Wednesday, July 23, 2008
ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΔΑΥΡΟ
ΑΤΤΙΚΙΖΟΝΤΕΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΩΣ
Νέες εκτελέσεις επιτυχιών του Αττίκ με τη Μαρία Κανελλοπούλου, τη Χρυσούλα Στεφανάκη, τη Νένα Βενετσάνου, τη Γωγώ Βαγενά, τον Μπάμπη Τσέρτο, τον Θάνο Πολύδωρα και τον Θέμη Ανδρεάδη. Στο ερώτημα (για όποιον, έστω, το θέτει) ποιο είναι το ζητούμενο από μια σύγχρονη εκτέλεση τραγουδιών μιας περασμένης εποχής, μιας άλλης κοινωνίας, απαντά (διά του έργου του) με σαφήνεια, πιστεύω, ο μουσικός υπεύθυνος της νέας αυτής εκδοχής, ο ενορχηστρωτής Δαυίδ Ναχμίας που, όπως διαβάζουμε, μελετά για αρκετά χρόνια το έργο του Αττίκ. Εξ όσων τουλάχιστον αντιλαμβάνομαι, η άποψη και η συμβολή τού ενορχηστρωτή κινείται στα όρια -και υπηρετεί την ανάγκη- μιας ευπρεπούς αναπαράστασης των παλαιών (πρώτων, δεύτερων) εκτελέσεων, όπως τουλάχιστον αυτές ακούγονται στους δίσκους γραμμοφώνου. Αυτό ορισμένοι το ονομάζουν «σεβασμό» στον συνθέτη. Ελάχιστες, δηλαδή, ή καθόλου, παρεμβάσεις στο ύφος, το στιλ, στα όργανα ή σε ό,τι άλλο, τελοσπάντων, συνιστά μια θεμιτή μουσική ή, γενικότερα, καλλιτεχνική παρέμβαση - κατάθεση, μια προσωπική ανάγνωση ενός υλικού που υποτίθεται πως ενδιαφέρει και συγκινεί τον δημιουργό που καταπιάνεται μ' αυτό. Ο ενορχηστρωτής είναι χωρίς αμφιβολία συνεπής, ορθογράφος, προσεκτικός, επιμελής και κυρίως προσηλωμένος σ' αυτό που θα ονομάζαμε γραφικότητα της παλαιάς ελαφράς μουσικής ψυχαγωγίας. Σε ό,τι αφορά τη διευθέτηση των μουσικών οργάνων, φαίνεται να έχει μια καλή εποπτεία. Στον τομέα όμως της καθοδήγησης των τραγουδιστών (που αποτελούν και τα σημαντικότερα και «κρισιμότερα» εργαλεία του) μάλλον δεν ισχύει το ίδιο. Εδώ δεν ασκείται ανάλογος έλεγχος, κάποτε, μάλιστα, τα πράγματα μοιάζουν να αφήνονται στην τύχη τους ή, καλύτερα, στον πατριωτισμό ή στο έλεος των τραγουδιστών που, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, μακράν του πνεύματος των τραγουδιών, μακράν και από το όποιο κάλλος τους, αναπαράγουν μια μεταγενέστερη, ήδη όμως παλαιομοδίτικη, κενή, ψευτορομαντική εικόνα της προπολεμικής «καλής» εποχής, αλλά όπως περίπου την αντιλαμβάνονταν οι μικροαστοί κομφορμιστές «γλεντζέδες» της πρώτης μεταπολεμικής εποχής. Χωρίς κάποια τωρινή, δική τους, στιλιστική, καλλιτεχνική, εντέλει πνευματική, αλήθεια. Τα παλιά τραγούδια μάς δείχνουν, ακόμα μια φορά, πόσο λίγο επαρκούν οι σωστές νότες, οι ορθογραφίες, οι καλλιφωνίες, οι καλές προθέσεις και τα άλλα τυπικά προσόντα του ωδείου.Εξαίρεση αποτελεί ο Μπάμπης Τσέρτος που, είτε λόγω βιωμάτων, είτε λόγω μελέτης, είτε ακόμη διότι δεν διστάζει να εκτεθεί, διατυπώνει μια ερμηνεία που ούτε μιμείται, ούτε παραπέμπει σε κάτι που είναι «ολιγώτερο» των πρωτοτύπων. Από τη Νένα Βενετσάνου που περιμέναμε, ίσως, τα περισσότερα, ελάβαμε, πιστεύω, τα λιγότερα: Στον τρυφερό λυρισμό του «Ζητάτε να σας πω» εσώρευσε μεγάλες ποσότητες στόμφου, επικού πάθους, για να μην πούμε ρωμαϊκού θριάμβου. Στο σατιρικό «Δεν σου πάει το πάχος, Δημητράκη» δεν επεφύλαξε καλύτερη τύχη ο Θέμης Ανδρεάδης: ευκολίες φτηνής επιθεώρησης. Η «ερμηνεία» του ίσως να ήταν καλύτερη αν είχε ακούσει ή τον ίδιο τον Αττίκ ή τον Τάκη Μηλιάδη στο ίδιο τραγούδι.Γενικώς οι καλλιτέχνες του δίσκου δεν είχαν, ως φαίνεται, απορίες για τον Αττίκ. Σ' αυτόν έχουν αναφερθεί δεκάδες σχολιαστές, εκφωνητές, μουσικοπαραγωγοί, συγγραφείς δημοσιογράφοι, κριτικοί κ.λπ. - όλοι υμνητικά - εδώ και πάνω από μισόν αιώνα. Οι αναφορές αυτές αποτελούν κατόπιν τα «τεκμήρια» για τους νεότερους μελετητές, ερευνητές και καλλιτέχνες. Εχει άραγε (όπως και άλλες προσωπικότητες) μυθολογηθεί, και πόσο; Ηταν πράγματι μεγάλος ή απλώς καλύτερος των συγχρόνων του; Γιατί καμιά φορά ένα «συγκλονιστικό» τραγούδι των παππούδων φαίνεται αστείο στους εγγονούς;
ΦΛΑΜΕΝΚΟ ΣΟΟΥΛ ΑΠΟ ΜΙΑ «ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ»
Η Buika τραγουδάει φλαμένκο με την ίδια άνεση που ερμηνεύει τζαζ προσθέτοντας κι έναν αφρικάνικο ρυθμό |
Γεννημένη σε μια φτωχογειτονιά της Πάλμα Ντε Μαγιόρκα από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες που διέφυγαν από τη Γουινέα, κυνηγημένοι από τη δικτατορία του Σεκού Τουρέ, η τριανταπεντάχρονη Buika μεγάλωσε στους δρόμους δίπλα στους Τσιγγάνους της περιοχής. «Το φλαμένκο ήταν η πρώτη μουσική που θυμάμαι από μικρή», λέει στις συνεντεύξεις της. «Βρισκόταν παντού, ο ρυθμός του έμπαινε από τα παράθυρα και ανακατευόταν με την αφρικάνικη μουσική και τα λάτιν που άκουγαν οι γονείς μου».
Αλλά η φωνή της πρωτοδοκιμάστηκε στα μπλουζ, όταν στα δεκαεπτά της μια θεία της την έπεισε να τραγουδήσει σε ένα μπλουζ κλαμπ. «Την πρώτη φορά στη σκηνή ήμουν τρομοκρατημένη», λέει, «δεν ήξερα κανένα μπλουζ. Αλλά χρειαζόμουν τα χρήματα. Οπότε επινοούσα στίχους με τα ελάχιστα αγγλικά μου, του στιλ "το μωρό μου με άφησε", έτσι κι αλλιώς κανείς δεν καταλάβαινε. Εβλεπαν μια μαύρη τραγουδίστρια σε μια μπλουζ μπάντα και πίστευαν ότι ήμουν υπέροχη».
Ομως δεν κόλλησε στα μπλουζ. Ακουγε και την ποπ του '80, Μαντόνα και Μάικλ Τζάκσον. Και όταν η σκηνή της χάουζ, το '90, έφτασε στη Μαγιόρκα και την Ιμπιθα, ήταν ανάμεσα στο πλήθος που συμμετείχε στα διονυσιακά ρέιβ. Και ύστερα ταξίδεψε στο Λας Βέγκας για να κάνει σόου στα καζίνα, παριστάνοντας πότε την Τίνα Τάρνερ και πότε την Νταϊάνα Ρος. «Πίστευα ότι εκεί θα γινόμουν σταρ», διηγείται, «αλλά το Λας Βέγκας δεν είναι ανθρώπινη πόλη, τα πάντα κινούνται γύρω από τον τζόγο. Ετσι γύρισα πίσω».
Το 2005 κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο της, μια μίξη από φλαμένκο σόουλ και αφρικάνικους ρυθμούς. Αλλά η φήμη ήρθε με το δεύτερο άλμπουμ, το «Mi Nina Lola», που την έκανε γνωστή πέρα από τα σύνορα της χώρας της. «Ποτέ δεν περίμενα να έχει τόση επιτυχία», λέει η Buika. «Από την άλλη όμως το φλαμένκο είναι η μουσική που ακούγεται σε κάθε γωνιά της Ισπανίας. Και είναι μια μουσική όπου μπορείς να παρέμβεις με φανκ κιθάρες ή σόουλ μελωδίες». Για τον Τύπο ήταν το νέο πρόσωπο που χρειαζόταν για να προσφέρει μια πνοή ζωντάνιας στο παλιομοδίτικο φλαμένκο.
Στην επιτυχία της συνέβαλε και ο παραγωγός Χαβιέ Λιμόν, συνεργάτης του Κουβανού πιανίστα Μπέμπο Βαλντές, ένας μάγος που ανακατεύει «το παραδοσιακό φλαμένκο με μουσικές από τη σύγχρονη σκηνή». Αυτός έχει κάνει παραγωγή και στο πρόσφατο άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Μάιο. «Η φωνή της Buika είναι μαγευτική», είχε πει ο Λιμόν όταν την πρωτάκουσε. «Τραγουδάει τα φλαμένκο με την ίδια άνεση που ερμηνεύει κλασικά τζαζ τραγούδια και προσθέτει σε όλα αυτά έναν πρωτόγονο αφρικάνικο ρυθμό. Κι αυτό την κάνει να ξεχωρίζει».
* «Σχολείον»: Πειραιώς 52, Μοσχάτο, μετά τη γέφυρα Κηφισού. Εναρξη 9.00 - Εισιτήριο 25 ευρώ.
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΗΜΜΥΡΙΔΑ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
Της Μαριας Φαραντουρη, Η Καθημερινή, 23/07/2008
Τις μνήμες της, τις αγωνίες της, και τις ελπίδες της για το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι επισημαίνει η Μαρία Φαραντούρη στο κείμενο που έγραψε ειδικά για την «Κ», με αφορμή τις δύο συναυλίες, την Παρασκευή και το Σάββατο στη Μικρή Επίδαυρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών:
Βαριά ευθύνη
- Δημιουργικές δυνάμεις
Προσωπικά έχω εμπιστοσύνη στον Λαζαρίδη και τη Δημητρούκα, ότι μπορούν από κοινού να οδηγήσουν σε ανανέωση το ελληνικό τραγούδι και είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που συμπορεύομαι μαζί τους σ’ αυτό το πρώτο βήμα. Τους αισθάνομαι φίλους μου και τους ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που περάσαμε κατά την προετοιμασία αυτού του έργου. Ωστόσο, η τελική κρίση ανήκει στο κοινό, ένα πρωτοπόρο κοινό, που αγκαλιάζει ό, τι πιο πνευματικό έχουμε σήμερα ως πραγματικότητα ή ως ανάγκη».
Δεν είναι συχνό φαινόμενο η δημόσια αναγνώριση και επιβράβευση συνεργατών. Η Μαρία Φαραντούρη όμως δεν φείδεται επιβραβεύσεων. Ενα κείμενο που δηλώνει το ήθος της σπουδαίας ερμηνεύτριας και την άποψή της για το τραγούδι και τις σύγχρονες ευαισθησίες.Info: «Κύκλοι τραγουδιών για τη Μαρία Φαραντουρη», μουσική Γιώργος Λαζαρίδης, Μάνος Χατζιδάκις. Παρασκευή 25 και Σάββατο 26 Ιουλίου, στη Μικρή Επίδαυρο.Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΤΖΑΖ ΧΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Κοντά στη Νάνα Μούσχουρη, στο Ηρώδειο, που βρήκε την αγάπη του...
Tης Eλενης Mπιστικα, Η Καθημερινή, 23/07/2008
Αρνούμαι να χαρακτηρίσω την αποψινή και την αυριανή συναυλία της Νάνας Μούσχουρη «αποχαιρετιστήρια». Και δεν θα είμαι η μόνη. Είναι πολλοί εκείνοι που δεν μπορούν να φανταστούν ότι «το κορίτσι με τα μαύρα λαμπερά μαλλιά και τα γυαλιά», που έδωσε σκοπό στη ζωή μας με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου, μα εγώ δεν ξέρω ποια ’ναι», πρώτο βραβείο του Ελληνικού Φεστιβάλ Τραγουδιού 1959, σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, στίχους Νίκου Γκάτσου, θα τραγουδήσει το «αντίο» της και θα εξαφανισθεί, θα χαθεί από τη ζωή μας! Τι κι αν δεν έχει τη φωνή που είχε και γέμιζε θέατρα, όπως το «Ολυμπιά» του Παρισιού και το «Αλμπερτ Χολ» του Λονδίνου και το Ηρώδειο στην τιμητική συναυλία του Ιουλίου 1984 για τα δεκάχρονα της επετείου από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, με τον Πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή στον θώκο, ντυμένο στα άσπρα. «Μα σαν τη βρω, σ’ τ’ ορκίζομαι, πως θα ντυθώ, πως θα ντυθώ στα άσπρα»...
Στην Τρίπολη η avant premiere για το «Τζάκι» – Χάρτινο το Φεγγαράκι σε πρώτη εκτέλεση.
Ενα τηλεφώνημα μας άνοιξε το βιβλίο των προσωπικών αναμνήσεων μιας οικογένειας που τότε έμενε στην Τρίπολη, στη σελίδα του Οκτωβρίου 1960. Τότε που ο Μάνος Χατζιδάκις με τη Νάνα Μούσχουρη, μια εβδομάδα πριν από την εμφάνισή τους στο κοσμικό «Τζάκι» της οδού Μουρούζη, επέλεξαν να κάνουν «αβάν πρεμιέρ» στην Τρίπολη, στον χειμερινό κινηματογράφο «Αελλώ». Κι έφερε μαζί την ντροπαλή, μαυροφορεμένη Νάνα και τους εκλεκτούς μουσικούς του, Τίτο Καλλίρη, κιθάρα, Κώστα Σεϊτανίδη, κοντραμπάσο, και Νίκο Λαβράνο, ντραμς. Ο Μάνος στο πιάνο. Και η Τρίπολη αισθάνθηκε για λίγο Μπρόντγουεϊ, με μια τέτοια μουσική παράσταση, ενώ μόνο σαντέζες και περιοδεύοντες θίασοι έρχονταν τότε. Αυτά, ως πρόγευση μιας εξαιρετικής ιστορίας που μας είπε και εικονογράφησε, η οικογένεια με καλλιτεχνική φλέβα. Ονόματα, γεγονότα, μυστήρια, η συνέχεια την Κυριακή 2/8 στα ΕΛΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΑ, στο «Κ» της κυριακάτικης «Καθημερινής».
Tuesday, July 22, 2008
ΝΑΝΑ ΜΟΥΣΧΟΥΡΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ
Στην Αθήνα κλείνει η αποχαιρετιστήρια περιοδεία της απόψε και αύριο [23 και 24/07]
Μόνο ένα μικρό «παραθυράκι» αφήνει για να ανέβει και πάλι στη σκηνή η Νάνα Μούσχουρη: «αν μου ζητήσουν να εμφανισθώ για φιλανθρωπικό σκοπό, ίσως να μην μπορώ να αρνηθώ», λέει στον ΕΤ, αλλά είναι κάθετη σε όλες τις άλλες τραγουδιστικές ασχολίες της: «δεν θα ηχογραφήσω ξανά, καθώς δεν με ενδιαφέρει η δισκογραφία. Εχω ηχογραφήσει 1.600 τραγούδια και είμαι υπερήφανη γι’ αυτό.
Δεν νομίζω ότι θα βρω κάτι καλύτερο από αυτά που ήδη έχω κάνει. Οπότε δεν έχει νόημα για μένα να μπω σ’ αυτή τη διαδικασία. Σέβομαι το κοινό που με τίμησε με την υποστήριξή του εδώ και πέντε δεκαετίες, αλλά και το ίδιο το τραγούδι, το οποίο εξακολουθώ να αγαπώ».
Ακούγεται συγκινημένη και γεμάτη. Η περιοδεία της πέρασε από 128 πόλεις, 32 χώρες και 4 ηπείρους. Τον τελευταίο καιρό η Νάνα Μούσχουρη εμφανίσθηκε και σε διάφορες ελληνικές πόλεις. Οπου κι αν πήγε οι χώροι ήταν γεμάτοι και το κοινό την αποθέωνε. Και τώρα η Νάνα Μούσχουρη θα βρεθεί για ύστατη φορά στο Ηρώδειο, σε δύο επίσης sold out συναυλίες:«όσο πλησιάζει η ώρα έχω αγωνία, θα είναι δύο πολύ φορτισμένες βραδιές. Είχαμε πει να δώσουμε μόνο μία συναυλία, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η προσέλευση του κοινού, που τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν πολύ γρήγορα, οπότε το Ελληνικό Φεστιβάλ και ο Δήμος Αθηναίων αποφάσισαν να δοθεί μια ακόμα συναυλία».
Δεν θέλει να ανοίξει εντελώς τα χαρτιά της για τα τραγούδια που θα παρουσιάσει σ’ αυτές τις δύο μαγικές βραδιές: «στη σκηνή του Ηρωδείου θα διηγηθώ την ιστορία της ζωής μου μέσα από τα τραγούδια μου.
Θα σταθώ στους μεγάλους σταθμούς της καριέρας μου. Κατά κύριο λόγο θα τραγουδήσω ελληνικά τραγούδια και πολύ λίγα ξενόγλωσσα, τα οποία έχουν λόγο να ακουστούν σ’ αυτές τις βραδιές».
Η σχέση της με το κοινό στις πέντε δεκαετίες της πορείας της είναι κάτι μοναδικό. Οπου κι αν πήγε την αγάπησαν και τραγούδησαν τα τραγούδια της. Αλλά κι εκείνη ηχογράφησε τραγούδια σε οκτώ γλώσσες. Την αποκάλεσαν δίκαια «οικουμενική καλλιτέχνη». Και τώρα που ρίχνει την αυλαία της καριέρας της στέλνει ένα μήνυμα στο ελληνικό κοινό: «Ο,τι πιο σημαντικό είναι να έχεις μια πατρίδα και να την αγαπάς. Ημουν πολύ υπερήφανη για τη χώρα μου πάντα. Ο κόσμος με έχει αγαπήσει γι’ αυτή την εικόνα της Ελλάδας που μετέφερα. Ολοι έχουμε ανάγκη από μια πατρίδα. Γι’ αυτό τη ζωγραφίζουμε με τον καλύτερο τρόπο».
Info
Νάνα Μούσχουρη
■ Συναυλία Ηρώδειο 23 και 24 Ιουλίου.
Ωρα έναρξης 9.00 μ.μ.
ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Πρέπει να μάθω να μη ζω μόνο πάνω στη σκηνή»