιαστές και άγχος για τηλεθέαση. Το γιγαντισμό του χώρου που πνίγει τα ειδικά τραγούδια αλλά και πρέπει να γεμίσει από χιλιάδες κόσμου σαν πολιτική συγκέντρωση. Το απηρχαιωμένο σύστημα διαλογής τραγουδιών, «ΕΛΤΑ», με τις μυστικοπάθειες, τα παράβολα και τα παρατράγουδα των αδικηθέντων.

Τη βαριά κληρονομιά του παλαιού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με τους τοπικούς άρχοντες και «παράγοντες», τις σφαίρες επιρροής και τα «ευχέλαια» να δημιουργούν το πλέον αντικαλλιτεχνικό κλίμα. Τα τραγούδια που ενώ διακρίνονται, φτάνουν δύσκολα στα ραδιόφωνα ή αλλού.

Το όλο και πιο περιορισμένο ενδιαφέρον του κοινού -όχι μόνο της πόλης- και των δημοσιογράφων για τον πυρήνα του φεστιβάλ, που είναι οι άνθρωποι και τα τραγούδια του. Την ατολμία της ΕΡΤ να ανοίξει δρόμο στα νέα πρόσωπα που κάνουν αίσθηση, ενώ θα της στοίχιζε ελάχιστα να χρηματοδοτήσει κάποιες νέες παραγωγές. Εστω, όμως, κι έτσι, δεν παύει να είναι μια διέξοδος για νέους δημιουργούς. Για ελάχιστους θα είναι η αρχή για περισσότερα. Αλλά κι αν οι πολλοί οδηγηθούν σε ένα νέο πουθενά, αυτό θα είναι διαφορετικό από το προηγούμενο γιατί θα έχει μεσολαβήσει μια εκπλήρωση και μια αφετηρία από την οποία ίσως προκύψουν νέες διασταυρώσεις και προσανατολισμοί. Και η συνέχεια πάντα θα ανήκει σ’ αυτούς που είναι αποφασισμένοι να την διεκδικήσουν. Προς χάριν αυτής της κρίσιμης μειοψηφίας, λοιπόν, το φεστιβάλ οφείλει να συνεχίσει να υπάρχει, να παίρνει τον εαυτό του όλο και πιο σοβαρά κι εμείς να το παίρνουμε σοβαρότερα.

* Ο Μανώλης Φάμελλος είναι μουσικός.

Friday, October 3, 2008

Οι Eλληνες και η μουσική

Η σχέση του Eλληνα με τη μουσική είναι μια σχέση αιώνων. Σχέση ουσιαστική και πολύπλευρη, διατρέχει κάθε έκφανση της ζωής και είναι πανταχού παρούσα. Στη σύγχρονη εποχή, η περίοδος κατά την οποία η σχέση αυτή αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται είναι ο 19ος αιώνας, καθώς μετά το 1830, παράλληλα με την απόκτηση εθνικής ταυτότητας, δημιουργείται αυτό που αποκαλούμε σήμερα ελληνικό τραγούδι.

Οι Eλληνες και η μουσική

Όπως συμβαίνει όμως και σε άλλες μορφές τέχνης ή αισθητικής, αυτό που τελικά εμφανίζεται ως «εθνικό» δεν είναι παρά ένα γοητευτικό χαρμάνι από παράδοση, ξένες επιρροές και νεωτερική, πρωτότυπη δημιουργία. Έστω και έτσι, η μουσική για τους περισσότερους Ελληνες έχει αξία μόνο όταν είναι ελληνική. Αυτή η διακριτική εσωστρέφεια, η δημοφιλία της μουσικής που «μιλάει» ελληνικά, αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του λαού μας που έχει αιτίες και αδιάπτωτη παρουσία ώς και σήμερα.

Οι Eλληνες και η μουσική

Όπως υποστηρίζει ο Σπύρος Τόμπρας, καθηγητής του Ωδείου Αθηνών, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε σε συλλογικό τόμο, όταν ύστερα από τα 400 χρόνια της τουρκοκρατίας η Ελλάδα ορθοπόδησε ως έθνος και ως κράτος, τα δύο κύρια (μουσικά) στηρίγματα γύρω από τα οποία ο ελληνισμός μπόρεσε να συσπειρωθεί και να διατηρήσει τα ήθη και τα έθιμά του, ήταν το δημοτικό τραγούδι και η βυζαντινή μουσική, δύο είδη που η παρουσία τους χρονολογείται πριν από τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, λοιπόν, η μόνη ξένη επίδραση στην ελληνική μουσική ήταν η ιταλοθρεμμένη επτανησιακή σχολή (από την οποία άλλωστε προέρχεται ο Μάντζαρος, συνθέτης του Εθνικού Υμνου). Στις αρχές του 20ού αιώνα το μεταναστευτικό κύμα από τη Μικρά Ασία επέφερε αλλαγές στην ελληνική μουσική και έθεσε τις βάσεις για αυτό που μερικά χρόνια αργότερα θα αποκαλούσαμε «λαϊκό τραγούδι».

Το ίδιο διάστημα, κατά τη διάρκεια δηλαδή του Μεσοπολέμου, όπου η Ελλάδα βρέθηκε πιο κοντά στον δυτικό πολιτισμό και δέχτηκε πολλές επιδράσεις σε διάφορους τομείς, άλλο ένα σημαντικό ρεύμα μπολιάζει την ελληνική μουσική. Ήταν η «ελαφρά» μουσική, η οποία όπως αναφέρει ο Τόμπρας κατάγεται από «τις περιοδείες των ιταλικών θιάσων που έπαιζαν αποσπάσματα από όπερες, και τις στρατιωτικές μπάντες, αλλά και τους γαλλικούς θιάσους που παρουσίαζαν τις πιο γνωστές οπερέτες της εποχής και έφεραν σημαντική αλλαγή στον τρόπο διασκέδασης της ελληνικής κοινωνίας».

Μεταπολεμικά, τρεις είναι οι κύριες συνιστώσες που οδηγούν στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, ορίζοντας παράλληλα και τα ακούσματα του κοινού. Από τη μια, η άνθηση του λαϊκού, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με τις διεργασίες στο εσωτερικό της κοινωνίας. Από την άλλη, η εμφάνιση των χαρισματικών Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, οι οποίοι δεν έκρυψαν ποτέ την αγάπη τους για τη δημοτική, τη βυζαντινή και την κλασική μουσική, σμίγοντας το λαϊκό τραγούδι με νέα ακούσματα.

Τέλος, το ξένο τραγούδι. Πρώτα το ευρωπαϊκό (ιταλικό, γαλλικό) -από τη δεκαετία του ’50-, ύστερα το αμερικανικό (ροκ) -από τη δεκαετία του ’60-, αργότερα η ποπ -από τη δεκαετία του ’80-, αποτέλεσαν τα βασικά μουσικά ρεύματα που αγαπήθηκαν από τους Ελληνες ακροατές, επηρεάζοντας ταυτόχρονα και τα εγχώρια μουσικά δρώμενα. Μολαταύτα, η ξένη μουσική ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει καθολική προτίμηση: Η Ελλάδα έρχεται πρώτη σε πωλήσεις δίσκων τοπικής μουσικής στην Ευρώπη, σε μία αναλογία 70% ελληνικής και 30% ξένης μουσικής, χονδρικά.

  • Επιμένουμε ελληνικά

Οι κεντρικοί άξονες μέσα από τους οποίους περνά η σχέση των Ελλήνων με τη μουσική είναι τρεις: Η εκτός οικίας διασκέδαση, που διαφέρει σήμερα, άλλα όχι θεαματικά, από τη διασκέδαση πριν από μισό αιώνα, το ραδιόφωνο, όπου οι αλλαγές είναι εντυπωσιακές, και τη δισκογραφία, όπου οι αλλαγές είναι οβιδιακές. Ξεκινώντας από τη διασκέδαση, από το θέατρο και τα πανηγύρια, κύριοι τόποι μουσικής επαφής στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Ελληνες πέρασαν σταδιακά από τα κέντρα διασκέδασης, τα αναψυκτήρια και τα κουτούκια του Μεσοπολέμου, στις ανοικτές συναυλίες των συνθετών στα γήπεδα, στις μεγάλες πίστες, τις μπουάτ, τα «ελληνάδικα», τις «μουσικές σκηνές».

Όσον αφορά το ραδιόφωνο, από τα δύο κρατικά κανάλια με τα τυποποιημένα προγράμματα των δισκογραφικών εταιρειών αλλά και τις ζωντανές εκτελέσεις που άφησαν εποχή, περάσαμε στην απορρύθμιση του ραδιοφωνικού τοπίου το 1989, με την ελεύθερη ραδιοφωνία και την πολυφωνία, για να καταλήξουμε σήμερα στην κυριαρχία των μουσικών σταθμών έναντι των ενημερωτικών. Όσο για τη δισκογραφία, εκεί τα πράγματα έχουν μια δική τους, εντελώς αυτόνομη και ιδιάζουσα πορεία. Από το 1950 μέχρι σήμερα στην Ελλάδα έχουν δραστηριοποιηθεί περίπου 600 δισκογραφικές εταιρείες. Ο αριθμός των ηχογραφημένων έργων κάθε μορφής ανέρχεται στο ίδιο διάστημα σε δεκάδες χιλιάδες. Ενδεικτικά, τη δεκαετία 1970-79 κυκλοφόρησαν στην ελληνική αγορά 3.642 δίσκοι, τη δεκαετία 1980-89 κυκλοφόρησαν 4.728 δίσκοι, ενώ καθόλη τη δεκαετία του ’90 κυκλοφορούσαν σχεδόν 1.000 δίσκοι το χρόνο, νούμερο αληθινά τεράστιο για τα δεδομένα μιας τόσο μικρής αγοράς. Το φαινόμενο όμως έχει την ερμηνεία του: Η δίψα του ελληνικού κοινού για ελληνική μουσική αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός.

Σύμφωνα με στοιχεία που μας παραχώρησε ο Νίκος Στεφανάκης, διευθυντής του ελληνικού τμήματος της IFPI, πέρυσι στην Ελλάδα το 66% των άλμπουμ που πουλήθηκαν ήταν ελληνική μουσική, το 31% ήταν ξένη και το 3% κλασική μουσική, ποσοστά που κατοπτρίζουν πλήρως τις μουσικές μας προτιμήσεις διαχρονικά. Την ίδια στιγμή, γεγονός αποτελεί η καθίζηση που έχουν υποστεί οι πωλήσεις άλμπουμ την τελευταία δεκαετία. Το 1996 οι πωλήσεις δίσκων ελληνικής παραγωγής στη χώρα μας άγγιζαν τα 33,4 εκατ. τεμάχια, ενώ πέρυσι, το 2007, οι πωλήσεις κατήλθαν στα 7,66 εκατ. τεμάχια, ακολουθώντας καθοδική πορεία όλη την τελευταία δεκαετία. Έτσι πολύ φυσικά, το 2001, η εγχώρια βιομηχανία αναγκάστηκε από τη μια πλευρά να κινηθεί δυναμικά για να χτυπήσει το φαινόμενο της πειρατείας κι από την άλλη, αναγκάστηκε να μειώσει τις πωλήσεις του πλατινένιου δίσκου στις 40.000 αντίτυπα και του χρυσού στις 20.000. Δύσκολοι καιροί...

  • Το κακό και το χειρότερο

Η ύφεση στην ελληνική δισκογραφία ξεκινάει ταυτόχρονα με την εμφάνιση των νέων, ψηφιακών τεχνολογιών, στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Μέσω του internet, το κατέβασμα μουσικών αρχείων (.mp3) έγινε υπόθεση μερικών «κλικ», ενώ μέσω των αντιγραφικών CD και DVD, ο καθένας μπορούσε να «αποκτήσει» αμέτρητα άλμπουμ, χωρίς να χρειαστεί να πληρώσει ούτε ένα σεντ στη μουσική βιομηχανία.

Πέραν όμως αυτού του είδους την πειρατεία, εκρηκτική ανάπτυξη γνώρισε και η οργανωμένη μαζική παραγωγή και πώληση κλεψίτυπων προϊόντων, πάλι με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών. Εργοστάσια με υπερσύγχρονα μηχανήματα αντιγραφής, τριαξονικά φορτηγά που τα φέρνουν στην Ελλάδα (η Βουλγαρία θεωρείται παράδεισος της μουσικής πειρατείας) και μια πολυπληθής ομάδα Αφρικανών μεταναστών που τα διακινούν απαρτίζουν σήμερα τους βασικούς κρίκους αυτής της αλυσίδας.

Με αυτά και με εκείνα, η μουσική έγινε πιο φτηνή και από το νερό, αυτοί όμως δεν είναι οι μοναδικοί λόγοι της ύφεσης. Ο Ελληνας αντιλήφθηκε, μεσούσης της γενικότερης οικονομικής κρίσης, ότι η ποιότητα των άλμπουμ που κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια είναι πολλές φορές αντιστρόφως ανάλογη της τιμής τους.

Αυτό επισημαίνει ο Πάνος Θεοφανέλλης, ένας από τους βαθύτερους γνώστες της ελληνικής δισκογραφίας. Υπήρξε επικεφαλής πολυεθνικών εταιρειών (Warner), χρημάτισε γενικός διευθυντής στην IFPI όπου προώθησε σημαντικά θεσμικά ζητήματα, ενώ σήμερα, επικεφαλής της Αrchangel Μusic, προωθεί νέα ελληνικά σχήματα και διοργανώνει μουσικά events. Σχολιάζοντας τη σχέση τιμής-ποιότητας, παρατηρεί ότι τα σύγχρονα άλμπουμ δεν περιέχουν ή δεν «δημιουργούν» περισσότερα από ένα hit. Ετσι, «ο κόσμος δεν μπορεί να πληρώνει 15 και 20 ευρώ μονάχα για ένα καλό τραγούδι. Αντί να αγοράσει ολόκληρο το άλμπουμ από το δισκοπωλείο προτιμάει να προμηθευτεί το τραγούδι που αξίζει από κάποιο online μουσικό δισκοπωλείο (με κόστος ακόμη και κάτω του 1 ευρώ)».

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα λεγόμενα του Μίλτου Καρατζά, που στην υπερτριαντάχρονη καριέρα του έχει διευθύνει πολυεθνικές (BMG), μεγάλες ελληνικές (Minos EMI) και μικρές ανεξάρτητες δισκογραφικές (Nitro, Virus). Να τι μας λέει: «Ο Ελληνας είχε, έχει και θα έχει στενή σχέση με τη μουσική, έχει αλλάξει όμως ο τρόπος επαφής μαζί της. Δυστυχώς η σχέση αυτή δεν έχει πια οικονομικό αντίκρισμα. Ο Ελληνας δεν πληρώνει για τη μουσική»...

  • Οι δύο ταχύτητες

Πληρώνει δεν πληρώνει, ο Ελληνας ακούει μουσική. Εχουν αλλάξει όμως τα ακούσματά του και σε αυτό δεν οφείλεται μόνο η πάροδος του χρόνου. Ο Παναγιώτης Τσιάπης είναι ο ιδιοκτήτης του Lasido, του μεγαλύτερου δισκοπωλείου στη Νέα Σμύρνη, το οποίο διατηρεί από το 1980. Από το κατάστημά του περνούν καθημερινά εκατοντάδες πολίτες και αρκετοί καλλιτέχνες, όχι μόνο για να αγοράσουν δίσκους, αλλά και για να πάρουν πληροφορίες, καθώς ο Π. Τσιάπης ξέρει καλά αυτό που θέλουν ο πελάτες. «Υπάρχει ένα μικρό ποσοστό του κοινού, 10% - 15%, που αγοράζει ποιοτικά άλμπουμ, γεμίζει το Ηρώδειο και το Μέγαρο Μουσικής, θα πάει στον Γκάρι Μουρ, στον Ενιο Μορικόνε κ.λπ. Ωστόσο, το μεγαλύτερο κομμάτι αντιμετωπίζει τη μουσική ως διασκέδαση. Για να γεμίζουν τον χρόνο τους και όχι για να εντρυφήσουν στον συνθέτη ή στους μουσικούς». Ο Π. Τσιάπης δεν θεωρεί υπεύθυνους μόνο τους ακροατές, αλλά και τον μηχανισμό της παραγωγής που σπρώχνει τον ακροατή προς το «εύκολο» άκουσμα.

Μεταφέραμε την άποψη αυτή στον Μ. Καρατζά. Παραδέχεται ότι πάντα υπήρχε μουσική που σε διασκέδαζε και μουσική που σε προβλημάτιζε. Δυστυχώς το δεύτερο έχει εκλείψει. Σήμερα η μουσική, λαϊκή ή ροκ, είναι μουσική για διασκέδαση» υποστηρίζει, απαντώντας όμως στους επικριτές: «Υποστηρίζουν κάποιοι ότι φταίει η δισκογραφία για αυτό. Δεν βλέπω να υπάρχει κανένας νέος Χατζιδάκις, Θεοδωράκης ή Μικρούτσικος και να μην τον έχουμε ανακαλύψει».

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ανδρέας Κουρής, ιδιοκτήτης του Mad TV, παραδέχεται ότι η σχέση εμπορικού - σοβαρού τραγουδιού στο κανάλι του είναι δυσανάλογα υπέρ του πρώτου, εντούτοις αυτό είναι κάτι που συμβαίνει παντού. «Σε κάθε χώρα, διεθνώς, υπάρχουν δύο ταχύτητες - κατευθύνσεις στον χώρο της μουσικής. Η μία είναι η εμπορική η δεύτερη το πιο σοβαρό τραγούδι. Λόγω αναγκών στην αγορά δεν γίνεται να υπάρχει μόνο προβολή του έντεχνου τραγουδιού. Η νεολαία έχει ανάγκη για νέα πρόσωπα, κάτι που έχει διαφανεί πολλές φορές σε σχετικές έρευνες. Αυτό αναγκάζει τις δισκογραφικές να απευθύνονται σε αυτό το κομμάτι της αγοράς, μέσω τρέντι καλλιτεχνών, που βγαίνουν από ριάλιτι κ.λπ, χωρίς να σημαίνει ότι το έντεχνο δεν έχει αξία και ως μουσική και ως προϊόν. Αντιθέτως, το πιο σοβαρό τραγούδι δημιουργεί ακροατές και οπαδούς που μένουν πιστοί διαχρονικά, που αγοράζουν τα cd, που ακολουθούν τους καλλιτέχνες στα live, ενώ οι καλλιτέχνες του εμπορικού είναι εφήμεροι. Ωστόσο, η αγορά (και το κανάλι μας) χρειάζεται και τα δύο», καταλήγει.

Ο Π. Θεοφανέλλης από την πλευρά του είναι αισιόδοξος, όπως όλοι όσοι εργάζονται με νέους καλλιτέχνες και μεταλαμπαδεύουν σε αυτούς την πείρα αρκετών χρόνων, θεωρεί μάλιστα ότι «το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της περιόδου είναι η μαζική εμφάνιση ελληνικών συγκροτημάτων στον χώρο της ποπ και ροκ μουσικής, κάτι που είχαμε να δούμε σε τέτοια έκταση από τη δεκαετία του ‘60».

Υπάρχει βέβαια και το ζήτημα του «πώς» ακούμε. Αρκετοί λένε ότι η σχέση των Ελλήνων με τη μουσική γίνεται λιγότερο κοινωνική και περισσότερο προσωπική, με την τεχνολογία να συμβάλλει τα μέγιστα στην εξατομίκευση, σε μια ηχηρή μοναξιά. Με τη θέση αυτή διαφωνούν όλοι οι συνομιλητές μας. Ο Μ. Καρατζάς πιστεύει ότι «ο ίδιος νεαρός που μέσα στο μετρό βάζει τα ακουστικά, ακούει από το iPod ή από το κινητό του και δείχνει αποξενωμένος απολαμβάνοντας τη μουσική κατά μόνας, είναι αυτός που πηγαίνει στο Rock Wave Festival.

Διαφορετικές ώρες της ημέρας και διαφορετική διάθεση καθορίζουν τις διαφορετικές επιλογές. Υπάρχει ‘‘απομόνωση’’ και προσωπική σχέση με τη μουσική. Υπάρχουν όμως και στιγμές που θες να μοιραστείς τη μουσική». Οσον αφορά τα νυχτερινά κέντρα, ο ίδιος τονίζει: «Τόσο οι συναυλίες όσο και τα νυχτερινά κέντρα πήγαιναν πολύ καλά μέχρι πέρυσι, πριν αρχίσει η κρίση η οποία όμως δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τη μουσική αλλά είναι αμιγώς οικονομική».

  • Μουσικά ορόσημα

1896: Στη Νέα Υόρκη ηχογραφούνται 4 ελληνικά τραγούδια με τον τραγουδιστή Μιχάλη Αραχτίτζη.

1924: Πρώτες ηχογραφήσεις στην ελληνική επικράτεια. Οι δίσκοι «κόβονται» στο εξωτερικό. Ερχομός των καλλιτεχνών από τη Σμύρνη.

1930: Ίδρυση της δισκογραφικής Columbia στον Περισσό. Ανάπτυξη του ρεμπέτικου.

1946: Έκρηξη των μεγάλων λαϊκών κέντρων στην Αθήνα.

1955: Εμφανίζονται οι δίσκοι 45 στροφών και «σβήνει» ο δίσκος των 78 στροφών.

1960: Εμφανίζεται ο δίσκος 33 στροφών. Ανάπτυξη του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού με ορόσημο τον Επιτάφιο του Θεοδωράκη.

1964: Εμφάνιση του Νέου Κύματος, αλλά και των πρώτων ελληνικών. συγκροτημάτων ποπ και ροκ μουσικής (Ολύμπιανς, Τσαρμς, Φόρμινξ).

1970: Εμφάνιση της ηχογραφημένης κασέτας.

1987: Λειτουργία του πρώτου εργοστασίου παραγωγής CD στην Ελλάδα.

2002: Ελληνικοί δικτυακοί τόποι (sites) στο Ιnternet πωλούν τραγούδια νόμιμα.

  • Τα δημοφιλέστατα

1. Τα νησιώτικα 1 Γιάννης Πάριος - 1982 (>1.000.000)
2. Τα τραγούδια μου Γιώργος Νταλάρας live - 1983 (>700.000)
3. Latin Γιώργος Νταλάρας - 1987 (>500.000)
4. 50 χρόνια Ρεμπέτικο Γιώργος Νταλάρας - 1975 (>500.000)
5. Τραγούδι αισθηματικό Γλυκερία - 1985 (>500.000)

Τα 5 πρώτα άλμπουμ σε πωλήσεις στην Ελλάδα, διαχρονικά, σύμφωνα με τον μελετητή Πέτρο Δραγουμάνο.

Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά

  • 1996: 33.390.384
  • 1997: 23.230.669
  • 1998: 14.689.626
  • 1999: 14.859. 088
  • 2000: 10.908.212
  • 2001: 14.179.678
  • 2002: 10.637.519
  • 2003: 9.517.001
  • 2004: 7.529.767
  • 2005: 9.532.526
  • 2006: 7.628.019
  • 2007: 7.663.370

Οι πωλήσεις άλμπουμ στην Ελλάδα τα τελευταία 12 χρόνια. Τα στοιχεία αφορούν τις εταιρείες-μέλη της IFPI, που αντιπροσωπεύουν το 95% της αγοράς. Υπολογίζεται ότι οι πραγματικές πωλήσεις είναι αυξημένες 5% περίπου, σε σχέση με το αναγραφόμενο νούμερο.

  • Η μελωδία της ματαιοδοξίας
«Το Μέγαρο Μουσικής έδωσε την ευκαιρία στον κόσμο να απολαύσει θαυμάσιες μουσικές, να γνωρίσει εξαιρετικές ορχήστρες [...]. Με τα χρόνια όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει τον ακαδημαϊσμό, που παραπέμπει σε συντηρητισμό, και έπεσε στην παγίδα των κοσμικών και των σνομπ, που με την παρουσία τους εκεί, απολαμβάνουν απλά τη ματαιοδοξία τους».
-

Ο συνθέτης Ηλίας Ανδριόπουλος και οι φάλτσες μελωδίες του κοινωνικού στάτους. «Αντι-Ηχήσεις: Οι διαχειριστές του πολιτισμού. Μαΐστρος 2007.

  • Λεκτικό πεντάγραμμο

«Μπορεί κανείς κι έτσι να ορίσει τον σκοπό της μουσικής: να δίνει ζωή στα όνειρα από τη μια μεριά και να παρασταίνει τη ζωή σαν όνειρο από την άλλη». Μανώλης Καλομοίρης

«Καλή μουσική είναι εκείνη που εμπνέει στον άνθρωπο γενναία φρονήματα και όχι εκείνη που μας δίνει απλώς ευχαρίστηση». Πλάτωνας.

«H ζωή μου δεν ήταν η ζωή ενός μουσικού. Ήταν περισσότερο η ζωή ενός ανήσυχου νέου, που η μουσική κατάφερε κάπως να τον ηρεμήσει και να τον κάνει κατ’ επιφάνεια νόμιμο». Μάνος Χατζιδάκις.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΘΩΜΗ ΜΕΛΙΔΟΥ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ηχοι του 20ού αιώνα

The Guardian

Ο Alex Ross, στο έξοχο όπως το χαρακτηρίζει ο Στίβεν Πουλ στην «Γκάρντιαν», βιβλίο του The Rest is Noise: Listening to the Twentieth Century που εκδόθηκε πρόσφατα (εκδ. Fourth Estate, 624 σελ. 20 στερλίνες) αφηγείται την ιστορία της «κλασικής» μουσικής στον 20ό αιώνα. Ταυτόχρονα όμως παρέχει την ιστορία των απαντήσεων στις παραπάνω ερωτήσεις\u0387 των συνθετών που τις εικονογραφούν και την ιστορία του αινίγματος, τι είναι σύνθεση. Ο Σένμπεργκ και ο Στραβίνσκι προέχουν στον ανταγωνισμό για το ποιος είναι ο σπουδαιότερος συνθέτης του 20ού αιώνα. Ο Τζορτζ Γκέρσουιν και ο Κουρτ Βάιλ συγκαταλέγονται στους «ελαφρότερους» συνθέτες, ο Μεσιάν και ο Στοκχάουζεν εγκαινίασαν τα ταξίδια σε άλλους κόσμους, ο Μπερνστάιν θέλησε να τα χωρέσει όλα, ο Τζον Κέιτζ περιορίστηκε στα ελάχιστα. Ο Τσαρλς Αϊβς ήταν ασφαλιστής, ο Πιέρ Μπουλέζ ξεπουλήθηκε, ο Σιμπέλιους στέκει εκτός χρόνου ατενίζοντας το Σκανδιναβικό τοπίο, ενώ ο Ρίχαρντ Στράους και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς επιβίωσαν του ολοκληρωτισμού αλλά με εντελώς διαφορετικούς τρόπους ο καθένας.

Για την περίπτωση του Σοστακόβιτς και των ομοίων του υπό το σταλινικό καθεστώς, αποφεύγει τις εύκολες ηθικολογικές ερμηνείες και συγκεκριμένα στην περίπτωση της πολυσχολιασμένης «ειρωνείας» του Σοστακόβιτς γράφει πολύ σοφά ότι «για να μιλήσουμε για ειρωνεία στη μουσική, πρώτα θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι η μουσική φαίνεται πως λέει και κατόπιν να καταλήξουμε σε συμφωνία για το τι πράγματι λέει».

Κατά μία έννοια, ο Ρος ίσως να μην έχει άδικο όταν λέει ότι η πορεία της μοντέρνας, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μουσικής καθορίστηκε από την Ομάδα Ψυχολογικού Πολέμου της Συμμαχικής Διοίκησης μετά το 1945\u0387 όταν αποφάνθηκε ότι οι Γερμανοί (επομένως και η μουσική τους) χρειάζονταν αναπροσανατολισμό. Ετσι, ενθαρρύνθηκε μια αισθητική αντι-λαϊκού διανοουμενισμού, μεταξύ των νέων συνθετών που συνέρρεαν στα θερινά τμήματα της Σχολής του Ντάρμσταντ. Εν τω μεταξύ οι σταρ του παλαιού καθεστώτος, οι Φον Κάραγιαν και Φουρτβένγκλερ, συνέχιζαν κανονικά μετά την αποναζιστικοποίησή τους.

Κατά κάποιο τρόπο δηλ. συνυπήρχαν τα αντίθετα. Και αυτή είναι η μεγάλη αρετή του βιβλίου, ότι πετυχαίνει αυτή τη σύνθεση των αντιθέτων, όπου η ιστορία εικονογραφεί τη μουσική και η μουσική την ιστορία. Και το κατορθώνει ο συγγραφέας, χειριζόμενος μια γλώσσα η οποία μπορεί πειστικά και κατανοητά να μεταφέρει στον αναγνώστη την περιγραφή της μουσικής, ένα από τα δυσκολότερα συγγραφικά εγχειρήματα, είτε περί παλιότερης «κλασικής» μουσικής πρόκειται είτε για τη σύγχρονη.

Για την «Ιεροτελεστία της άνοιξης»: Ο Στραβίνσκι έχοντας πρώτα συγκεντρώσει τα λαϊκά του θέματα, τα κονιορτοποιεί κατόπιν σε ρυθμικές θεμελιακές μονάδες για τη συγκρότηση κυβιστικών κολλάζ». Για τη μουσική του Φίλιπ Γκλας γράφει ότι λάμπει με το νέον των φωτεινών επιγραφών της Τάιμς Σκουέαρ\u0387 και για τον Ιάννη Ξενάκη ότι μοιάζει «με φρενοκομείο απολύτως λογικά οργανωμένο».

Το σχόλιά του επίσης είναι άξια παρατήρησης, όπως όταν λέει για τη δημιουργία του δωδεκαφθογγισμού το 1923, ότι το έτος εκείνο του υπερπληθωρισμού, ο Σένμπεργκ πρόσφερε κάτι σταθερό, τη μετατροπή της χαοτικής μουσικής αγοράς σε μια προγραμματισμένη οικονομία.

Για τη μεταπολεμική αμερικανική μουσική υπό τον Ααρών Κόπλαν, ότι οι ορχηστρικές κορυφώσεις σε στυλ Σοστακόβιτς με τα διαπεραστικά χάλκινα και τους κανονιοβολισμούς των τυμπάνων, απέβλεπαν να διαπεράσουν την παχιά ηχητική ομίχλη με την οποία είχε καλύψει την ακοή το πανταχού παρόν ραδιόφωνο.

Το ερώτημα που επανέρχεται είναι: τι είναι ο συνθέτης; Κατά τον συγγραφέα αυτός που γράφει «κλασική» μουσική, δίχως όμως να προσδιορίζεται τι σημαίνει «κλασική μουσική», όρος που ήταν ήδη αναχρονιστικός στην αρχή του 20ού αιώνα.

Η τζαζ αντιμετωπίζεται αμήχανα. Με σεβασμό ο Ντιούκ Ελινγκτον αλλά κανείς άλλος μουσικός της τζαζ δεν αποκαλείται συνθέτης. Ο Τσάρλι Πάρκερ εμφανίζεται εδώ κι εκεί, αλλά κυρίως για να εκφράσει τον σεβασμό του στον Στραβίνσκι. Ο Τζον Κολτρέιν και ο Μάιλς Ντέιβις ως έμπνευση του Στιβ Ράιχ. Παράλληλα όμως, η «κλασική» μουσική που ιστορείται, είναι συχνά μικρής σημασίας, καθώς όλο και περισότεροι συνθέτες αφήνουν τον έλεγχο των έργων τους στους ερμηνευτές, κάτι που ξεκίνησε με τον Τζον Κέιτζ\u0387 ακόμη και στο κοινό.

Λόγιοι και πριμιτίφ

Λέγεται ότι τα έργα του είδους αυτού είναι ενδιαφέροντα μόνο στα χέρια ενός καλλιεργημένου ερμηνευτή. Και έτσι όμως, παραμένει ερώτημα γιατί τα έργα αυτά έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τις συνθέσεις του Κόουλ Πόρτερ π. χ. Αναφέρεται η δήλωση του Ράιχ περί επιρροής του από την τζαζ και το ροκ, αλλά οι συνθέτες της μουσικής αυτής, τζαζ και ροκ, θεωρούνται ένα είδος πριμιτίφ. Η δουλειά τους έχει ενδιαφέρον μόνο στο σημείο που επηρέασε τους «κλασικούς συνθέτες» στη δημιουργία έργων για να παίζονται σε αίθουσες συναυλιών.

Thursday, October 2, 2008

Clash σε πρώτο πρόσωπο

Clash σε πρώτο πρόσωπο

«Είναι ωραίο να εμφανίζεσαι ξαφνικά, να λες αυτό που θέλεις να πεις και μετά να εξαφανίζεσαι». Τα λόγια του πρόωρα χαμένου ηγέτη των Clash Τζο Στράμερ συνοψίζουν με τον πιο εύστοχο τρόπο τη φιλοσοφία του διάσημου πανκ συγκροτήματος που έφερε τα πάνω κάτω στη δισκογραφία στα τέλη των 70s. Στη βιογραφία τους, που κυκλοφορεί στις 6 Οκτωβρίου με τίτλο «The Clash: Strummer, Jones, Simonon, Headon» (εκδ. Atlantic), τα μέλη του γκρουπ μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο για τη γέννηση, την ακμή και την παρακμή του πανκ συγκροτήματος και μας ξεναγούν στα άδυτα των μεταξύ τους σχέσεων.


Δείτε βίντεοκλιπ από τους The Clash



Δείτε live εμφάνιση των The Clash

Για τα νεανικά τους χρόνια

Οταν ήμουν 9 ετών, το έσκασα από το σχολείο μαζί με έναν άλλο συμμαθητή μου. Η ανατροφή μου με έκανε να πιστεύω ότι οι Αρχές είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγεις. Το να προκαλώ τις Αρχές βρισκόταν πάντα ψηλά στις προτεραιότητές μου.

ΤΖΟ ΣΤΡΑΜΕΡ
φωνή, κιθaρα

Μεγάλωσα στα βρόμικα στενά του Μπρίξτον. Είχε πολλή ενέργεια και η πολυφυλετικότητα έφτιαχνε μια μοναδική ατμόσφαιρα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήμουν εκτός ελέγχου και η μητέρα μου με έστειλε να μείνω με τον πατέρα μου με τον οποίο είχαν χωρίσει.

ΠΟΛ ΣΙΜΟΝΟΝ
μπασο

Μεγάλωσα στο Μπρίξτον σε μια εποχή που ήταν πραγματικά υπέροχη. Μουσική ακουγόταν από παντού. Ηταν σαν η ζωή μας να είχε σάουντρακ. Οταν φτιάξαμε τους Clash, υπήρχαν πολλά πράγματα που έπρεπε να ειπωθούν. Κανείς δεν τα είχε πει με αυτό τον τρόπο. Κλέβαμε ειδήσεις από τις εφημερίδες για να πούμε όσα θέλαμε να πούμε. To όνομα του γκρουπ ήταν αντιπροσωπευτικό του πώς νιώθαμε.

ΜΙΚ ΤΖΟΟΥΝΣ
κιθaρα, φωνh

Για τη διάλυση του γκρουπ

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς συνέβαινε τότε. Ο Τόπερ (ντράμερ) ήταν σε κακή κατάσταση λόγω της εξάρτησής του από την ηρωίνη. Οταν γυρίσαμε στο Λονδίνο, ξεκινήσαμε να προβάρουμε καινούργια κομμάτια και στη συνέχεια πήγαμε στη Νέα Υόρκη για να τα ηχογραφήσουμε. Ομως ήμασταν όλοι πολύ κουρασμένοι, γιατί δουλεύαμε συνεχώς τα τελευταία τέσσερα πέντε χρόνια. Αν σταματούσαμε για ένα χρόνο, ίσως η μπάντα να υπήρχε ακόμη σήμερα. Η αναπάντεχη επιτυχία του «Rock The Casbah» και η κούρασή μας από τις μεταξύ μας σχέσεις, τις περιοδείες και τα στούντιο μας έδωσαν τη χαριστική βολή.


ΤΖΟ ΣΤΡΑΜΕΡ
φωνh, κιθaρα

Το 1983 βγαίναμε στη σκηνή και η εικόνα ήταν χαρακτηριστική των σχέσεων μεταξύ μας. Ο Μικ στεκόταν στη μία άκρη, εγώ στην άλλη και στη μέση ο Τζο. Ο καθένας είχε πάρει διαφορετική κατεύθυνση πλέον.

ΠΟΛ ΣΙΜΟΝΟΝ
μπασο

Υπήρχε κόντρα ανάμεσα στον Μικ και το μάνατζέρ μας κι εγώ άφησα τον δεύτερο να κάνει ό,τι θέλει. Το έχω μετανιώσει. Αν όμως έχω μια δικαιολογία, αυτή είναι η απαράδεκτη συμπεριφορά του Μικ. Συχνά μας έστηνε στα ραντεβού και όταν τελικά εμφανιζόταν, θύμιζε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ σε πολύ κακή διάθεση.

ΤΖΟ ΣΤΡΑΜΕΡ
φωνh, κιθaρα

Αν ξανάρχιζαν όλα από την αρχή το μόνο πράγμα που θα άλλαζα θα ήταν να μην ξαναπάρω κοκαΐνη και ηρωίνη. Μέχρι να ξεκινήσω τη χρήση η ζωή μου ήταν μια χαρά. Οταν ξεκίνησα όλα έγιναν δύσκολα για μένα.

ΤΟΠΕΡ ΧΙΝΤΟΝ
ντραμς

Είναι ωραίο να εμφανίζεσαι ξαφνικά, να λες αυτό που θέλεις να πεις και μετά να εξαφανίζεσαι.

ΤΖΟ ΣΤΡΑΜΕΡ
φωνh, κιθάρα


ΖΑΛΙΓΚΑΣ ΚΩΣΤΑΣ, Ελεύθερος Τύπος, Πέμπτη, 02/10/2008

Άλλος για τα βραβεία MTV

Η Ντάφι
Το ροκ συγκρότημα των Coldplay και η Ουαλή ποπ (και ολίγον ρετρό) τραγουδίστρια Ντάφι συγκεντρώνουν ο καθένας από τρεις υποψηφιότητες για τα φετινά βραβεία ΜΤV, τα ευρωπαϊκά, που θα γίνουν στο Λίβερπουλ στις 6 Νοεμβρίου. Σε μια ωραία βραδιά ελπίζει και η Μπρίτνεϊ Σπίαρς που έχει, όπως ανακοινώθηκε, δύο υποψηφιότητες στα βραβεία. Δεν θα λείψουν - και θα διεκδικήσουντρόπαια και η Έιμι Γουάινχαουζ και η Λεόνα Λιούς, από τις πιο επιτυχημένες παρουσίες της περασμένης χρονιάς. Για το πιο εθιστικό ποπ κομμάτι, διεκδικεί τίτλο το «Ι Κissed Α Girl» της Κέιτι Πέρι που έκανε μεγάλη αίσθηση τελευταία. Και αυτά ενώ στο Λίβερπουλ πρόκειται να τιμηθούν και για την πολύχρονη προσφορά τους στην ποπ μουσική και βετεράνοι όπως οι Βeatles και η Μαντόνα. Πάντως, οι φαν του ΜΤV μπορούν να ψηφίζουν τους αγαπημένες τους καλλιτέχνες από το σάιτ των βραβείων, το http: //ema. mtv.co.uk, μέχρι και τις 2 Νοεμβρίου. Αυτήν τη φορά μάλιστα θα ψηφίσουν και οι Έλληνες που θα στείλουν στα βραβεία τον δικό μας καλλιτέχνη.
ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008