Sunday, February 15, 2009

Επιστρέφουν οι ποπ Σταχτοπούτες

Επιστρέφουν οι ποπ     Σταχτοπούτες

Οι «Τίντερστικς» για τη δεκαετία του 90 ήταν ό,τι είναι «τώρα» «εδώ» και ίσως «αύριο» οι «Αντονι Εντ Δε Τζόνσονς». Ενα εκλεπτυσμένο ποπ μελόδραμα. Οκτώ χρόνια από την τελευταία τους εμφάνιση στην Αθήνα, επιστρέφουν σε μια χώρα που τους λάτρεψε πολύ. Στις 20 Φεβρουαρίου θα εμφανιστούν στο κλαμπ «Πρίνσιπαλ» στη Θεσσαλονίκη. Την επόμενη βραδιά θα κάνουν το ίδιο στην Αθήνα, στο «Θέατρο Βadminton». Οσα έχουμε να πούμε για τη μουσική τους ιστορία έχουν τη γεύση πικρόγλυκης καραμέλας που το άρωμα της «ξέφτισε» προτού το χαρούμε αληθινά.

Επιστρέφουν οι ποπ     Σταχτοπούτες
  • «Τυχαίο» κουτάκι
Οι «Τίντερστικς» πήραν το όνομά τους όταν ο τραγουδιστής τους Στιούαρτ Στέιπλς βρήκε ένα γερμανικής προέλευσης άδειο πακέτο σπίρτων σε παραλία της Ελλάδας. Οδηγήθηκε στο όνομα του γκρουπ από τη λέξη που υπήρχε πάνω στο «τυχαίο» κουτάκι που βρέθηκε μπροστά του. Το συγκρότημα σχηματίσθηκε το καλοκαίρι του 1992 στο Νότινχαμ, στην Αγγλία. Το πρώτο τους ομώνυμο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1993. Ο μουσικός Τύπος της Βρετανίας το υποδέχτηκε με παχιές, περήφανες, κολακευτικές ατάκες. Η μουσική εφημερίδα «Μέλοντι Μέικερ» έγραψε: «Αυτό το άλμπουμ είναι υπέροχο, λυρικό, ελιτίστικο, ρομαντικό, περίεργο, εξωφρενικό, εκκεντρικό. Επιτέλους ήρθε η στιγμή ν ακούσουμε ένα καταπληκτικό άλμπουμ».

Το «Τίντερστικς» των «Τίντερστικς» ήταν η κινηματογραφική ποπ που ο κόσμος της μουσικής διψούσε ν ακούσει. Η άποψή τους δεν ήταν καινούργια. Ο ήχος τους ήταν κάτι ανάμεσα στα περίφημα κινηματογραφικά θέματα του Ενιο Μορικόνε, την παρακμιακή ποπ του Σερζ Γκένσμπουργκ και το «ωμό» σπαρακτικό μπλουζ του Νικ Κέιβ.

Ο τραγουδιστής της μπάντας Στιούαρτ Στέιπλς έχει δηλώσει για το πρώτο άλμπουμ των «Τίντερστικς»: «Στη διάρκεια των ηχογραφήσεων χάσαμε τον έλεγχο. Ο καθένας μας έγραφε τις δικές του ιδέες. Δεν ήμασταν ακόμα μπάντα. Οταν η δουλειά παραγωγής του άλμπουμ ολοκληρώθηκε, ακούγοντάς το δεν γνωρίζαμε αν στα χέρια μας είχαμε χρυσάφι ή σκουπίδια. Αργότερα αλλάξαμε άποψη. Είπαμε πως ήταν καλό. Οι άλλοι πίστεψαν πως ήταν υπέροχο.

Μόλις το ακούσαμε αυτό, αισθανθήκαμε καμένοι». Οι «Τίντερστικς» κυκλοφόρησαν το δεύτερο, ξανά ομώνυμο, άλμπουμ τους, το 1995. Ηταν ένα ακόμα τέλειο δείγμα μελοδραματικής, «φυματικής» ποπ. Πλέον, και αυτό έγινε, μπορούσαν να ποζάρουν σε φωτογραφήσεις λάιφ στάιλ περιοδικών ως οι Σταχτοπούτες του «εναλλακτικού» που δεν είναι μίζερο. Το τρίτο άλμπουμ τους είχε τον τίτλο «Κέρτενς».

Κυκλοφόρησε το 1997. Την ίδια περίοδο ο μουσικός Τύπος ήθελε ν ακούσει ακόμα ένα όμορφο άλμπουμ από την μπάντα. Η αλήθεια του «Κέρτενς» ήταν μία. Πως ήταν ο τρίτος ακουστικός παράδεισος που το συγκρότημα κερνούσε στο κοινό του.

Στο πέρασμα του χρόνου, από το 1997 έως το 2003 οι «Τίντερστικς» κυκλοφόρησαν τρία ακόμα άλμπουμ, που επρόκειτο περισσότερο για σκόρπιες ηχογραφήσεις τους παρά για ολοκληρωμένες στοχευμένες μουσικές εργασίες. Ολα αυτά έως το 2008 που επανέρχονται με νέο άλμπουμ το «Δε Χάνγκρι Σόου» και μια περιοδεία πιστοποίησης της επιστροφής τους στη μουσική σκηνή.

  • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Το «Θέατρο Βadminton» βρίσκεται στο Αλσος Στρατού, Γουδή, τηλ.: 211-1010020. Τιμές εισιτηρίων: 60, 50, 45, 40 και 35 ευρώ. Προπώληση: «Πάμπλικ»: Καραγεώργη Σερβίας 1, Πλατεία Συντάγματος, «Βέρτζιν Μέγκαστορς»: Ανδρέα Παπανδρέου 35 - Μαρούσι, «Τicketnet.gr»: Λ. Κηφισίας 46 - Αμπελόκηποι και στα ταμεία του «Θεάτρου Βadminton». Ωρα έναρξης: 10.00 μ.μ.

  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΘΝΟΣ, 15/02/2009

Πασχάλης Τερζής: «Θα τραγουδάω ως το τέλος»

«Θα τραγουδάω ως το τέλος»

Οσοι λένε ότι κουράζονται από τα φώτα και τον κόσμο να πάνε να δουλέψουν οικοδομή, να δουν τι ωραία που είναι

Την πρώτη φορά που συνάντησα τον Πασχάλη Τερζή θεώρησα πως είναι πολύ καλός για να ναι αληθινός. Σήμερα, αρκετά χρόνια μετά, είμαι πλέον σίγουρη ότι ο Πασχάλης Τερζής εκτός από ένας εξαιρετικός λαϊκός τραγουδιστής, είναι ένας αυθεντικός άνθρωπος. Είναι ο καλός γείτονας της διπλανής πόρτας, ο πιστός φίλος, ο ευχάριστος συνεργάτης που ξέρει να εκτιμά και να προσφέρει. Ο ίδιος λέει ότι κανείς δεν του χρωστούσε την επιτυχία. Το σίγουρο όμως είναι ότι αυτήν την επιτυχία την αξίζει με το παραπάνω.

  • Φέτος είναι για σας η χρονιά των συνεργασιών: κάνατε για ακόμη μία φορά δισκογραφική δουλειά με τον Γιώργο Θεοφάνους, ενώ εμφανίζεστε για δεύτερη σεζόν με την Ελενα Παπαρίζου στην «Ιερά Οδό». Είστε άνθρωπος που προτιμάτε τις μακροχρόνιες συνεργασίες;

Πράγματι είναι η χρονιά των επαναλήψεων. Οταν μένεις ευχαριστημένος από μια συνεργασία δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην την ξανακάνεις. Επειτα εγώ είμαι άνθρωπος των σχέσεων. Δεν θέλω να αφήνω τις φιλίες που έχω δημιουργήσει. Γιατί μέσα στη δουλειά μου κάνω φίλους και το έχω αποδείξει αυτό. Εχω πει πενήντα τραγούδια του Νικολόπουλου κι άλλα τόσα του Θεοφάνους.

  • Μήπως όμως η επανάληψη είναι εχθρός της ανανέωσης και της δημιουργικότητας;

Φυσικά και χρειάζεται η ανανέωση, γι αυτό άλλωστε φροντίζω στους δίσκους μου οι συνεργασίες με τα ίδια άτομα να μην είναι απανωτές, να μεσολαβεί ανάμεσά τους κάποιο διάστημα.

  • Πόσο σας αγχώνουν οι προηγούμενες επιτυχίες σας; Με τον Γιώργο Θεοφάνους, για παράδειγμα, έχετε κάνει πολύ επιτυχημένα τραγούδια στο παρελθόν, όπως ο «Παλιόκαιρος» και τόσα άλλα. Οταν ξεκινήσατε να κάνετε το νέο άλμπουμ δεν νιώθατε ότι πρέπει να ξεπεράσετε τους εαυτούς σας;

Σίγουρα όλοι θέλουμε να κάνουμε επιτυχίες. Δεν είναι όμως αυτός ο βασικός στόχος μου. Εγώ θέλω να κάνω καλά τραγούδια. Εχω πέσει εξάλλου πολλές φορές έξω στις εκτιμήσεις μου. Τραγούδια που πίστευα πως θα πάνε καλά δεν τα άκουσε ούτε η μάνα μου!

  • Ποια είναι τα συστατικά ενός καλού τραγουδιού;

Το καλό τραγούδι είναι κάτι υποκειμενικό. Για μένα καλό τραγούδι είναι αυτό που με αγγίζει, φθάνει στην ψυχή μου, με κάνει να ανατριχιάζω.

  • Εσείς, ένας γνήσιος λαϊκός τραγουδιστής, βρίσκετε εύκολα τραγούδια που να αξίζουν;

Φυσικά και βρίσκω, γιατί υπάρχουν αξιόλογοι συνθέτες και στιχουργοί. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να μην είναι γνωστοί, υπάρχουν όμως. Εγώ πολλές φορές έχω βάλει στους δίσκους μου τραγούδια νέων δημιουργών και δεν το έχω μετανιώσει.

  • Η ελληνική δισκογραφία στηρίζει όσο θα έπρεπε το λαϊκό τραγούδι;

Οι δισκογραφικές εταιρείες δεν έχουν πλέον περιθώρια να κάνουν τίποτα παραπάνω από την παραγωγή. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πολύ. Κάποτε έμπαινες στην εταιρεία και έβλεπες παντού κόσμο. Τώρα βλέπεις τους τοίχους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν το βάρος πέφτει στις πλάτες του καθενός από εμάς.

  • Τα τελευταία χρόνια έχετε καταφέρει να γίνετε ένας από τους πιο αγαπητούς Ελληνες τραγουδιστές. Η ζωή σας άλλαξε, η επιτυχία ήρθε και παραμένει. Εσείς, ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, έχετε νιώσει ποτέ να κουράζεστε από όλα αυτά που συνεπάγονται η επιτυχία, τα φώτα, οι δημόσιες σχέσεις;...

Εμένα δεν μου χρωστούσε κανείς την επιτυχία. Ηρθα απ το χωριό μου έχοντας μια σχετικά καλή φωνή και μεγάλη αγάπη για το τραγούδι. Ημουν ευτυχισμένος και στα πρώτα μου βήματα, αφού μπορούσα και ζούσα τα παιδιά μου κάνοντας αυτό που αγαπώ. Από εκεί και πέρα όσοι λένε ότι κουράζονται από τα φώτα της δημοσιότητας και τον κόσμο να πάνε να δουλέψουν οικοδομή, να δουν τι ωραία που είναι. Εμένα ο κόσμος μου δίνει χαρά. Γι αυτό και η πόρτα στο καμαρίνι μου είναι πάντα ανοιχτή.

  • Πώς φαντάζεστε τη ζωή σας σε δέκα χρόνια από τώρα;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα τραγουδάω. Αυτό που θέλω όμως, επειδή όλοι είμαστε ψώνια, είναι να με βοηθήσουν ο Θεός και η οικογένειά μου να καταλάβω πότε είναι η σωστή στιγμή να πω «τέλος».

  • Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει βαθιά όλους τους τομείς. Μήπως σε αυτήν τη δύσκολη συγκυρία η νυχτερινή διασκέδαση παραείναι ακριβή;

Ολη αυτή η δύσκολη κατάσταση θα πρέπει να μας κάνει προσεκτικούς και υπεύθυνους, να κάνουμε δηλαδή σωστές δουλειές. Από εκεί και πέρα όταν ένα εισιτήριο για το θέατρο κάνει από 30 έως 80 ευρώ, δεν νομίζω ότι είναι υπερβολικό να δώσεις 20 ευρώ για να παρακολουθήσεις ένα μουσικό πρόγραμμα. Γιατί τόσο κοστίζει να καθίσεις να πιεις ένα ποτό στο μπαρ. Δεν χρειάζεται να πιεις δύο - τρία μπουκάλια ουίσκι και να πετάξεις ένα κάρο γαρύφαλλα για να διασκεδάσεις.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΥΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 14/02/2009

Saturday, February 14, 2009

Το Κουαρτέτο Μποροντίν στην Αθήνα


Για τους φίλους της μουσικής δωματίου, το επόμενο Σάββατο, επιφυλάσσει μια μουσικά ενδιαφέρουσα βραδιά. Το Κουαρτέτο Εγχόρδων Μποροντίν θα παρουσιάσει ένα πρόγραμμα αφιερωμένο σε τρεις σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής μουσικής, τους Σεργκέι Προκόφιεφ, Ιγκορ Στραβίνκσυ και Αλεξάντερ Μποροντίν. Το καταξιωμένο Κουαρτέτο διαμορφώθηκε το 1945 από σπουδαστές του Ωδείου της Μόσχας ως «Κουαρτέτο της Φιλαρμονικής της Μόσχας», ενώ μετονομάστηκε σε Κουαρτέτο Μποροντίν δέκα χρόνια αργότερα. Το Κουαρτέτο αποτελούν οι Ρουμπέν Ααρονιάν, Αντρέι Αμπράμενκοφ, Ιγκορ Ναϊντίν και Βλαντιμίρ Μποροντίν. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 8.30 μ.μ.

Θυελλώδης Καρυτινός σε γαλλικά έργα

Συναυλία της ΚΟΑ - Κριτική Νίκος Α. Δοντάς

Βραδιά των πνευστών υπήρξε η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ) στις 23 Ιανουαρίου. Κατ’ αρχήν τιμήθηκε ο κλαρινετίστας Χαράλαμπος Φαραντάτος, δάσκαλος αρκετών από τους καλύτερους μουσικούς που στελεχώνουν πολλές ελληνικές ορχήστρες. Ως σολίστες ακούστηκαν δύο ανάμεσα στους διάσημους μαθητές του, ο σαξοφωνίστας Θεόδωρος Κερκέζος που από το 1995 έχει διαδεχτεί τον Φαραντάτο στη θέση του ως δασκάλου στο Ωδείο Αθηνών, και ο Σπύρος Μουρίκης, σόλο κλαρινέτο της ΚΟΑ. Τέλος, στο σύνολό τους τα πνευστά της ΚΟΑ στήριξαν περισσότερο από αξιοπρεπώς τα γαλλικά έργα του προγράμματος, που βασίζονται κατ’ εξοχήν στην απόδοση των ξύλινων και των χάλκινων πνευστών μιaς ορχήστρας.

Η συναυλία, την οποία διηύθυνε ο Λουκάς Καρυτινός, στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Βέβαια, κανέναν δεν ξάφνιασε ότι η ΚΟΑ χρειάστηκε πρώτα μερικά λεπτά μέχρι να βρει τον βηματισμό της: κρίσιμα λεπτά όμως σε ένα έργο όπως η Πρώτη Συμφωνία του Προκόφιεφ, που χρειάζεται από την αρχή ακρίβεια και διαύγεια. Καθώς η ορχήστρα είναι σχετικά εξοικειωμένη με το συγκεκριμένο έργο που έχει ερμηνεύσει αρκετές φορές, ο Καρυτινός μπόρεσε να προχωρήσει πέρα από την απόδοση σε ουσιαστικότερα θέματα ερμηνείας. Με γοργές ταχύτητες και συγκρατημένες αποκλίσεις στη δυναμική πέτυχε ένα αποτέλεσμα σβέλτο, αέρινο, κομψό, ανάλαφρο. Ακολούθησε η γεμάτη σφρίγος απόδοση του «Αρχαϊκού Μενουέτου» του Ραβέλ.

  • Διαφάνεια, χρώματα

Eχοντας βρει τον ρυθμό της, στο τέλος της βραδιάς η ορχήστρα επέτρεψε στον Καρυτινό να κινηθεί με ακόμα μεγαλύτερη άνεση στην Σουίτα αρ.2 από το μπαλέτο «Δάφνις και Χλόη» του Ραβέλ. Με μεγάλη μαεστρία αποδόθηκε το παιχνίδι από τις πιο χαμηλόφωνες σελίδες που άγγιζαν τα όρια της σιωπής, ως τα πλέον οργιαστικά ξεσπάσματα. Ελέγχοντας σφιχτά την ορχήστρα, ο Καρυτινός κράτησε με σαφήνεια διακριτό το ηχόχρωμα κάθε ομάδας οργάνων: τα υπόκωφα χάλκινα ακούγονταν απειλητικά κάτω από τα έγχορδα, ενώ τα ξύλινα αιωρούνταν πάνω από τα υπόλοιπα όργανα. Το εξαιρετικό σόλο φλάουτο του Παναγιώτη Δράκου συνέβαλε αποφασιστικά στην ατμοσφαιρική μουσική.

Στο κέντρο της συναυλίας είχαν τοποθετηθεί δύο ραψωδίες του Ραβέλ, μία για κλαρινέτο και μία για άλτο σαξόφωνο, ενορχηστρωμένη από τον Ζαν Ροζέ-Ντυκάς. Σε πρώτη εκτέλεση με την ΚΟΑ, ο Σπύρος Μουρίκης απέδωσε την πρώτη με τρόπο υποδειγματικό: ατμοσφαιρικός και με μεγάλη πλαστικότητα στην αρχή, στο δεύτερο τμήμα του έργου έθεσε την άριστη δεξιοτεχνία του στην υπηρεσία τη έκφρασης. Δεξιοτεχνικά άμεμπτος και εκφραστικός ήταν επίσης ο Θόδωρος Κερκέζος, σε ένα έργο που επιβεβαίωσε πόσο ταιριάζει το ηχόχρωμα του σαξόφωνου στην αισθητική του Ντεμπυσσύ.

Νίκος Πορτοκάλογλου: «Οι Αμερικανοί μάς έβαλαν τα γυαλιά»

Δύο χρόνια είχε να κάνει παραστάσεις στην Αθήνα ο Νίκος Πορτοκάλογλου, και επιστρέφει στη σκηνή κεφάτος, με καινούργιο δίσκο, και με όρεξη να μιλήσει για όλα: Για όσα τον έβγαλαν από την κατάθλιψη του και αποτελούν το υλικό της «Στροφής», του νέου του δίσκου που θα κυκλοφορήσει μάλλον τον επόμενο μήνα, για όσα είδε τον περασμένο Δεκέμβριο στους δρόμους της Αθήνας, για τον Ελληνα που έκανε βίωμα τις αρπαχτές σε όλα τα στάδια της ζωής του, για τον ελπιδοφόρο, όπως πιστεύει, Ομπάμα. Αλλά και για τη «Σβούρα», τον δίσκο της Βασιλικής Καρακώστα. Της νεαρής τραγουδίστριας που συμμετέχει στις παραστάσεις του στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου.

— Δεν σας έχουμε συνηθίσει να κάνετε δίσκο σε άλλους.

— Πρώτη φορά στη ζωή μου κάνω δίσκο σε μια τραγουδίστρια. Στη Βασιλική, με εντυπωσίασε το ότι βάζει πάνω απ’ όλα τη μουσική και διαθέτει ένα σπάνιο μείγμα: γνωρίζει τα παραδοσιακά από τον παππού της και είναι ένα μοντέρνο κορίτσι.

— Πόσο διαφορετικό είναι να αρχίζετε ένα δίσκο απ’ ότι ένα πρόγραμμα;

— Συνήθως τελειώνω το στούντιο και μετά ασχολούμαι με μια παράσταση. Τώρα που τα κάνω παράλληλα, ξεβολεύομαι, αλλά νιώθω και τυχερός. Με συνεφέρει λίγο η έξοδος. Στο στούντιο μπορείς να γίνεις αυτιστικός.

— Υπάρχει μια αντίφαση. Οταν αγοράζει κάποιος ένα cd θέλει όλα να είναι καινούργια, ενώ σε ένα πρόγραμμα θέλει όλα τα παλιά.

— Αυτό ακριβώς είναι το μπέρδεμα που νιώθω τώρα. Eχοντας δύο χρόνια να παίξω στην Αθήνα θέλω να βγω και να παίξω όλα τα καινούργια. Αλλά όσες φορές μου έχει συμβεί, στη δεύτερη τρίτη παράσταση καταλαβαίνω ότι το παρακάνω.

— Οι καλλιτέχνες όταν λένε «και τώρα θα σας παίξω ένα καινούργιο τραγούδι» είναι σαν να απολογούνται και το κοινό σαν να βάζει νερό στο κρασί του.

— Από την άλλη αν δεν έχεις να πεις καινούρια, θεωρούν ότι τελείωσες. Μία από τις ωραιότερες συναυλίες που είδα το καλοκαίρι ήταν του Λέοναρντ Κοέν. Εκεί διαπίστωσα ότι τα τραγούδια του ήταν μοιρασμένα ισότιμα σε όλη του την πορεία του.

  • Παράπονα

— Ελπίζω να είστε τυχερός στις εμφανίσεις σας, γιατί ειδικά φέτος η κατάσταση έχει ξεφύγει. Υπάρχουν πολλά παράπονα για κακομεταχείριση και αγένεια του κοινού, τόσο στις πίστες όσο και στις λεγόμενες μουσικές σκηνές.

— Κι εγώ έχω ενοχληθεί ως θεατής. Από την άλλη, τα δύο τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν κάποιοι χώροι πιο άνετοι. Στο «Κύτταρο» θα προσπαθήσουμε να μοιράσουμε τον κόσμο σε καθιστούς και όρθιους. Το στρίμωγμα το συνήθισε ο κόσμος. Το λάδωμα των 100 ευρώ για να μη σε πετάξουν στα χειρότερα τραπέζια είναι το καινούργιο. — Ε, δεν πιστεύω ότι είναι εν γνώσει των καλλιτεχνών. Με εκπλήσσει πάντως η εφευρετικότητα στους νέους τρόπους λαδώματος. Μου θυμίζει το καινούριο μου τραγούδι «Ο ξένος». Ενα παραλήρημα για όσα συμβαίνουν: «οργισμένος είμαι θεατής / στην πατρίδα της κομπίνας, της παραγραφής». Ενα τραγούδι με το οποίο ξανασυστήνομαι μετά τόσα χρόνια. Τέτοια έγραφα στο ξεκίνημά μου. Τραγούδια ταυτότητας, όπως το «υπάρχει λόγος σοβαρός που είμαι νέος χλιαρός». Εχουν μια δύναμη απελευθέρωσης.

— Μιλάτε για αρπαχτές.

— Το πλιάτσικο που βιώνουμε. Αυτή η ιστορία έχει διεισδύσει παντού. Πρόσφατα η κόρη μου πήγε να βγάλει δίπλωμα οδήγησης. Οταν τελείωσε τα μαθήματα, της είπε ο δάσκαλος: «οδηγείς μια χαρά, αλλά αν δεν πληρώσεις δεν το παίρνεις». Ηρθε η Θάλεια έξαλλη στο σπίτι κι εγώ έγινα ακόμη περισσότερο. Εκβιασμός.

— Τι αισθήματα σας δημιούργησε η κινητοποίηση των νέων παιδιών;

— Ανάμεικτα. Από τη μια, υπάρχει το «μπράβο» για την αυθόρμητη αντίδρασή τους «δεν πάει άλλο», με αφορμή τον φόνο του παιδιού, από την άλλη, αισθάνομαι ότι και εμείς πρέπει να συμπεριφερθούμε σαν μεγάλοι. Ταυτίζεται μαζί τους ο έφηβος εαυτός μου, αισθάνομαι όμως πως μέσα σε αυτή την τσαντίλα τους υπήρχε και το αίτημα προς τους γονείς και τους δασκάλους τους να γίνουν επιτέλους ενήλικες. Μεγαλώνοντας τα παιδιά μας, βλέπω πως από τον φόβο μη γίνουμε σαν τους μπαμπάδες μας, αυστηροί και απόμακροι, γίναμε λίγο σαχλαμάρες. Βαρέθηκα να ακούω το κλισέ «α, εγώ είμαι φίλος με τα παιδιά μου». Μα τα παιδιά δεν θέλουν φίλους, γονείς θέλουν. Είναι η ανικανότητά μας να αναλάβουμε τον ρόλο μας. Να βάλουμε όρια.

— Η έλλειψη ορίων ήταν η αιτία του θυμού τους;

— Αν σκεφθείς ότι οι δύο γονείς δουλεύουν πια από το πρωί ώς το βράδυ και προσθέσεις και την ενοχή για την απουσία τους, η έλλειψη ορίων καταλήγει σε ένα πλαδαρό πράγμα, που είναι αιτία θυμού για τα παιδιά. Πάρε για παράδειγμα ένα μικρό παιδί. Σου ζητάει απεγνωσμένα να του βάλεις όρια. Να του πεις να πάει να κοιμηθεί τη συγκεκριμένη ώρα. Αν το αφήνεις και ξενυχτάει, η κατάσταση γίνεται ανεξέλεγκτη. Το βλέπω σε σπίτια γνωστών, αφήνουν τα παιδιά να ρετάρουν μέχρι τα ξημερώματα και με χαμόγελο λένε στους φίλους: «έτσι είναι τα παιδιά». Ετσι είναι η ανικανότητά μας να του πούμε πήγαινε για ύπνο στις εννιά. Νιώθω τυχερός που είχα αυστηρούς γονείς και δασκάλους. Γιατί αυτοί μου έδωσαν την ευκαιρία να επαναστατήσω. Αυτό με βοήθησε να φύγω στα 20 από το πατρικό μου και να γίνω καλλιτέχνης. Ο Βέλτσος έβρισε τους φοιτητές του που πήγαν εκείνες τις ημέρες στο μάθημα. Τους είπε σπασίκλες. Αν οι δάσκαλοι και οι γονείς το παίζουν πιο επαναστάτες από τα παιδιά τους, τι επανάσταση να κάνουν εκείνα; Θα στραφούν στον νεοσυντηρητισμό για να τη σπάσουν στους μεγάλους.

— Εσείς σκεφτήκατε να κατεβείτε στις πορείες;

— Ναι. Τελικά δεν κατέβηκα. Ημουν κλεισμένος στο στούντιο. Επανήλθε όμως το παλιό ερώτημα: Αγώνας είναι η διαδήλωση ή η καθημερινή πάλη με το θηρίο; Το ωραίο με αυτή την ιστορία ήταν πως έγινε έξω απ’ όλα αυτά τα στερεότυπα. Ηταν αυθόρμητη αντίδραση, ερήμην όλων των κομμάτων. Στη δεύτερη φάση, άρχισε μια προσπάθεια οργάνωσης από τα κόμματα. Αυτός ήταν ο λόγος που αισθανόμουν παράταιρα να πάω και να παίξω στη συναυλία τους. Η Αριστερά έχει ένα ξύλινο και λαϊκίστικο λόγο. Παρά την προσπάθεια ανανέωσης σε επίπεδο ίματζ του Τσίπρα, δεν άκουσα μια διαφορετική κουβέντα. Δεν είδα ειλικρίνεια και πάθος να με πείσουν. Οπως έγινε στην Αμερική.

— Ο Ομπάμα σας πείθει;

— Οι Αμερικανοί μάς έβαλαν τα γυαλιά. Μας έδωσαν μάθημα δημοκρατίας. Στη μεγαλύτερη δύναμη του πλανήτη, έγινε πρόεδρος ένας μαύρος που είναι εκπρόσωπος του 12% του πληθυσμού, τον οποίο πριν από δύο χρόνια δεν τον γνώριζε κανείς. Κατάφερε και νίκησε την αντίπαλό του, την οικογενειοκρατία στο δημοκρατικό κόμμα, τη βαρβαρότητα του Μπους. Εδώ, οι πολιτικοί μας είναι αρχηγοί επειδή κουβαλούν το όνομα του παππού τους. Και οι βουλευτές ψηφίζονται γιατί γίνονται γνωστοί από την τηλεόραση.

  • Η τεμπελιά μας

— Τι είναι αυτό που μας λείπει;

— «Η διάρκεια είναι πάθος», λέει σε ένα στίχο του ο Μιχάλης Γκανάς. Αυτό ακριβώς μου λείπει. Η συνέχεια. Εμείς για να ξεφύγουμε από τον οχετό της διαφθοράς θέλουμε μακρόπνοο σχέδιο ώς το 2050. Και να πάψουμε να θεωρούμε πως μόνο οι πολιτικοί είναι οι διεφθαρμένοι. Ολοι μας είμαστε. Από την πολεοδομία και την εφορία μέχρι τον εκπαιδευτή στη σχολή οδήγησης. Τίποτα δεν βλέπω μπροστά μου. Εκτός αν μας ξυπνήσει η χρεοκοπία. Η ελπίδα για μένα είναι όσοι δουλεύουν με πάθος. Από τον γιατρό μέχρι τον δάσκαλο που επιμένει, παρότι το σύστημα τον αποθαρρύνει. Ψάχνουμε εξηγήσεις και ιδεολογικά επιχειρήματα, καταλήγω όμως πως το κουκούτσι του προβλήματος είναι η τεμπελιά. Η τεμπελιά ντύνεται και με φιλοδοξίες και με την απληστία.

— Το σκάνδαλο του Βατοπεδίου τι σκέψεις σάς προκάλεσε;

— Βρέθηκε πάλι ένας τρόπος να φανεί μόνο το άσχημο πρόσωπο της Εκκλησίας. Και παλιότερα είχαμε άσχημα φαινόμενα με τον Χριστόδουλο. Η Εκκλησία είναι κι αυτή μια κοινωνία προσώπων με τους καλούς και τους κακούς, τους έντιμους και τους ανέντιμους. Μια μικρογραφία της κοινωνίας, όπως είναι όλο το Αγιον Ορος. Δεν είναι όλοι άγιοι εκεί ούτε όλοι διεφθαρμένοι. Το δύσκολο είναι να πιστέψουμε σε κάτι. Βγαίνει για παράδειγμα ο Αμερικανός πρόεδρος και θέτει στις προτεραιότητες του την υπερθέρμανση του πλανήτη και εμείς γκρινιάζουμε. Να το ύποπτο για μένα: Θέλεις, δηλαδή, από πάνω σου τον χειρότερο, γιατί έγινε οργανική σου ανάγκη το βρίσιμο. Σου τη σπάει το καλύτερο.

  • Κατρακύλα

— Οι αναλογίες στην ελληνική πραγματικότητα ποιες είναι;

— Μετά την πενταετία που περάσαμε, όλοι κάνουμε τη σύγκριση με την εποχή Σημίτη. Ζούσαμε σε μια εποχή που υπήρχε μια προοπτική. Ηταν βέβαια και οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ηταν η τελευταία φορά που ανέβηκε το ηθικό μας. Από κει και πέρα άρχισε η κατρακύλα. Τον Δεκέμβριο του 2008 φτάσαμε στο ναδίρ της αυτοεκτίμησης. Θυμήθηκα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, που εκτός από την ευφορία υπήρχε και η συνείδηση του «είμαστε 50 χρόνια πίσω». Αυτοί εδώ έχουν αναγάγει σε επιστήμη την αδράνεια. Ολη τους η προσπάθεια ήταν πώς θα αποκτήσει τις σωστές χειρονομίες ο Καραμανλής. Βλέπεις, όμως, ότι πέτυχε. Η μόνη που πήρε το ρίσκο να κάνει κάτι, η Γιαννάκου, έφαγε το κεφάλι της.

  • Οταν αρχίζει το παρελθόν να είναι μεγαλύτερο από το μέλλον...

— Τι ελπίδα έχει σε όλα αυτά ένας μοναχικός τροβαδούρος;

— Ο χρόνος δείχνει πως είμαι συλλογικός. Στη δεκαετία του ’80 μας αντιμετώπιζαν με καχυποψία και συγκατάβαση. «Αυτά τα μοναχικά παιδιά που είναι έξω από το συλλογικό», λέγανε οι παλιότεροι που θεωρούσαν κτήμα τους τον χώρο. Μα αν η δύναμη προέρχεται από ένα κόμμα δεν υπάρχει το συλλογικό, αλλά το μαντρί.

— Σε κάθε δίσκο σας έχετε ένα κλίμα. Με τη «Στροφή» τι θέλετε να πετύχετε;

— Γράφοντας τα τραγούδια διαισθανόμουν ότι έμπαινα σε μια άλλη εποχή στη ζωή μου. Στροφή σημαίνει και αλλαγή πορείας, ότι ίσως βρήκες τοίχο, ότι μεγαλώνοντας έχεις χαράξει μια μεγάλη ευθεία. Είναι παγίδα αν βάλεις τον αυτόματο πιλότο στην ευθεία. Κάπου θα βρεις. Το να στρίψεις θέλει προσπάθεια, δουλειά. Αν είσαι στο βουνό χάνεις για λίγο τη θέα, τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια ήμουν ακριβώς σε τέτοια φάση.

«Το ξέρω πως όλα χαθήκανε τώρα / το ξέρω το κάστρο σου έχει καεί / το ξέρω πως ψάχνεις μιαν άγνωστη χώρα / μια χαρά καινούργια που κρύβεται εκεί / μετά το σκοτάδι, μετά τη σιώπη. / Κι όπως πάλι ανοίγει η παλιά πληγή / ο θυμός σε πνίγει για τα χρόνια που έχουν πια χαθεί». Μοιάζει με ψυχανάλυση.

— Οταν κάνεις αναδρομές στο παρελθόν και λες «αχ δεν έκανα αυτό», δεν έζησα αρκετά, έχασα μια ερωτική περιπέτεια ή αργότερα το μεγάλωμα του παιδιού μου, δεν είναι απλώς ότι βλέπεις κάποιες ρυτίδες στον καθρέφτη, αλλά ότι αρχίζει το παρελθόν να είναι μεγαλύτερο από το μέλλον. Σκαλίζοντάς το, βρίσκεις χαμένες ευκαιρίες.

— Υστερα από μια περίοδο κατάθλιψης αρχίζει κάτι καινούργιο;

— Η στροφή είναι ότι κάτι καινούργιο ξεκινά μετά την κατάθλιψη. Μια περίοδος που είχε και εφιάλτες. Είναι ένα δίσκος δυνατός, με ένταση, ρυθμό, γκάζια κιθάρες και πνευστά.

  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009

ΔΑΝΑΗ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ - ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ: Αφιερώθηκε στον πολιτισμό και στον αγώνα



Μια μεγάλη μορφή του πολιτισμού μας, με πολυσήμαντη δημιουργική προσφορά στις Τέχνες και τα Γράμματα και συνεπή αγωνιστική δράση, υπήρξε η Δανάη Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη, που «έφυγε» από τη ζωή, τον περασμένο μήνα (18/1). Πνευματική προσωπικότητα, πάντα ανήσυχη και ασυμβίβαστη, η τραγουδίστρια με τη βελούδινη φωνή, που ονομάστηκε «αηδόνι του Αττίκ», ήταν συνάμα η ποιήτρια που, με τη μεταφραστική πένα της, πρώτη «έφερε» στην Ελλάδα τα ποιητικά «Απαντα» του μεγάλου Χιλιανού, παγκόσμιου ποιητή, Πάμπλο Νερούδα και το κορυφαίο «Κάντο Χενεράλ». Η ελληνική ευαισθησία της έσμιξε «με τον αντρίκειο χιλιανό λόγο και γέννησε στα Γράμματά μας τον Ελληνα Νερούδα», έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος, αναφερόμενος στο μεταφραστικό έργο της. Η ίδια, τρέφοντας απεριόριστο θαυμασμό για τον Νερούδα, τον «Ομηρο του 20ού αιώνα της αμερικάνικης κοσμογονίας» και την τέχνη του, ανέφερε: «Είναι ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με τον κόσμο της δουλειάς, τον πάντα αδικημένο σ' αυτόν τον πλανήτη. Και όχι με λόγια. Είναι ο ποιητής, που η ποίησή του δεν είναι καμωμένη από λόγια, αλλά από έργα. Ο στίχος του είναι έργο - ποίημα. Το βλέπεις, το πιάνεις στη χούφτα σου, το ακουμπάς στην καρδιά σου κι ακούγεται διπλό τικ - τακ...». Αυτήν τη μεγάλη ποίηση ακούμπησε στην καρδιά της η Δανάη, αφουγκράστηκε την ομορφιά και το μεγαλείο της και την έφερε κοντά στον ελληνικό λαό μέσα από σπουδαίες μεταφράσεις.
Από τη «Μάντρα» στο ...«χαράκωμα»
Η Δανάη με τον Πάμπλο Νερούδα
Εχοντας ζήσει το μεσοπόλεμο στη Γαλλία - εποχή μεγάλων ζυμώσεων και ανατροπών - η Δανάη, που ήδη έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί, βρίσκεται στα τέλη του 1935, για πρώτη φορά, μπροστά στον διάσημο πρωτεργάτη της θρυλικής «Μάντρας», τον Αττίκ. Η πρώτη ακρόαση τής δίνει το «διαβατήριο» για την έναρξη των εμφανίσεών της στη «Μάντρα», εκεί όπου χρίστηκε ως η ιδανική ερμηνεύτρια του ανεπανάληπτου Κλέονα Τριανταφύλλου (Αττίκ). Το «αηδόνι» με τη βελούδινη φωνή σφραγίζει τραγούδια και των άλλων μεγάλων συνθετών του μεσοπολέμου: Αττίκ, Κώστα Γιαννίδη, Γιάννη Σπάρτακου, Χρήστου Χαιρόπουλου, Μιχάλη Σουγιούλ κ.ά. Σε δύσκολη εποχή, η Δανάη χάρη στο ταλέντο και την ποιότητα των ερμηνειών της φτάνει στην ωριμότητα της τραγουδιστικής της καριέρας. Το τραγούδι είναι η άμυνά της... Με το πέρασμα του χρόνου, η Δανάη έχει πλέον καθιερωθεί ως μεγάλη τραγουδίστρια, όχι μόνο στη «Μάντρα», αλλά και στη συνείδηση του κόσμου. Οπου κι αν τραγούδησε στη συνέχεια, σε θέατρα, σε κέντρα, γνωρίζει το θαυμασμό, τη λατρεία. Η ύπαρξή της - συνυφασμένη απόλυτα με τον πιστό, μελωδικό της σύντροφο, την κιθάρα της.

Με τον πόλεμο του 1940 βρίσκεται στο δικό της «χαράκωμα», προσπαθώντας με τη φωνή και την κιθάρα της να επουλώσει τις πληγές της ψυχής των τραυματιών. Παίρνει μέρος στον ΕΑΜικό αγώνα (στην Κατοχή κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Ελένη Σοφιανοπούλου), παλεύοντας να εξασφαλίσει λίγο φαγητό για τους πεινασμένους, να μεταφέρει ένα πατριωτικό μήνυμα, να βοηθήσει κάποιον που κινδύνευε... Μέσα στη σκοτεινιά της Κατοχής, δε σταματά να τραγουδά, να εμψυχώνει... Οπως τότε, στο άλσος του Πεδίου του Αρεως, που τη χειροκροτούσαν δυο χιλιάδες άνθρωποι συνέχεια, επί δέκα λεπτά. Είχε ήδη «μπει» στην Οργάνωση και τα τραγούδια της δεν ήταν άσχετα με το αντιστασιακό της έργο. Ο κόσμος έπιανε τα μηνύματα, ακόμα και μέσα από «αθώους» στίχους. «Στη σαρανταπεντάχρονη τραγουδιστική μου σταδιοδρομία», έλεγε χρόνια αργότερα η Δανάη, «ποτέ άλλοτε δε θυμάμαι να τραγούδησα σε τόσο ενθουσιώδες κοινό, όσο στην Κατοχή. Βλήματα φονικά αποτελούσαν τα δημοτικά μας τραγούδια και οι διφορούμενες μαντινάδες. Είδα νέους να ζητωκραυγάζουν στο άκουσμα των κλέφτικων τραγουδιών μας. Ηλικιωμένους να κλαίνε από συγκίνηση με το "Ο Γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει...". Μου φιλούσαν τα χέρια, ζητούσαν περισσότερα τραγούδια, τα είχαν ανάγκη». Η τόλμη της να τραγουδήσει τη «Σαμιώτισσα» το 1942, στο «Αλσος» όπου εμφανιζόταν, τη φέρνει για μια ακόμη φορά αντιμέτωπη με τους κατακτητές. Με την κατηγορία της υποδαύλισης επαναστατικών διαθέσεων, φυλακίζεται από τους Γερμανούς και στη συνέχεια ζει την αγωνιώδη κούρσα της καταδίωξής της. Η καταδίωξή της συνεχίστηκε και μεταπολεμικά από τα Τάγματα Ασφαλείας. Ενα βράδυ στο «Αλσος» την κατέβασε κάτω μια παρακρατική οργάνωση με τα πολυβόλα. «Μου είπαν, εσύ είσαι Βουλγάρα, δεν πρέπει να τραγουδάς στην Ελλάδα». Με την ίδια λογική που της αποδόθηκε η «βουλγαρική ιθαγένεια», έκλεισαν τότε για την Δανάη και οι δίαυλοι επικοινωνίας της με το κοινό. «Με έκοψαν από το ραδιόφωνο, με έκοψαν από παντού», έλεγε, αργότερα, η μεγάλη καλλιτέχνιδα που για την αντιστασιακή της δράση, όπως άλλωστε η πλειοψηφία των αγωνιστών, έτσι και αυτή κυνηγήθηκε, ταλαιπωρήθηκε, «γεύτηκε» τις πίκρες, τη φυλακή και αργότερα, την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967, την αυτοεξορία. Σε δύσκολους καιρούς, έχασε τον αγαπημένο της άντρα, συναγωνιστή της στο ΕΑΜ, Γιώργο Χαλκιαδάκη. Κατόρθωσε να ξανασταθεί στα πόδια της και να ξαναλειτουργήσει, μέσα από το τραγούδι.

  • Στη Χιλή με τον Νερούδα

Το 1965, η Δανάη φτάνει για πρώτη φορά στη Χιλή, κοντά στην αδελφή της Μίρκα, καθηγήτρια, ειδικευμένη στο μεσαιωνικό τραγούδι. Η γνωριμία της με τον Πάμπλο Νερούδα και το μοναδικό πνεύμα του ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της. «Με τη συνεργασία μας με τον Νερούδα», ανέφερε, «που περιλάμβανε και ένα καταπληκτικό έργο που το θεωρώ άθλο, την επιτυχημένη δηλαδή έκδοση ενός δίσκου με τραγούδια βασισμένα σε ποίηση Νερούδα και σύνθεση δική μου, που τα τραγούδησα στα χιλιανά - και ήταν η πρώτη φορά που μελοποιεί ποίηση του Νερούδα - μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα σαν άνθρωπο». Η συνεργασία με τον κορυφαίο ποιητή έδωσε στη Δανάη την ευκαιρία, την έμπνευση να προχωρήσει στις μεταφράσεις του έργου του. Στο διάστημα της πρώτης εξάμηνης παραμονής της στη Χιλή, τελειοποιεί τις γνώσεις της στα ισπανικά και βοηθά αποτελεσματικά τον σπουδαίο Χιλιανό ελληνιστή Μιγέλ Καστίγιο Ντιντιέ να μεταφράσει στα Ισπανικά την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη. Παράλληλα, πραγματοποιεί συναυλίες, μαγεύοντας Χιλιανούς, Αργεντινούς και Περουβιανούς με τη φωνή της, ενώ μετέχει σε επιστημονική ερευνητική αποστολή στη Γη του Πυρός και ασχολείται με τη Λαογραφία. Τρεις μήνες μετά την επιστροφή της στην Αθήνα, η χούντα των συνταγματαρχών γίνεται η αιτία να πάρει το δρόμο της αυτοεξορίας πλέον στη Χιλή, όπου θα μείνει έξι χρόνια. Ζει στο ρυθμό της πνευματικής ζωής της Χιλής και διορίζεται τακτική καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο, όπου διδάσκει στα ισπανικά Ελληνική Λαογραφία και Δημοτική Ποίηση. Μπολιάζοντας τα έργα του Νερούδα με αποδόσεις που έχουν την προσωπική της σφραγίδα, η Δανάη μετέφρασε το «Κάντο Χενεράλ» (11 τόμοι), που βραβεύτηκε σε διεθνή διαγωνισμό της Λιψίας. Την ίδια περίοδο, καταθέτει κι έναν ποταμό λογοτεχνικών, ποιητικών, λαογραφικών έργων και άρθρων της, που προβάλλουν την Ελλάδα, όπως το «Cantos de los Griegos», που περιλαμβάνει μεταφρασμένα στα ισπανικά γνωστά δημοτικά μας τραγούδια.

Με τη δικτατορία του Πινοσέτ ξαναγυρίζει στην πατρίδα. Από τότε αφοσιώθηκε στη μετάφραση και στην προσωπική της λογοτεχνική δημιουργία, «ένα είδος ποίησης - ρεπορτάζ, αλλά και πεζογραφίας». Μετέφρασε Ελληνες ποιητές στα γαλλικά και Λόρκα στα ελληνικά, ενώ πάντα ήταν παρούσα στα κοινά. Η Χιλή, ο λαός της, η ποίησή της, δεν έπαψαν ποτέ να τη συνοδεύουν. «Η Χιλή έγινε η δεύτερη πατρίδα μου. Και, βέβαια, ο Πάμπλο Νερούδα έγινε ο αγαπημένος μου φίλος. Ως την ώρα που κι εκεί τα τανκς ισοπέδωσαν τη Χιλή και τον Νερούδα», έλεγε. Η βράβευσή της με το παράσημο Orden Libertador Bernardo O' Higgins της Δημοκρατίας της Χιλής - απονέμεται σε εξέχουσες προσωπικότητες των Γραμμάτων, Τεχνών και Πολιτικής - είναι το «ευχαριστώ» του χιλιανού λαού για την προσφορά στον πολιτισμό τους, για τη διάδοση του έργου του Νερούδα, αλλά και της Γαβριέλας Μιστράλ, της Χιλιανής ποιήτριας που επίσης βραβεύτηκε με Νόμπελ. Για την προσφορά της στον αγώνα κατά τη γερμανική Κατοχή, της έχει απονεμηθεί Μετάλλιο με Δίπλωμα από την Πανελλήνια Ενωση Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης, για τα 50 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ.

Ανθρωπος προικισμένος με πολλά πνευματικά και ψυχικά χαρίσματα, η Δανάη Στρατηγοπούλου, σε όλη της τη ζωή, στάθηκε δίπλα στους αγώνες για το δίκιο του λαού μας, ενώ υπήρξε πάντα θερμή φίλη του ΚΚΕ. Η προσφορά της στον πολιτισμό ήταν αλληλένδετη με την αγωνιστική της δράση...


Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ, Ριζοσπάστης, Κυριακή 15 Φλεβάρη 2009

Αρλέτα: Πέθανα και ξαναζωντάνεψα

Οχι στα Εξάρχεια, αλλά στην πολυφυλετική πλατεία Κυψέλης μένει πια η Αρλέτα. «Συγκατοικεί» με τις συλλογές της από κόμικς, μουσικά κουτιά, κουκλάκια και 6-7 κιθάρες. Η «Μαρία», η μόνη που έχει όνομα, είναι πλέον 40 χρόνων και είχε ξεκινήσει την καριέρα της στις μπουάτ του Νέου Κύματος, αγκαλιά με τη νεαρή φοιτήτρια τότε της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

Εκτοτε η Αρλέτα έφευγε και επέστρεφε στη μουσική σκηνή με τους δικούς της όρους. Και απ' το '81 και μετά και με τα δικά της τραγούδια. Απέφευγε την υπερέκθεση, κι εδώ και χρόνια εμφανιζόταν περιοδικά για ελάχιστες μέρες μες στη σεζόν.

Πριν από ακριβώς ένα χρόνο οι κακές ειδήσεις για την υγεία της, οι φήμες για εγκεφαλικό, η εσπευσμένη εγχείρησή της αναστάτωσαν πολύ κόσμο: η Αρλέτα μπορεί να μην κολάκευε ποτέ το κοινό -όπως λέει και η ίδια- αλλά είχε πάντα μια αξιοπρέπεια, σεβαστή απ' όλους. Με διακριτικότητα οι περισσότεροι μάθαιναν τα νέα της. Ευτυχώς, ήταν όλο και καλύτερα. Κι έτσι...

Επιστρέφει στις 20 Φεβρουαρίου για μια βραδιά στο «Γυάλινο», προσκαλεσμένη του Φοίβου Δεληβοριά. «Μου το πρότεινε», εξηγεί, «κι εγώ ήθελα να κάνω κάτι λίγο, για να μετρήσω τις δυνάμεις μου: η περιπέτεια που πέρασα δεν ήταν απλή. Οι συνθήκες είναι καλές κι εκείνος ευγενέστατος». Η συζήτηση από τον Φοίβο γυρίζει πίσω. Στον Λάκη...

- Ενα από τα τραγούδια σας που έχω πολύ αγαπήσει είναι «Ο Λάκης». Είναι υπαρκτό πρόσωπο;

«Είναι ο Λάκης Πατρασκίδης, ο σημερινός πρύτανης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ηταν πολύ φίλος κι απ' τους λίγους με τους οποίους κρατάω ακόμα επαφή. Ημασταν συμφοιτητές και είχαμε περάσει μαζί διάφορες περιπέτειες. Παρότι ήταν χούντα και δύσκολες εποχές, τα φοιτητικά μου χρόνια ήταν τα καλύτερα της ζωής μου».

- Τα ερεθίσματα γύρω μας πολλαπλασιάζονται, το τραγούδι γιατί στέκει αμήχανο;

«Γιατί για να κάνεις σήμερα ένα τραγούδι που να μην είναι αμήχανο χρειάζεται πάρα πολύς κόπος. Πρέπει να είσαι ακόμα πιο σαφής απ' ό,τι παλαιότερα».

- Τα αφηγηματικά τραγούδια πάντως λιγοστεύουν...

«Υπάρχει μια ασάφεια στην εποχή μας. Και επίσης όλα μετριούνται με λεφτά. Η τέχνη είναι ένα είδος που χρειάζεται πολύ χρήμα αλλά δεν μετριέται με αυτό, ούτε είναι σίγουρο ότι θα το ανταποδώσει. Στο τραγούδι ο κανόνας είναι πια να τοποθετούν 5 δραχμές και να θέλουν να πάρουν αμέσως πίσω 255».

- Γράφετε τραγούδια αυτό τον καιρό;

«Πολύ σπάνια, αλλά γράφω. Ετοιμάζω και μια δισκογραφική δουλειά -έπειτα από πάρα πολλά χρόνια. Θα περιλαμβάνει και καινούρια τραγούδια...».

- Στο τραγούδι ό,τι βγαίνει το παρακολουθείτε;

«Μου είναι αδύνατον. Και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θέλω: προφυλάσσω τα αυτιά μου. Ακούω όμως και ορισμένα πράγματα που μου αρέσουν αρκετά. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν ταλαντούχα παιδιά. Υπάρχουν και συνθέτες και στιχουργοί...».

- Τότε ποιο πιστεύετε ότι είναι το πρόβλημα στο σύγχρονο τραγούδι;

«Υπάρχει μια παγκοσμιοποίηση που προσωπικά εγώ δεν πιστεύω ότι κάνει καλό στην τέχνη. Πρόβλημα είναι κι η υπερπαραγωγή. Πώς είναι δυνατόν ένας καλλιτέχνης να κάνει 3 cd τον χρόνο; Μ' έχουν μπερδέψει κι όλα αυτά τα διαφορετικά ονόματα: τριπ χοπ, χιπ χοπ. Δεν τα καταλαβαίνω, αλλά δεν έχω προσπαθήσει κιόλας. Είμαι άλλης εποχής και αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου».

- Οι γυναίκες τραγουδοποιοί ήταν πάντα λίγες.

«Γενικώς οι τραγουδοποιοί που αξίζουν τον τίτλο είναι λίγοι. Παγκοσμίως πάντως, οι γυναίκες έχουν κάνει πολύ σημαντικές δουλειές. Και στην Ελλάδα επίσης. Μερικές από τους καλύτερους στιχουργούς είναι γυναίκες. Και στη νέα γενιά υπάρχουν αρκετές που έχουν μπει στο τραγούδι πολύ δυναμικότερα απ' ό,τι παλιότερα. Στη δική μου εποχή ήταν ασυνήθιστο. Και το φοβόντουσαν. Κι είναι όντως τρομαχτικό να σκέφτεσαι ότι βασίζεσαι στον εαυτό σου για τα πάντα».

- Εσείς το φοβόσασταν;

«Εγώ θα φοβόμουν να μη βασίζομαι στον εαυτό μου για όλα. Οχι ότι δεν θα μου άρεσε να βασίζομαι σε άλλους, αλλά όσες φορές σκέφτηκα να το κάνω, έσπασα τα μούτρα μου».

- Οι πρώτες φορές που βγήκατε μόνη με την κιθάρα σας δεν ήταν τρομακτικές;

«Θα μπορούσα να γράψω πραγματεία για το τρακ. Επειτα από 40 χρόνια στο τραγούδι εξακολουθώ και έχω. Οταν πρωτοτραγούδησα, ήμουν τελείως άπειρη. Βρέθηκα ξαφνικά μ' ένα δίσκο που είχε κάνει μεγάλη επιτυχία και με ένα σωρό κόσμο να με κοιτάει λες και ήμουν κάτι. Αλλά δεν ήμουν τίποτα. Ημουν ένα παιδάκι που μόλις είχε μπει στην ΑΣΚΤ. Βρέθηκα να τραγουδάω τελείως τυχαία. Δεν είχα ιδέα ούτε για τον χώρο ούτε για ό,τι με περίμενε. Και εδώ που τα λέμε, αν είχα ιδέα, θα το 'χα βάλει στα πόδια. Εμεινα επειδή άρχισα να γράφω τα δικά μου τραγούδια. Ως τραγουδίστρια δεν θα είχα μείνει».

- Είναι άγριος ο χώρος;

«Ολοι οι χώροι είναι άγριοι κι αυτός ακόμα περισσότερο, γιατί δεν έχει βάσεις. Είναι στον αέρα. Τι να μετρήσεις στο τραγούδι; Ειδικά στις ημέρες μας υπάρχει κι ένα άλλο πρόβλημα: έχει πάψει ο κόσμος να καταλαβαίνει τα φάλτσα. Τραγουδιστές που θεωρούνται πολύ σημαντικοί είναι θεόφαλτσοι. Είναι σαν μην έχει σημασία πια. Μου θυμίζει τη μοναδική φορά που είδα τον δάσκαλό μου τον Γιάννη Μόραλη έξω φρενών. Ηταν όταν ένας φοιτητής τού είπε: "Δάσκαλε, εγώ έχω ξεπεράσει το σχέδιο"!».

- Πάντως, δεν φαίνεστε να έχετε καμία πικρία...

«Γιατί να έχω; Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ προνομιούχο για έναν απλό λόγο: ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου, ό,τι βλέπετε εδώ μέσα, το 'χω πληρώσει με τραγούδια. Ούτε με προδοσίες ούτε με διαβολιές».

- Περάσατε μια μεγάλη περιπέτεια υγείας. Αναθεωρήσατε πράγματα;

«Δεν ήταν η πρώτη, γι' αυτό δεν ήμουν ακριβώς απροετοίμαστη. Η υγεία μου ήταν επισφαλής από τότε που ήμουν μικρή. Αλλά θέλω να ευχαριστήσω τον γιατρό μου, τον Βασίλη Λατινόπουλο, που ένα βράδυ της 11ης Φεβρουαρίου πέρσι, με χιόνια και κρύα, ήρθε από τη Λάρισα στον Βόλο και μου γλίτωσε τη ζωή. Θα ήθελα να ευχαριστήσω και τους φίλους μου, αλλά κι όσους με έκαναν να ξαναζωντανέψω. Γιατί δεν ήταν απλώς ότι αρρώστησα. Πέθανα και ξαναζωντάνεψα. Ακούγεται πολύ δραματικό, αλλά είναι η αλήθεια».

- Τώρα που τα διηγείστε, γελάτε όμως...

«Τώρα γελάω. Δεν με θέλανε "εκεί", κορίτσι μου, δεν τους έκανα και με διώξανε. "Αντε γύρνα" είπαν...». *
  • Να κηρυχθούν τα Εξάρχεια ανεξάρτητο κρατίδιο
- Τα τραγούδια σας είναι αφηγηματικά. Είναι και βιωματικά;

«Τα περισσότερα προέρχονται από καταστάσεις που με έχουν συγκινήσει και αφορούν κυρίως την πόλη. Γιατί έχω γεννηθεί, μεγαλώσει και ζω στο "τρίγωνο του θανάτου": Μεταξουργείο, Εξάρχεια και τώρα Κυψέλη. Πατρίδα μου, όμως, θεωρώ περισσότερο τα Εξάρχεια: εκεί έζησα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου».

- Τα Εξάρχεια τα ανακάλυψαν ορισμένοι ξανά φέτος...

«Είχα πει κάποτε ότι το πρόβλημα των Εξαρχείων θα λυθεί μόνο αν κηρυχθούν ανεξάρτητο κρατίδιο! Δεν το έκαναν, αλλά τελικά γίνονται από μόνα τους σιγά σιγά. Είναι, όμως, παρεξηγημένα: για μένα είναι η καλύτερη και η πιο ανεκτική γειτονιά της Ελλάδος. Ανεκτική, βέβαια, μέχρι ενός σημείου. Οταν σκοτώνουν έναν άνθρωπο, δεν είναι καθόλου ανεκτική. Και πολύ καλά κάνει».
  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 - 14/02/2009