Φλέρταρε με την αντισυμβατικότητα εξαρχής.
Στα 38 της η Σαρλότ Γκενσμπούργκ διατηρεί το εφηβικό της παρουσιαστικό, όπως και μια «εκλεπτυσμένη εκδοχή αυτού που λέμει cool», όπως έγραψε ο «Γκάρντιαν»
Στα 13 της, η πρώτη δημόσια παρουσία της στο πλευρό του πατέρα της για τη δημιουργία του single «Lemon Incest» και του βίντεο-κλιπ, σκανδάλισε την κοινή γνώμη. Το ίδιο και στα 15 της όταν, κερδίζοντας το «Σεζάρ» Πρωτοεμφανιζόμενης Ηθοποιού (1986) για την ταινία «L' effrontee» του Κλοντ Μιλέρ, κέρδισε κι ένα θερμό φιλί στο στόμα από τον πατέρα της. Η αδιαφορία για τις κοινωνικές συμβάσεις είναι άλλωστε στο dna της Σαρλότ Γκενσμπούργκ, κόρης του Σερζ Γκενσμπούργκ και της Τζέιν Μπίρκιν.
Οπως επισημαίνει ο «Γκάρντιαν», που τη συνάντησε με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου της «IRM», αποτέλεσμα της συνεργασίας της με τον Αμερικανό τραγουδοποιό και παραγωγό Beck, «ο Σερζ Γκενσμπούργκ θα ήταν υπερήφανος» αν είχε δει την κόρη του πρωταγωνίστρια στον αμφιλεγόμενο «Αντίχριστο» του Λαρς Φον Τρίερ. Η Τζέιν Μπίρκιν, πάντως, «λάτρεψε την ταινία», βεβαιώνει η Σαρλότ, που στα 38 της πια, έχοντας 35 ταινίες και τρεις δίσκους στο ενεργητικό της, διατηρεί εφηβικό παρουσιαστικό και μια σούπερ-εκλεπτυσμένη εκδοχή αυτού που λέμε cool.
Κι όμως, μόνον ψύχραιμη δεν ήταν όταν μια σοβαρή περιπέτεια υγείας τής κόστισε ένα ισχυρότατο ψυχικό σοκ, που εκτονώθηκε τελικά χάρη στον καινούργιο της δίσκο. Ολα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2007, όταν η Σαρλότ κάνοντας θαλάσσιο σκι είχε ένα «ασήμαντο» ατύχημα. Εξι μήνες αργότερα, άρχισε να 'χει φοβερούς πονοκεφάλους. Υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία κι ο γιατρός τής είπε ότι είναι τυχερή που ζει. Χειρουργήθηκε αμέσως για να απομακρυνθεί το τεράστιο αιμάτωμα που είχε συμπιέσει τον εγκέφαλό της κι όλα πήγαν κατ' ευχήν. Το επόμενο διάστημα, όμως, η Σαρλότ εμφάνισε τις επιπτώσεις ενός τρομακτικού ψυχολογικού σοκ. Μέχρι την άνοιξη του 2008 απομονώθηκε. «Δεν φανταζόμουν πόσο θα με τρομοκρατούσε η ιδέα του θανάτου», λέει.
Σ' ένα ταξίδι στο Λος Αντζελες συνάντησε, όμως, τον Beck -ήταν την εποχή που εκείνος σάμπλαρε το κλασικό τραγούδι «Melody Nelson» του πατέρα της. Αρχισαν να πειραματίζονται μαζί στο στούντιό του: εκείνος της έδινε ένα ρυθμό «κι εγώ αντιδρούσα. Τελικά έφτιαχνε ένα τραγούδι. Εγώ συμμετείχα με λίγους στίχους και με ιδέες για τίτλους», λέει η Σαρλότ, που ερμηνεύει τα περισσότερα τραγούδια. Στο «Le Chat du Cafe Aristes» ακούγεται, μάλιστα, «σαν μια αισθησιακότερη Φρανσουάζ Αρντί».
Οσο για τον τίτλο του άλμπουμ (IRM) είναι το γαλλικό αρκτικόλεξο για τον μαγνητικό τομογράφο: ο ήχος του ήταν από τα πρώτα πράγματα που έβαλε η Σαρλότ τον Μπεκ ν' ακούσει. Συμπεριλήφθηκε στο δίσκο κι ένα τραγούδι που είχε γράψει ο Beck καιρό πριν τη συναντήσει: στο ρεφρέν λέει «τρύπησε το κεφάλι μου», πράγμα που τον έκανε να απολογηθεί εκ των υστέρων για τη διαβολική σύμπτωση κι εκείνη να αισθανθεί ότι η συνάντησή τους ίσως να είχε κάτι το μεταφυσικό.
Tuesday, January 19, 2010
Εκανε δίσκο τον φόβο της για τον θάνατο
Monday, January 18, 2010
Tραγουδάει Mπρελ στις Βρυξέλλες
Η σχέση του ερμηνευτή με τον δημιουργό είναι πάντα ισχυρή, ακόμα κι αν οι δυο τους δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Eτσι ακριβώς και η Σόνια Θεοδωρίδου έχει συνάψει μια στενή καλλιτεχνική σχέση με τον Zακ Mπρελ, στα τραγούδια του οποίου είναι αφιερωμένη η τελευταία δισκογραφική δουλειά της. Tο αποτέλεσμα αυτής της σχέσης θα παρουσιάσει η διεθνώς καταξιωμένη σοπράνο, στις 2 Φεβρουαρίου, στο «Παλέ ντε Mπος Aρτ» στις Bρυξέλλες, την πόλη όπου είχε απομονωθεί για δύο ολόκληρους μήνες για να γνωρίσει σε βάθος το έργο του σημαντικού Γάλλου συνθέτη και ποιητή. «O Zακ Mπρελ εμφανίστηκε σαν τον Eρωτα μέσα στην καρδιά μου. Xρησιμοποίησε τη γοητεία του, με άφησε χωρίς ανάσα κι εγώ σαν αποτέλεσμα θέλησα να εκφράσω όλα αυτά τα συναισθήματα μέσα από τη μουσική του...», εξομολογείται η Σόνια Θεοδωρίδου.
Η σχέση του ερμηνευτή με τον δημιουργό είναι πάντα ισχυρή, ακόμα κι αν οι δυο τους δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Eτσι ακριβώς και η Σόνια Θεοδωρίδου έχει συνάψει μια στενή καλλιτεχνική σχέση με τον Zακ Mπρελ, στα τραγούδια του οποίου είναι αφιερωμένη η τελευταία δισκογραφική δουλειά της. Tο αποτέλεσμα αυτής της σχέσης θα παρουσιάσει η διεθνώς καταξιωμένη σοπράνο, στις 2 Φεβρουαρίου, στο «Παλέ ντε Mπος Aρτ» στις Bρυξέλλες, την πόλη όπου είχε απομονωθεί για δύο ολόκληρους μήνες για να γνωρίσει σε βάθος το έργο του σημαντικού Γάλλου συνθέτη και ποιητή. «O Zακ Mπρελ εμφανίστηκε σαν τον Eρωτα μέσα στην καρδιά μου. Xρησιμοποίησε τη γοητεία του, με άφησε χωρίς ανάσα κι εγώ σαν αποτέλεσμα θέλησα να εκφράσω όλα αυτά τα συναισθήματα μέσα από τη μουσική του...», εξομολογείται η Σόνια Θεοδωρίδου.
Τι δουλειά έχει το ρεμπέτικο με το ουίσκι;
Είναι βιολόγος, αλλά παίζει κι ερμηνεύει εξαιρετικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια με τον παλιό τρόπο. Προτιμάει να 'χει ένα καλό σταθερό στέκι στα Καμίνια. Ο χώρος του τον ξέρει καλά, όπως και όσοι ψάχνουν λαϊκή ψυχαγωγία επιπέδου με τους όρους της παρέας. «Εκανα πάντα ό,τι ήθελα», λέει ο Κώστας Καλαφάτης.«Εκανα πάντα ό,τι ήθελα», λέει ο Κώστας Καλαφάτης, που απέφυγε τα μεγάλα μαγαζιά, αλλά ακόμη και στην «Αλλη Σκάλα» κάθεται σ' ένα τραπεζάκι. «Το πάλκο δεν μου αρέσει, έχει πολύ αέρα εκεί πάνω, που 'λεγε κι ένας παλιός»
Η φράση βγαίνει από το στόμα ενός γλυκού και πράου ανθρώπου, που έκανε ό,τι ήθελε χωρίς να το κάνει θέμα. Θέμα, όμως, έχουν γίνει οι εμφανίσεις του στην «Αλλη Σκάλα». Στην ταβέρνα αυτή, αναβιώνοντας ακριβώς τις συνθήκες των κουτουκιών, ο Καλαφάτης με την κιθάρα του κι ένα μπουζούκι, λέει από τα παλιά γνωστά ρεμπέτικα (Μάρκο, Παγιουμτζή, Χατζηχρήστο, Μπάτη και βέβαια Τσιτσάνη), μέχρι Καζαντζίδη, τα λαϊκά του Μίκη ή ακόμη και κανένα ροκ, π.χ. Doors. π.χ. «Μήπως δεν είναι κι αυτό», εξηγεί, «έκφραση της λαϊκής ψυχής;».
Μελετητής του ρεμπέτικου τρόπου, συνεργάστηκε πρόσφατα με τον Αργεντινό τανγκέρο Μπρούνο Νταντό. Μαζί αναζήτησαν τα κοινά στοιχεία σμυρνέικου και τάνγκο. Κι έστησαν μια μουσική παράσταση που βάζει μια ορχήστρα να παίζει και τα δύο είδη: κιθάρα, μπαντονέον (ο στενότατος συγγενής της σμυρνέικης αρμόνικας), βιολί κι ένα κοντραμπάσο υποστηρίζουν το ταξίδι Σμύρνη-Αργεντινή. Το θέαμα θα επαναληφθεί κάποια στιγμή φέτος την άνοιξη.
Εν τω μεταξύ, ο Κώστας Καλαφάτης μάς ταξιδεύει στη ζωή του...
Παιδικά χρόνια
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. «Γεννήθηκα σε μια γειτονιά που λεγόταν "Τροχιοδρομικά", γιατί εκεί είχαν δοθεί σπίτια σε όσους δούλευαν τροχιόδρομοι (τραβαγέρηδες, δηλαδή) στα τραμ, όπως ο πατέρας μου. Ηταν μια γειτονίτσα με στενά σοκάκια και χαμηλά σπίτια. Ο πατέρας μου ήταν και ψάλτης. Είχε μελετήσει βυζαντινή μουσική στο Αγιον Ορος. Το μεράκι του το μεταλαμπάδευσε και σε μένα».
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ. «Ηταν μια έξοδος για μας. Τι άλλο να 'κανες; Πήγαινες κανένα κινηματογράφο και στην εκκλησία, όπου έβλεπες και τη συμμαθήτριά σου... Αρχισα να βοηθάω τον πατέρα μου στο ψαλτήρι. Μου άρεσε πολύ το βυζαντινό μέλος. Αλλά δεν μου άρεσε το υπόλοιπο της Εκκλησίας. Ολα αυτά για την Κόλαση και του διαβόλους με φόβιζαν. Ο πατέρας μου ήθελε να πω οπωσδήποτε τον "Απόστολο". Οταν τα κατάφερα, μου χάρισε ένα ποδήλατο...».
Η ΠΡΩΤΗ ΚΙΘΑΡΑ. «Την αγόρασα στα 14 μαζεύοντας λεφτά σιγά σιγά. Ο πατέρας μου έγινε έξαλλος».
Στη Βιολογική της Πάτρας, όπου ο Καλαφάτης σπούδασε επί χούντας, αφοσιώθηκε πλήρως στη μουσική. Χάρη στον συμφοιτητή του κι αργότερα γνωστό στιχουργό Λευτέρη Χαψιάδη, μυήθηκε στους Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Μαρκόπουλο. Αρχισε να τραγουδάει στα κουτουκάκια και στα μπακαλικάκια όπου σερβίραν κρασί και μεζέ στη λαδόκολλα. Εκεί γνώρισε το ρεμπέτικο και αποκατέστησε μέσα του το δυσφημισμένο λόγω εποχής δημοτικό τραγούδι. Στην Πάτρα γνώρισε και τον Γιώργο Ξηντάρη και άρχισαν να παίζουν μαζί.
Ρεμπέτικη παροικία Σκοπέλου
Ετσι άφησε τις σπουδές του (πήρε αργότερα το πτυχίο του) και άρχισε να γυρνάει την Ελλάδα. Σε ένα ταξίδι στη Σκόπελο γοητεύτηκε τόσο από το νησί και τους ανθρώπους, που αποφάσισε να ζήσει εκεί. Χάρη και στον ίδιο και σ' άλλους μουσικούς πολιτογραφημένους Σκοπελίτες (π.χ. ο Νικόλας Σύρος), μέσα της δεκαετίας '70 δημιουργήθηκε στο νησί ένας πυρήνας του λαϊκού τραγουδιού. Μαγαζιά άνοιγαν το ένα μετά το άλλο. Στη Σκόπελο πρωτόπαιξε ο Καλαφάτης με τη νεαρότατη και άγνωστη ακόμα Ελένη Τσαλιγοπούλου και με τον Χρήστο Μητρέντζη -μετέπειτα «Αγαμο Θύτη».
Καλοκαίρι του '79 σ' ένα μαγαζί έπαιζε μια παρέα νέων μουσικών. Ο Καλαφάτης ήταν εκεί, όταν κάποιοι από το κοινό τούς παρακάλεσαν να δώσουν το μικρόφωνο σε μια φίλη τους, που τραγουδούσε ωραία. Ηταν η Ελευθερία Αρβανιτάκη κι εκείνο το βράδυ γεννήθηκε η «Οπισθοδρομική Κομπανία».
Λίγο καιρό μετά, κάποιος τού σύστησε «έναν νεαρό που παίζει καταπληκτικό μπουζούκι και γράφει τραγούδια». Ηταν ο Βαγγέλης Κορακάκης, με τον οποίο ο Καλαφάτης συνεργάστηκε αργότερα και δισκογραφικά.
Αυτή η «παράδοση» της Σκοπέλου άρχισε σταδιακά να φθίνει. Το 2001, ο Καλαφάτης άρχισε να μένει τους χειμώνες στην Αθήνα. Δεν πήγε όμως ποτέ σε μεγάλο χώρο.
Στην πρωτεύουσα με ίδιους όρους
ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΜΑΓΑΖΙΑ. «Δεν ήθελα να φτάσω στο σημείο να πω ό,τι είχε πει κάποτε ο Στράτος Διονυσίου σ' ένα πλήθος που χόρευε μπροστά του: "Τέρμα. Από δω και πέρα θ' ανεβαίνετε ένας ένας". Δεν θέλω να 'ρθω σε κόντρα με κανέναν. Αρα καλύτερα να επιλέγω τις δουλειές που κάνω».
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. «Δημιουργήθηκαν μαγαζιά που σερβίρουν κυρίως ουίσκι. Τι σχέση έχει αυτό με το ρεμπέτικο; Πιστεύω ότι αυτό το είδος τραγουδιού έχει άμεση σχέση με ό,τι τρως και πίνεις. Ερχεται σαν συνέχεια μιας βασικής ανάγκης και συνδυάζεται με μια άλλη βασική ανάγκη, να εκφράσεις τον καημό σου και να σιχτιρίσεις τα βάσανά σου».
Ο ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ. «Τώρα θυμήθηκα το καταπληκτικό βιβλίο "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι" του Μάνου Χατζιδάκι. Από εκεί κρατώ Βίβλο μια φράση του: "Χωρίς τον μπαγλαμά και το ασηχτήρ του μπουζουκιού, χωρίς τον χασικλίδικο καημό της μάγισσας και τον χορό μιας αλεξανδρινής φελάχας, θα 'χαμε γίνει πρόβατα έτοιμα για σφαγή, στ' όνομα του Πατρός, παντός υιού και κάθε μορφής έθνους". Φοβερή ρήση για τη δύναμη του λαϊκού μας τραγουδιού. Είδα και το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Βερνίκου για τον Χατζιδάκι. Το τι κλάμα έριξα...».
Χαρακτηριστικό της ερμηνείας του Καλαφάτη είναι ότι ξέρει πώς να προσαρμόζει τη φωνή του σε κάθε τραγούδι. Μας εξηγεί:
Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ. «Πιστεύω ότι πρέπει να 'ναι σαν τον ηθοποιό. Εγώ όταν καλούμαι να ερμηνεύσω ένα κομμάτι, δεν το μελετώ μόνον μουσικά. Προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τη συναισθηματική φόρτιση που είχαν αυτοί που το έγραψαν, που το έπαιξαν και το πρωτόπαν. Δεν πρέπει να προσαρμόζονται τα τραγούδια στον τραγουδιστή, αλλά ο τραγουδιστής σ' αυτά».
Χαρακτηριστικό του είναι επίσης ότι στην «Αλλη Σκάλα» δεν κάθεται σε πάλκο, αλλά σ' ένα τραπεζάκι. «Είναι βασικό να κάθεσαι στο ίδιο επίπεδο με τον άλλο. Σε τέτοια μέρη εμένα δεν μ' αρέσει το πάλκο. "Εκεί πάνω έχει πολύ αέρα" που 'χε πει κι ένα παλιός», λέει. *
- info: ΑΛΛΗ ΣΚΑΛΑ (Σερίφου 57, Καμίνια, τηλ.: 210-4827722). Κάθε Σάββατο: Κώστας Καλαφάτης σε ρεμπέτικο και λαϊκό ρεπερτόριο. Η τιμή ανά άτομο με καλό φαγητό και κρασί δεν ξεπερνά τα 25-30 ευρώ.
- Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010
Τα βραβεία του 7ου Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου
Με ισάξια πρώτα βραβεία τιμήθηκαν οι συνθέτες Χαράλαμπος Ναβροζίδης, Δημήτρης Σβυλτρίδης και Πέτρος Πολίτης για τα έργα που παρουσίασαν στο 7ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου που διοργάνωσε η Ένωση Φίλων της Ελληνικής Λόγιας Μουσικής και που πραγματοποιήθηκε στις 14 και 15 Ιανουαρίου 2010, στην Αίθουσα του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β.Μ.Θεοχαράκη.
Επίσης, Βραβείο Μουσικών απονεμήθηκε στον συνθέτη Στυλιανό Δήμου και Διάκριση στη συνθέτρια Λιάνα Ρουσιάνου-Πιπεράκη.
Την Κριτική Επιτροπή αποτελούσαν ο αρχιμουσικός Δημήτρης Αγραφιώτης, ο διευθυντής και αρχιμουσικός της Κ.Ο.Α. Βύρων Φιδετζής, ο συνθέτης Νίκος Φυλαχτός, ο συνθέτης Νέστωρ Τέυλορ και ο συνθέτης και πρόεδρος του Φεστιβάλ Θωμάς Μπακαλάκος.
Τα έργα ερμήνευσε το κουιντέτο πιάνο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών το οποίο αποτελούν οι μουσικοί: Απόλλων Γραμματικόπουλος πρώτο βιολί, Παναγιώτης Τζιώτης δεύτερο βιολί, Πάρις Αναστασιάδης βιόλα, Ισίδωρος Σιδέρης τσέλο και Αϊ Μοτοχάσι-Σιδέρη πιάνο.
Ενας μοναδικός στον ελληνικό μουσικό χώρο, θεσμός, είναι το Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, που χάρη στην επιμονή του εμψυχωτή του, του μουσικοσυνθέτη Θωμά Μπακαλάκου που έχει μια μακρά θητεία στο χώρο της έντεχνης μουσικής, και την στήριξη του μουσικόφιλου κοινού, επιβιώνει και έχει αγκαλιαστεί από όλους τους ανθρώπους της σοβαρής μουσικής.
Sunday, January 17, 2010
Τραγούδια και άριες του Πέρσελ
Μια βραδιά ιδανική για τους φίλους του μπαρόκ ετοιμάζει το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στο πλαίσιο του αφιερώματος στην μπαρόκ μουσική και της σειράς Παλιές Μουσικές-Νεωτερικές Ερμηνείες, το επόμενο Σάββατο 23 Ιανουαρίου θα είναι αφιερωμένο στη μουσική του Αγγλου συνθέτη Χένρι Πέρσελ.
Ο διάσημος κόντρα τενόρος Μάικλ Τσανς με τη συνοδεία του συνόλου μπαρόκ Sinfonia, ένα από τα παλαιότερα σύνολα μπαρόκ στον ελληνικό χώρο, θα γεμίσουν με τον ήχο τους την αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος». Ο Μάικλ Τσανς έχει αποκτήσει παγκόσμια φήμη και σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους κόντρα τενόρους σε όλο το φάσμα του κλασικού ρεπερτορίου και είναι περιζήτητος σε λυρικά έργα, κοντσέρτα και ηχογραφήσεις. Εχει τιμηθεί με τον τίτλο «Commander» του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (CBE) το 2009, ενώ το 1993 κέρδισε το βραβείο Γκράμι για τη συμμετοχή του στη «Σεμέλη» του Χέντελ για την Ντόιτσε Γκράμοφον.
Το σύνολο Sinfonia αποτελείται από τους Φανή Γκάρτζιου (φωνή και φλάουτο με ράμφος), Εφη Μηνακούλη (φωνή, λαούτο και θεόρβη), Γιάννη Παπαγιάννη (φλάουτο με ράμφος και μπαρόκ όμποε), Αγγελο Ρεπαπή (βιόλα ντα γκάμπα) και Κατερίνα Κτώνα (τσέμπαλο και εκκλησιαστικό όργανο). Επίσης συμμετέχουν και οι μουσικοί Ροσγουίθα Ντοκαλίκ (βιόλα), Φανή Βοβώνη (βιολί) και Χρήστος Βλάχος (βιόλα).
Το πρόγραμμα της συναυλίας θα ανοίξει με τη σουίτα από την ημι-όπερα «Διοκλητιανός», αποσπάσματα της οποίας θα ακουστούν και στο δεύτερο μέρος. Θα ακολουθήσουν «Η μουσική για λίγο» από το θεατρικό «Οιδίπους», «Ο επικήδειος της βασίλισσας: Μάταια Λέσβια κόρη με ικετεύεις», «Ελεγεία για το θάνατο της βασίλισσας Μαρίας», «Εδώ οι Θεότητες Εγκώμια λένε», η σονάτα σε ντο μείζονα αρ. 7 (από τις δέκα σονάτες σε τέσσερα μέρη) και ο εσπερινός ύμνος: «Τώρα που η μέρα έκρυψε το φως της». Το δεύτερο μέρος θα ανοίξει με αποσπάσματα από την ημι-όπερα «Η βασίλισσα των ξωτικών» και θα ακολουθήσουν οι ωδές «Ω μοναξιά», «Βάλτε στεφάνια στο βωμό», «Γλυκύτερο από τα ρόδα» από την τραγωδία «Παυσανίας ο προδότης της πατρίδας του» και «Βιόλα να παίξεις».
* Η παράσταση θα συνοδεύεται από ελληνικούς υπέρτιτλους. Οι τιμές των εισιτηρίων είναι 25 και 16 ευρώ, με 6 ευρώ το φοιτητικό.
«Υπήρχε και χαρούμενη Πιαφ»
«Εντίθ μου, βρίσκομαι εδώ απόψε, μόνο για σένα, το ξέρεις καλά. Για όλες τις χαρές και τις συγκινήσεις που μου έδωσες, πέρα από τη φιλία σου. Σε ανάμνηση της τρυφερότητάς σου. Για τότε που ήμουν ένας τρελός νέος. Σε ένδειξη σεβασμού στη λαμπρότητά σου. Για εκείνη την θαυμάσια «παρεούλα» που σε κάνει να ξαναζείς».
Είναι κουβέντες από ένα σημείωμά που άφησε ο Αλέν Ντελόν στο καμαρίνι της Εντίθ Πιαφ, σε μια συναυλία της στο Παρίσι. Πόσα τους ένωναν και πόσα τους χώρισαν, το ξέρει μόνο ο ίδιος. Αλλά μάλλον ήταν πολλά, αν σκεφτεί κανείς πως 47 χρόνια μετά το θάνατό της ο Ντελόν αποφάσισε να συνυπογράψει μια μουσική παράσταση με θέμα της ζωή της. Εχει τίτλο «Εντίθ Πιαφ - Μια ζωή σε ροζ και μαύρο» και στις 31 του μηνός θα παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής.
Η πρωτότυπη αυτή βιογραφία θα ακολουθήσει τα δύσκολα βήματα της Εντίθ Γκασιόν από τις φτωχογειτονιές του Παρισιού και τα μπαρ της Πιγκάλ μέχρι τη γνωριμία της με τους Ιβ Μοντάν και Σαρλ Αζναβούρ, τις θριαμβευτικές της εμφανίσεις, τους έρωτές της και φυσικά τα αξεπέραστα τραγούδια της: «La vie en rose», «L' hymne a l' amour», «Millord», «Non, je ne regrette rien». Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και ιστορικός Ζακ Πεσίς επιμελείται τα κείμενα, η Ναταλί Λερμίτ ερμηνεύει τα κομμάτια, ο Ορελιάν Νοέλ τη συνοδεύει με το ακορντεόν.
«Ξεκινήσαμε δειλά πριν από πέντε χρόνια σ ένα μικρό θέατρο του Παρισιού και ταξιδέψαμε από το Λουξεμβούργο μέχρι τη Σαγκάη και τη Ρωσία», λέει η Ν. Λερμίτ με καριέρα στο μιούζικαλ. «Διάβασα τριάντα βιβλία για τη ζωή της Πιαφ, μάζεψα όσα στοιχεία υπήρχαν για να την κατανοήσω, συνάντησα όσο περισσότερους ανθρώπους που τη γνώριζαν».
-Πώς νιώσατε όταν σας πρότειναν το ρόλο;
«Περίεργα, γιατί ήταν και ιδιαίτερος ο τρόπος που με προσέγγισε ο σκηνοθέτης για να μου ζητήσει να συνεργαστούμε. "Εσύ θα μπορούσες να είσαι η Εντίθ Πιαφ", μου είπε και έμεινα άναυδη. Οταν μου είπε και τις σκέψεις του για την παράσταση, δέχτηκα αμέσως».
-Δεν είχατε δισταγμούς;
«Είχα, έχω και είμαι σίγουρη ότι θα έχω και στο μέλλον. Οταν, όμως, με κυριεύει ο φόβος, τότε αποφασίζω να το δω σαν μια καθημερινή πρόκληση που έχω να αντιμετωπίσω. Αλλωστε, αφού κατάφερα να παίξω στο Παρίσι το οποίο είναι ταυτισμένο μαζί της και προκαλεί τρόμο στον οποιοδήποτε τραγουδιστή, τότε μπορώ να τραγουδήσω παντού. Το άγχος δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Διαρκεί μέχρι να ανέβω στη σκηνή. Μόλις πάρω την πρώτη βαθιά ανάσα, περνάει».
-Εχετε κοινά σημεία;
«Είμαι, όπως και η Πιαφ, άνθρωπος των άκρων. Αγαπώ τον πάγο και τα καυτά πράγματα...»
-Πότε την ακούσατε πρώτη φορά να τραγουδά;
«Ημουν πέντε ετών όταν μου είχε κολλήσει και τραγουδούσα συνεχώς το "Les blouses blanches" ("Οι λευκές μπλούζες"). Είναι ένα εξαιρετικά στενάχωρο τραγούδι κι η μητέρα μου γινόταν έξαλλη που όλη μέρα ψιθύριζα στίχους για ένα απεγνωσμένο κορίτσι, που κλαίει, βασανίζεται τα βράδια κι εν τέλει οδηγείται στην τρέλα. Ακόμα και σήμερα παραμένει το αγαπημένο μου. Τουλάχιστον τώρα που μεγάλωσα, καταλαβαίνω γιατί την νευρίαζε τόσο».
-Από την παράστασή σας τι καινούριο θα μάθουμε για την Πιαφ;
«Ο τίτλος της δουλειάς μας, "Μια ζωή σε ροζ και μαύρο", είναι απολύτως ακριβής. Ως γνωστόν, η ζωή της ήταν από τη μια βουτηγμένη στη δυστυχία κι από την άλλη έλαμπε. Πολλοί άνθρωποι τη γνώρισαν καλύτερα μέσα από την πρόσφατη ταινία "La vie en rose", η οποία ήταν μεν εξαιρετική αλλά ήταν και πολύ σκοτεινή. Χαίρομαι γιατί στην παράστασή μας θα συναντήσετε μια πιο χαρούμενη εκδοχή. Η Πιαφ ήταν ένα κορίτσι πολύ τυχερό, που έσφυζε από ζωή. Ηταν φοβερά αστεία, γελούσε δυνατά και συνεχώς και ήθελε δίπλα της ανθρώπους χαμογελαστούς».
-Πιστεύετε ότι όσοι ήταν δίπλα της περνούσαν καλά;
«Ξέρω πως όποιος τη γνώριζε, δεν την ξεχνούσε ποτέ. Φερόταν σκληρά στους ανθρώπους, αλλά και γενναιόδωρα. Σε αιφνιδίαζε, αλλά συγχρόνως ήταν κι από τους λίγους καλλιτέχνες που απλόχερα ανέδειξαν νέα ταλέντα. Κι όσο για την κουβέντα περί ανδρών, η Πιαφ δεν ήθελε μονίμως μια συντροφιά, ήθελε ν' αγαπά και να την αγαπούν». *
- Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, ΚΥΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Επτά, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Ενα «Σπουργιτάκι» με μεγάλα πάθη
Η μαμά της της έδωσε το όνομα Εντίθ για να τιμήσει μια βρετανίδα πατριώτισσα. Το piaf, που στη γαλλική αργκό σημαίνει σπουργιτάκι, το «κληρονόμησε» από την «κατασκευή» της: είχε ύψος μόλις 1,47. Γεννήθηκε στον αριθμό 72 της οδού Μπελβίλ, πλάι σε ένα φανάρι.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής της τα πέρασε στον οίκο ανοχής της γιαγιάς της, όπου φρόντισαν για την επέμβαση στα μάτια της, αφού ώς τότε δεν μπορούσε να δει. Στα έξι της χρόνια μάζευε κέρματα στο καπέλο του ακροβάτη πατέρα της. Δέκα ετών έδινε ήδη τις δικές της παραστάσεις στους δρόμους. Αλλά χωρίς ακροβατικά. Το μόνο που ήθελε ήταν να τραγουδά. «Τούτο το παιδί τα 'χει όλα μέσα στο λαρύγγι, τίποτα στα ποδάρια», της καταλόγιζε ο πατέρας της.
Η γυναίκα που έγραψε το «La vie en rose», που υπήρξε συνώνυμο του γαλλικού τραγουδιού, περιπλανήθηκε για χρόνια σε αξιοθρήνητες μπουάτ στη Μονμάρτρη. Επαιξε σε καμπαρέ. Επιδόθηκε σε ατελείωτα κυνηγητά με τους αστυνομικούς. Γλίτωσε στο παρά πέντε από την πορνεία. Υποκλινόταν στον Τσάρλι Τσάπλιν, αγαπούσε το μοβ, την κλασική και είχε πάντα μαζί της μια εικόνα της Αγίας Τερέζας κι ένα σταυρό με επτά σμαράγδια που της δώρισε κάποτε η αγαπημένη της Μαρλέν Ντίτριχ.
Ηταν ανυπόμονη, παθιασμένη, επιρρεπής στην ασωτία κι εξαιρετικά εύθραυστη. Η αδελφή της το διάστημα 1951-1963 είχε απαριθμήσει: 4 τροχαία, 1 απόπειρα αυτοκτονίας, 4 θεραπείες αποτοξίνωσης, 7 εγχειρήσεις, 2 βρογχοπνευμονίες, 3 νευρικούς κλονισμούς, 3 μεταφορές σε νοσοκομεία για ηπατικό κώμα. Δεν μπορούσε καν να απαλλαγεί από τα «σύνδρομα» του πεζοδρομίου: πίστευε ότι το μπάνιο είναι βλαβερό. Οτι το νερό έχει μικρόβια. Οτι μόνο το αλκοόλ σκοτώνει τα σκουλήκια... Ενώ -σύμφωνα πάντα με μαρτυρίες- το πρωί ξυπνούσε άφωνη κι έπρεπε να κάνει γαργάρες για να τραγουδήσει.
Λέμπερ και Τσανακλίδου
Πριν η Μαριόν Κοτιγιάρ διηγηθεί κινηματογραφικά τη σπαρακτική ζωή της γαλλίδας τραγουδίστριας, δεκάδες συγγραφείς, βιογράφοι, συνάδελφοι και φίλοι επιχείρησαν να ανιχνεύσουν το φαινόμενο Εντίθ Πιαφ. «Τα γαλάζια μάτια της ήταν η μισή της γοητεία, το γέλιο και η φωνή η άλλη μισή...», έγραφε ο γάλλος ηθοποιός Ζαν-Κλοντ Μπριαλί στην αυτοβιογραφία του. Και θυμόταν ότι του έλεγε: «Το ιδανικό για μένα θα ήταν να κάνω εμφάνιση με τον Αλέν Ντελόν, γιατί είναι ο ωραιότερος, να γελάω μαζί σου γιατί είσαι ο πιο αστείος και να γυρίσω το βράδυ στο σπίτι με τον Μπελμοντό, γιατί φαίνεται να είναι πρώτος στο κρεβάτι».
Η αλήθεια είναι πως η παρουσία των ανδρών τής ήταν απαραίτητη. «Σπίτι χωρίς άντρα είναι χειρότερο κι από μέρα χωρίς ήλιο», έλεγε. «Σπίτι όπου δεν βλέπεις κάλτσες, μια γραβάτα, ένα σακάκι πεταμένο, μοιάζει με σπίτι χήρας. Είναι πληκτικό».
Οι Γάλλοι ακόμα αναζητούν την τραγουδίστρια που θα την εκθρονίσει από την καρδιά τους. Και οι ερμηνευτές σε κάθε γωνιά του κόσμου έχουν επιχειρήσει εκατοντάδες διασκευές: Η Ούτε Λέμπερ πέρασε δύο χρόνια μελετώντας τον τρόπο που θα ερμηνεύσει τραγούδια της Πιαφ στα γαλλικά. Τελικά, παρουσίασε στο Φεστιβάλ Τζάζ του Μοντρέ του 2004 την παράσταση «Ψευδαισθήσεις», φόρο τιμής σε δύο θρυλικές γυναίκες που συνδέονταν με μια βαθιά φιλία: την Ντίτριχ και την Πιαφ. «Επρεπε να επιστρατεύσω αρκετό κουράγιο για να αγγίξω το ρεπερτόριό της», έλεγε τότε. «Η Πιαφ, σε αντίθεση με την Ντίτριχ, που ήταν γεμάτη αυτοπεποίθηση, έμοιαζε με θύμα: η φωνή των απόκληρων και του περιθωρίου. Πώς λοιπόν να προσεγγίσεις τραγούδια στιγματισμένα από την ερμηνεία και τη συναισθηματική της φόρτιση, όπως το "Non je ne regrette rien";».
Η Αννα Σαλαζάρ ταίριαξε το θρήνο του φλαμένκο με τη μελαγχολία του Παρισιού, στολίζοντας επιτυχίες της με ανδαλουσιανούς ήχους. Οι Ιταλίδες Μίλβα και Μπίμπι Φερέιρα της αφιέρωσαν ολόκληρα άλμπουμ. Μέχρι κι ο Γουίλι Ντεβίλ παραμέρισε για λίγο τις μπλουζ και σόουλ αναφορές του για να ερμηνεύσει το «The lovers» («Les amants»). Η Μιρέιγ Ματιέ χάρισε πιο τρυφερούς τόνους στα τραγούδια της. Το γνωστότερό της, «La vie en rose», έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 10 γλώσσες, ενώ το έχουν ηχογραφήσει από τον Τζακ Νίκολσον μέχρι την Ντόνα Σάμερ, την Γκρέις Τζόουνς, τη Λίζα Μινέλι και τον Σεμπ Μαμί. Οσο για τις υπόλοιπες επιτυχίες που σφράγισε με τη φωνή της, στο παρελθόν τις τραγούδησαν από τον Νατ Κίνγκ Κόουλ μέχρι τη Λετίσια Καστά.
Στη χώρα μας, μεγάλη θαυμάστριά της έχει δηλώσει εδώ και χρόνια η Τάνια Τσανακλίδου: την υποδύθηκε στο θέατρο, κυκλοφόρησε το 1981 άλμπουμ με τραγούδια της, ενώ και σήμερα τη μνημονεύει στις παραστάσεις της. Τη «γνωριμία» της με την Πιαφ τη χρωστάει στο Γιάννη Φέρτη.
«Ημουν τότε πολύ ερωτευμένη κι εκείνος μου έφερε δώρο για το καινούριο μου πικάπ τρεις δίσκους: έναν δικό της, το «Μεγάλο ερωτικό» του Χατζιδάκι και τα «Νυχτερινά» του Σοπέν. Δεν μπορώ να πω ότι τη λάτρεψα από το πρώτο άκουσμα. Ημασταν ακόμα πωρωμένοι με το πολιτικό τραγούδι. Επεσε και πλάι στον Χατζιδάκι και ατύχησε», μας είχε πει παλαιότερα. Το 1981, όμως, που της προτάθηκε να υποδυθεί την «Πιαφ» στο Αθηναϊκό Κηποθέατρο την ανακάλυψε ξανά. «Πήγα στην ΕΡΤ, είδα ό,τι αρχειακό υλικό υπήρχε, διάβασα βιβλία, άρχισα να μαθαίνω γαλλικά. Κατάλαβα ότι πρόκειται για μια συγκλονιστική προσωπικότητα. Με συγκίνησε η τόλμη της στη φωτιά. Πρώτα καιγόταν η ίδια και μετά ζέσταινε τις καρδιές των άλλων. Νομίζω ότι ένας μεγάλος καλλιτέχνης μόνο από αυτό το υλικό είναι φτιαγμένος». *[ΚΥΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Επτά, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010]