Sunday, January 31, 2010

Επιστροφή με φλερτ και απωθημένα

Μαχαιρίτσας, Κότσιρας, «Κίτρινα ποδήλατα» συναντούν την Αφροδίτη Μάνου στον «Ζυγό» και λένε «Νο Σμόκιν», σε μια μουσική παράσταση κόντρα σε κάθε είδους απαγορεύσεις

Ενθουσίασαν το κοινό της Θεσσαλονίκης και τώρα ήρθαν στην Αθήνα να μας διασκεδάσουν, με μια μουσική παράσταση κόντρα στις κάθε είδους απαγορεύσεις, εξ ου και ο τίτλος «Νο Σμόκιν».

Επιστροφή με φλερτ      και απωθημένα

Ο λόγος για τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, τον Γιάννη Κότσιρα και τα «Κίτρινα Ποδήλατα», που κατέφτασαν στην Πλάκα και στον «Ζυγό» έχοντας μαζί τους μια πολύ σημαντική προσωπικότητα του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού, την Αφροδίτη Μάνου.

Χωρίς ταμπέλες

Σε μια εποχή δύσκολη, σε όλα τα επίπεδα, εκείνοι επιστρατεύουν την αγάπη τους για την καλή μουσική, τα τραγούδια τους αλλά και το χιούμορ τους και μας προτείνουν ένα είδος διασκέδασης απλό, αληθινό και προσιτό, χωρίς ταμπέλες και σοβαροφάνεια.

Φαίνεται, πάντως, πως μέσα από αυτήν τη συνεργασία ικανοποιούνται πολλά... απωθημένα. «Ηταν ένα απωθημένο πολλών χρόνων να δουλέψω με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα», μας εξομολογήθηκε η Αφροδίτη Μάνου, ενώ ο Γιάννης Κότσιρας χαρακτήρισε τη σχέση του με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα σαν «ένα φλερτ που υπάρχει εδώ και χρόνια, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι τώρα για πρακτικούς λόγους».

Το θέμα είναι πως η κατάλληλη συγκυρία βρέθηκε και τώρα βρίσκονται όλοι μαζί στη σκηνή... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Νάνα Μούσχουρη: «Ξαναγύρισα στην Ελλάδα για να πω αντίο...»

«Είναι μεγάλη ευτυχία για μένα η κυκλοφορία των δύο πιο σημαντικών συναυλιών που έχω δώσει στη χώρα μας» γράφει η Νάνα Μούσχουρη στο σημείωμα που περιλαμβάνει η κασετίνα με τα τέσσερα CD και δύο DVD από τις εμφανίσεις της στο Ηρώδειο το 1984 και το 2008

Hταν 23 Ιουλίου του 1984 όταν η Νάνα Μούσχουρη εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Ηρώδειο, το οποίο άνοιξε τις πύλες του για πρώτη φορά σε συναυλία μη κλασικού ρεπερτορίου. Την ερμηνεύτρια προσκάλεσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προκειμένου να δώσει δύο μεγάλες συναυλίες για τον εορτασμό των 10 χρόνων από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.

«Ξαναγύρισα στην Ελλάδα για να πω αντίο...»

Εικοσιτέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά, την ίδια ημερομηνία, στις 23 Ιουλίου του 2008 η Νάνα Μούσχουρη επέστρεψε στο Ηρώδειο προκειμένου να δώσει εκεί τις δύο τελευταίες συναυλίες της μεγαλειώδους καριέρας της. Η ίδια εξάλλου είχε εξομολογηθεί λίγα χρόνια πριν: «Η καριέρα μου θα τελειώσει στην Ελλάδα.

«Ξαναγύρισα στην Ελλάδα για να πω αντίο...»

Σαν ένα χελιδόνι κι εγώ που έφυγε από το σπίτι του, άφησε τον ήλιο και τη θάλασσά του, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, είδε δάκρυα, χαρές, πολέμους, κουράστηκε κι αποφάσισε να ξαναγυρίσει στο κύμα που το έσπρωξε μακριά στο εξωτερικό...». Τις δύο αυτές θρυλικές συναυλίες της παγκόσμιας Ελληνίδας που σημάδεψαν ανεξίτηλα την καριέρα της, αλλά και τη μνήμη όσων τις παρακολούθησαν, προσφέρει στους αναγνώστες του το «ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» από σήμερα.

Πρόκειται για μια μοναδική συλλογή η οποία αποτελείται από τέσσερα CD και δύο DVD με μουσικές αλλά και ζωντανά στιγμιότυπα από τις δύο μοναδικές αυτές βραδιές. Για τη συναυλία του 1984 θα δοθούν δύο CD και ένα DVD και για τη συναυλία του 2008 δύο ακυκλοφόρητα CD και ένα DVD. Αυτή την Κυριακή θα κυκλοφορήσει μαζί με την εφημερίδα η 6πλή κασετίνα και το 1ο ακυκλοφόρητο CD από την αποχαιρετιστήρια βραδιά του 2008.

Αναμνήσεις

Η Νάνα Μούσχουρη έχει φυλάξει καλά στη μνήμη και την ψυχή της πολλές αναμνήσεις από τις δύο αυτές εμφανίσεις της. Η ίδια θέλησε να μοιραστεί μαζί μας κάποιες από αυτές: «Οταν ήρθα στο Ηρώδειο, το 1984, είχα να εμφανιστώ μπροστά στο ελληνικό κοινό είκοσι ολόκληρα χρόνια. Παρότι είχα κάνει μια μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό, είχα την αγωνία μιας πρωτοεμφανιζόμενης κοπέλας. Φοβόμουν μήπως οι Ελληνες δεν με θυμούνται...». Οσο για την περιβόητη στιγμή που κατέβηκε από τη σκηνή, πήγε μπροστά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, του τραγούδησε το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» και του φίλησε το χέρι, εξομολογείται: «Ηταν μια κίνηση τελείως αυθόρμητη.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με είχε στηρίξει από τα πρώτα μου βήματα. Οταν κέρδισα στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, το 1959, μου είχε στείλει ένα σημείωμα στο οποίο μου έγραφε: «Από δω και πέρα δεν έχεις να φοβάσαι παρά μόνον τον εαυτό σου». Κι όταν ερχόταν στο εξωτερικό να με ακούσει, πάντα του έλεγα αυτό το τραγούδι. Ηταν το τραγούδι του...». Θυμάται επίσης τη φράση του Κων/νου Καραμανλή: "Τελικά, Νάνα, μπορεί να είσαι πιο χρήσιμη στο εξωτερικό παρά στην Ελλάδα".

Οσο για τα συναισθήματά της για εκείνη τη βραδιά; «Ενιωθα τόσο γεμάτη που είπα στον κόσμο πως αν έπρεπε να τελειώσω την καριέρα μου θα έπρεπε να την τελειώσω εκείνη ακριβώς τη στιγμή». Και η αποχαιρετιστήρια συναυλία του 2008 όμως ήταν εξίσου σημαδιακή για εκείνη. «Οταν αποφάσισα να πραγματοποιήσω μια τελευταία, αποχαιρετιστήρια, παγκόσμια περιοδεία, είπα από την αρχή πως θα τελειώσω στο Ηρώδειο. Ολο αυτό το ταλέντο και όλη αυτή η καριέρα έπρεπε να επιστρέψει εκεί που ανήκει: στην Ελλάδα. Ξαναγύρισα λοιπόν στην Ελλάδα για να πω αντίο στο εξωτερικό»... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Τα σύννεφα φέρνουν τραγούδια

Η λέξη σύννεφο ανήκει σε μια μεγάλη κατηγορία λέξεων που επιδέχονται πολλές ερμηνείες. Πέφτω απ' τα σύννεφα, έκφραση που χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε την έκπληξή μας για κάτι· υπάρχουν σύννεφα στις σχέσεις μας λέμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά· με ανέβασε στα σύννεφα, που σημαίνει ότι την/τον έκανε να αισθάνεται ψυχολογικά ανεβασμένος/η. Υπάρχει βέβαια και η συχνότερη χρήση της λέξης στη Μετεωρολογία.

Στην ελληνική μουσική τα σύννεφα έχουν σημαντική παρουσία, ειδικά στον χώρο του λαϊκού μας τραγουδιού, όπου συνθέτες όπως ο Γιώργος Μητσάκης τα έχουν χρησιμοποιήσει ως λέξη-κλειδί για πολλές από τις επιτυχίες τους:

Στον Πειραιά συννέφιασε, μεγάλη επιτυχία του 1959 για τους Γρηγόρη Μπιθικώτση και Νίκο Γιουλάκη: Στον Πειραιά συννέφιασε και στην Αθήνα βρέχει, άλλος αγάπη έχασε κι άλλος αγάπη έχει. Ψιλή Βροχούλα, με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και τον ίδιο τον Μητσάκη από το 1946: Συννέφιασε, συννέφιασε, συννέφιασε ο ουρανός, ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχούλα έπιασε. Συννεφιές, με τη Λίτσα Διαμάντη και τον Γιώργο Χατζηαντωνίου από το 1969: Συννεφιές, συννεφιές, όταν δεν σε βλέπω έχω ακεφιές. Τι πιοτό, τι πιοτό μ' έχεις κεράσει και το κέφι μου έχω χάσει. Σαββατόβραδο συννεφιασμένο τραγουδούσε ο Πάνος Μιχαλόπουλος, Αν Μιλούσανε τα σύννεφα η Πόλυ Πάνου, με τον Αντώνη Ρεπάνη, και τα τραγούδια του Μητσάκη με αναφορά στα σύννεφα κλείνουν με το Σούρουπο με συννεφιά, που τραγούδησε ο Γιάννης Τατασόπουλος: Σούρουπο με συννεφιά κι άρχισε η ψιλή βροχή κι εγώ που ήρθα να σ'ανταμώσω βρήκα την πόρτα σου κλειστή... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

HARRY NILSSON. Τον εκτιμούσαν οι Beatles


Οταν το 1968 οι Beatles επισκέφτηκαν την Αμερική για να κάνουν τη διαφημιστική προώθηση στο λευκό άλμπουμ τους, σε ερώτηση δημοσιογράφων για το ποιο είναι το αγαπημένο τους αμερικανικό συγκρότημα ή τραγουδιστής, οι Lennon και McCartney απάντησαν ο Nilsson.

Αυτή η δήλωση έγινε σε μια περίοδο που ο Harry Edward Nelson ΙΙΙ, όπως ήταν ολόκληρο το πραγματικό του όνομα, είχε κυκλοφορήσει μόλις δύο άλμπουμ, αλλά λίγους μήνες αργότερα θα γνώριζε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του.

Το ενδιαφέρον των Beatles, οι οποίοι στη συνέχεια γνωρίστηκαν μαζί του κι έμειναν φίλοι του μέχρι το τέλος της ζωής του, είχε ως επακόλουθο την πρόσκλησή του από τον σκηνοθέτη Otto Premminger να γράψει τη μουσική για την κωμωδία Skidoo, στην οποία έπαιζαν δύο από τους παιδικούς ήρωες του Nilsson, οι Groucho Marx και Jackie Gleason.

Ο γεννημένος στις 15 Ιουνίου του 1941, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, Nilsson ήταν για 7 χρόνια υπάλληλος σε γνωστή τράπεζα της Καλιφόρνιας, εργαζόμενος σε νυχτερινή βάρδια, για να έχει τη δυνατότητα την ημέρα να ασχολείται με τη μουσική.

Κάθε μέρα σχεδόν, έγραφε τραγούδια και γύριζε τις δισκογραφικές εταιρείες προσπαθώντας να βρεί κάποιον να τα ερμηνεύσει. Στα ντέμο που παρουσίαζε, τραγουδούσε ο ίδιος, και σ' αυτή την περίοδο ο Little Richard που άκουσε το τραγούδι του Groovy Little Suzie χαμογέλασε και του είπε: Εχεις πολύ καλή φωνή για λευκός. Η γνώμη τού Little Richard έδωσε κουράγιο στον Nilsson να ηχογραφήσει με δικά του έξοδα το πρώτο τραγούδι του, με τίτλο Donna, που κατάφερε να πωλήσει μόλις 4 αντίτυπα.

Στα μέσα της δεκαετίας του '60, αρκετοί ήταν αυτοί που αναγνώρισαν το ταλέντο του στη σύνθεση και τραγούδια του ηχογράφησαν ονόματα όπως οι Ronettes (ο Phil Spector ήταν από τους πρώτους που αγόρασε και ηχογράφησε τρία τραγούδια του με το συγκρότημα), Monkees, Glenn Campbell, Yardbirds, Turtles, Shangri-Las, Blood, Sweat and Tears, γεγονός που σύντομα οδήγησε στο πρώτο του δισκογραφικό συμβόλαιο με την RCA, στην οποία τον Οκτώβριο του 1967 κυκλοφόρησε το Pandemonium Shadow Show, που ήταν ουσιαστικά η πρώτη του δουλειά ύστερα από άπειρα ντέμο, άλμπουμ που πήρε τον τίτλο του από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ray Bradbury... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Μάλιστα κύριε!

  • Προσφορά
  • Δύο cd με αξέχαστα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα σε συνδυασμό με τη δίτομη βιογραφία του, προσφέρει από την ερχόμενη Κυριακή η «Κ.Ε.»

Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις όνομα σαν συνθέτης, αλλά πιο δύσκολο είναι να κάνεις όνομα σαν οργανοπαίχτης. Εγώ τα κατάφερα. Απ' την αρχή της εισαγωγής του τραγουδιού λένε αυτό είναι του Ζαμπέτα... Το χρώμα της πενιάς τους, που καταλαβαίνει κανείς ποιος παίζει, το είχε κι ο Μάρκος, κι ο Τσιτσάνης κι ο Χιώτης βέβαια.


Περάσανε όμως τα όμορφα χρόνια, τ' αντρίκεια, τα παλικαρίσια. Σήμερα άκουγα ραδιόφωνο το βράδυ κι άκουσα δέκα τσιφτετέλια στη σειρά, κορδωτά, μαζί... Λες και δεν υπάρχει ελληνική μουσική, λες και δεν έχουμε γράψει ελληνικά τραγούδια»...

Δυο δεκαετίες κοντεύουν να συμπληρωθούν από τη μέρα που ο Γιώργος Ζαμπέτας, έχοντας ενδώσει στο μαρκάρισμα της Ιωάννας Κλειάσιου από την ομάδα του περιοδικού «Ντέφι», έπιασε να ξετυλίγει με το χαρακτηριστικό του χιούμορ και τον χυμώδη, ορμητικό του λόγο το νήμα που τον οδήγησε στον αφρό μιας ολόκληρης εποχής, ως κορυφαίο οργανοπαίχτη του μπουζουκιού αλλά και συνθέτη, δημιουργό μιας δικής του σχολής στο χώρο του λαϊκού μας τραγουδιού. Κι είναι ακριβώς η αυθεντική του μαρτυρία, όπως προέκυψε από πολλές ώρες ηχογραφημένων συνομιλιών του με την Κλειάσιου και από την επτάχρονη έρευνα της τελευταίας, που θα προσφέρει η «Κ.Ε.» σε δύο πλούσια εικονογραφημένους τόμους, αρχής γενομένης από την ερχόμενη Κυριακή 7 Φεβρουαρίου... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ενα χρυσωρυχείο με το όνομα Πρίσλεϊ


Μικρός λαχταρούσε ένα ποδήλατο, αλλά τα 55 δολάρια που κόστιζε δεν τα άντεχαν οι γονείς τού Ελβις. Ετσι, περιορίστηκαν σε μια κιθάρα των 12 δολαρίων. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια, και ο γιος τους μπορούσε πια να αγοράσει οτιδήποτε επιθυμούσε. Και σήμερα, 33 χρόνια μετά το θάνατό του, η βιομηχανία γύρω από τη ζωή και τα τραγούδια του παραμένει από τις πιο επικερδείς.

Τα έσοδα από τις 33 κινηματογραφικές ταινίες που γύρισε ο Πρίσλεϊ ήταν πολλά, ενώ τα 80 περίπου άλμπουμ του πούλησαν πάνω από ένα δισεκατομμύριο αντίτυπα - 20 εκατομμύρια δίσκοι έγιναν καπνός με την αναγγελία του θανάτου του. Ηδη από την εποχή που ζούσε υπήρχαν πάνω από 80 διαφορετικά προϊόντα με το όνομά του. Σήμερα, ο αριθμός είναι πολλαπλάσιος. Ισως γι' αυτό ο Ελβις φιγουράρει κάθε χρόνο στη μακάβρια λίστα του περιοδικού «Forbes» με τους πλουσιότερους νεκρούς. Σε αυτήν του 2009 βρέθηκε στην 4η θέση, με ετήσιο εισόδημα 55 εκατομμύρια δολάρια.. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο λευκός που τραγουδούσε μαύρους

Τη βραδιά των Χριστουγέννων του 1955 ο Οτις Μπλάκγουελ ήταν χαρούμενος. Εκατόν πενήντα δολάρια για έξι τραγούδια... Ο 23χρονος μαύρος πιανίστας από τη Νέα Υόρκη πουλούσε τραγούδια σε τραγουδιστές του rythm'n'blues, του μουσικού στιλ των μαύρων της εποχής που μέχρι πριν λίγα χρόνια ονομαζόταν απαξιωτικά «race records».

Αυτή τη φορά αγοραστής ήταν ένας νεαρός λευκός από τις φτωχογειτονιές του Μέμφις. Ο νεαρός Ελβις Πρίσλεϊ πατώντας στα «μπλου» ακούσματα από τα γκόσπελ της Εκκλησίας των Πεντηκοστιανών όπου πήγαινε παιδί, βρισκόταν εκεί ακολουθώντας το «όραμα» του παραγωγού του και ιδιοκτήτη της Sun Records, Σαμ Φίλιπς: Ενα λευκό αγόρι να τραγουδά τη μουσική των μαύρων! Ο «μικρός», άλλωστε, είχε ήδη περάσει το τεστ κερδίζοντας την πρώτη του επιτυχία χάρη σ' ένα τραγούδι μαύρου: το «That's all right» του μπλουζίστα Αρθουρ Κράνταπ...

Δύο από τα κομμάτια που πήρε ο Ελβις από τον Μπλάκγουελ εκείνο το βράδυ του '55, το «Don't be cruel» και το «All shook up», έμειναν στα τσαρτ περισσότερο από κάθε άλλη επιτυχία του «βασιλιά του ροκ». Το πρώτο μάλιστα είχε πρωτοκυκλοφορήσει ως δεύτερη όψη του «Hound dog», σύνθεσης της μαύρης τραγουδίστριας Μπιγκ Μάμα Θόρντον. Ο Μπλάκγουελ, είτε με τ' όνομά του είτε με το ψευδώνυμο Τζον Ντάβενπορτ, θα συνέχιζε να τροφοδοτεί το ροκ εν ρολ με τεράστια σουξέ, όπως το «Great balls of fire» για τον Τζέρι Λι Λιούις, το «Return to sender» για τον Πρίσλεϊ ή το «Fever» για την Πέγκι Λι... «Βασιλιάς», όμως, δεν έγινε ποτέ.

Ο τίτλος απονεμήθηκε στον Ελβις, αν και ο ίδιος δεν φάνηκε πως αισθανόταν και τόσο άνετα μέσα σ' αυτόν. Μικρός στο Μέμφις άκουγε τον WDIA, το ραδιοσταθμό για μαύρους, οι παρέες του στην πόλη ήταν μαύροι, στα κλαμπ τους ήταν που πήγαινε περισσότερο ξεσηκώνοντας φιγούρες και ερμηνευτικούς τρόπους, ποτέ στις συνεντεύξεις του δεν δίστασε να εκδηλώσει το σεβασμό του για τους μαύρους μουσικούς και την καθοριστική τους επίδραση σ' εκείνον.

Ομως, το γεγονός και μόνο της παγκόσμιας αποδοχής ενός λευκού που τραγουδούσε μαύρη μουσική ήταν πρόκληση. Και παρά το ότι πολλοί μαύροι μουσικοί, ανάμεσά τους ο Τσακ Μπέρι, ο Τζάκι Γουίλσον, ο Μπι Μπι Κινγκ ή ο Τζέιμς Μπράουν υπερασπίστηκαν κατά καιρούς τον Ελβις, η αντιπαράθεση καλά κρατεί ώς τις μέρες μας. Ηδη από το 1957 το περιοδικό «Sepia» που απευθυνόταν σε Αφροαμερικανούς αναπαρήγαγε τη φήμη ενός περιστατικού στη Βοστώνη που, πάντως, κανείς δεν επιβεβαίωνε: «Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι νέγροι για μένα είναι να μου γυαλίζουν τα παπούτσια και ν' αγοράζουν τους δίσκους μου», φερόταν να έχει δηλώσει ο Ελβις. Ο ίδιος το διέψευσε κατηγορηματικά αλλά η «ρετσινιά» έμεινε.. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ