Sunday, April 29, 2007

ΣΙΓΗΣΕ Ο ΕΛΒΕΤΟΣ ΤΕΝΟΡΟΣ ERNST HAEFLIGER


19/3/2007. Ο καταξιωμένος Ελβετός τραγουδιστής της όπερας Ernst Haefliger έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 87 ετών έπειτα από καρδιακή προσβολή που υπέστη στην πόλη όπου διέμενε, το Νταβός. Γεννημένος το 1919 στο Νταβός, ο Haefliger σπούδασε τραγούδι και βιολί στη Ζυρίχη, ενώ λίγα χρόνια αργότερα πήρε τον ρόλο λυρικού τραγουδιστή στην Οπερα της Ζυρίχης. Από τότε ξεκίνησε μία μεγάλη καριέρα με εκατοντάδες εμφανίσεις, ηχογραφήσεις και επιτυχημένες ερμηνείες σε οπερετικούς ρόλους κυρίως έργων του Μότσαρτ, που ήταν ο αγαπημένος του, αλλά και του Μπετόβεν και άλλων συνθετών. Από το 1952 έως το 1972 διετέλεσε κορυφαίος τενόρος στη Γερμανική Οπερα του Βερολίνου, ενώ δίδασκε για πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Τεχνών του Μονάχου.

ΕΙΝΑΙ... ΑΝΙΚΗΤΟΙ!


Ευτυχώς που διάβασα κι ένα χαιρετισμό αντίστασης στο σκουπιδαριό και τη βλακεία που η ΕΡΤ φροντίζει να μας φτυαρίζει. Ένα σημείωμα του Κώστα Γεωργουσόπουλου[Το πνεύμα του τόνου] με τίτλο "Γεια σου μωρία":

Μωραίνει Κύριος; Μωραίνει. Εδώ και χρόνια. Μόνο που κοστίζει εκατομμύρια αυτή η μωρία. Είπαμε να πάει η αλεπού στο παζάρι αλλά να πάει με μαγκιά, με το «έτσι γουστάρω», «αυτός είμαι ρε κι αν σας αρέσει». Ε όχι και τραλαλά και φρου-φρου και ακκίσματα και «κοίτα πώς σειέμαι και λυγιέμαι» όχι και «βγάλε μου τη γούνα να δεις πώς είμαι νεγκλιζέ»!!

Τώρα κατάλαβα γιατί ντύνουν τα παιδιά τους μασκαράδες οι συνέλληνες με φουστανέλες, τώρα κατάλαβα γιατί ντύνουν τις Απόκριες τα κοριτσάκια «Αμαλίες». Τον κύριο Σεργουλόπουλο μιμούνται και την κυρία Μπακοδήμου. Κι όλο το φιλοθέαμον και φιλόμουσο κοινό όλου του πολιτιστικού και πολιτικού φάσματος; Και σάχλα να πέφτει σύννεφο; Δεν βρέθηκε κανείς έτσι μέσα στο τραλαλά νταβαντούρι, έτσι για την τιμή των όπλων, σ' ένα κενό της βλακώδους γκλαμουριάς να παρεμβάλει δυο νότες του Χατζιδάκι, μια φράση του Λοΐζου, έναν στίχο του Γκάτσου, ένα ρεφρέν του Λευτέρη μπας και σηκωθεί από ντροπή να φύγει κάποιος. Δεν μπορούσε κάποιος να παρεμβάλει μια μπατούτα από το «Αν σ' αρνηθώ αγάπη μου» μήπως ντρεπόταν κι έφευγε ο Πλέσσας; Μωραίνει Κύριος. (Τα Νέα, 02/03/2007)

Στην πραγματικότητα οι ηλίθιοι είναι ανίκητοι και γι'αυτό δεν μπορούμε δυστυχώς να γλιτώσουμε από τα σκουπίδια που μας πετάνε στα μούτρα. Η ΕΡΤ - πέρα από όσα ο Γεωργουσόπουλος έξοχα σχολιάζει - δεν έχει ανθρώπινο δυναμικό να παρουσιάσει μια εκδήλωση σαν κι αυτή που οργάνωσε με τους παρουσιαστές Σεργουλόπουλο και Μπακοδήμου; Άκουσα από τις σαχλοεκπομπές του κουτσομπολιού να λένε... και τι ταλαντούχα παιδιά και τι επιτυχημένα και τι ωραίες εκπομπές κάνουν και άλλες διάφορες παπαριές. Καλά, εκεί στην ΕΡΤ δεν υπάρχει κάποιος εχέφρων να πάρει σωστές αποφάσεις ή όλα τα έχουν εκχωρήσει σε κάποιον που ξεπουλήθηκε στο διάβολο; Κι ο Γεωργουσόπουλος αναρωτιέται γιατί δεν σηκώθηκε να φύγει ο Πλέσσας που κατά τεκμήριο είναι σοβαρός άνθρωπος. Έλα ντε! Κι όχι μόνον ο Πλέσσας...

Μάνος Λοΐζος: Μας έμειναν τα τραγούδια του…


Να που οι φίλοι του που τον αγάπησαν, πήραν μια πρωτοβουλία κι έτσι θα έχουμε την ευκαιρία, αρκετές φορές να θυμηθούμε τον ευαίσθητο κι ονειροπόλο Μάνο Λοΐζο, ο οποίος γεννήθηκε πριν 70 χρόνια κι «έφυγε» πρόωρα πριν 25 χρόνια. Προσωπικά, όταν δούλευα στο "Τετράδιο" το περιοδικό που έβγαζε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ο Φώντας Λάδης, θυμάμαι τον Λοΐζο που ερχόταν στα γραφεία του περιοδικού για να συνεργαστεί με τον Φώντα.

Ήταν την περίοδο που είχαν κυκλοφορήσει τα "Τραγούδια μας": Λιώνουν τα νιάτα μας [Όλη μέρα στα λιμάνια / και στα ναυπηγεία,/στου θανάτου τα καζάνια,/στα μηχανουργεία...], Πάγωσε η τσιμινιέρα [Πάγωσε η τσιμινιέρα /κι απέξω από την πύλη /εργάτες μαζεμένοι συζητάνε./Προχώρησε η μέρα./Με δαγκωμένα χείλη /σηκώνουν τα πανώ και ξεκινάνε...], Στη δουλειά και στον αγώνα [Έφτασε η ώρα /για να σηκωθείς./Εργατιά προχώρα,/δίπλα σου κι εμείς...], ο Στράτος [Αποβραδίς το Στράτο /τον πιάσαν δυο καλοί./Του λεν στο συνδικάτο /να πάει να γραφτεί./Πάρτο απόφαση, βρε Στράτο,/να γραφτείς στο συνδικάτο...], Ρημάξαν τα χωριά μας [Πέτρες βγήκαν στα χωράφια,/ στις αυλές χορτάρια./Πού 'ναι τώρα τα κορίτσια,/πού 'ν' τα παλικάρια!..], Το δέντρο [Στην Αθήνα, μες στο κέντρο,/φύτρωσε καινούργιο δέντρο./Έχει κόκκινα τα φύλλα / και ολόγλυκα τα μήλα...] και άλλα τραγούδια που αγαπήθηκαν και για τους στίχους και για τη μουσική αλλά και για την ερμηνεία. Τα είχε τραγουδήσει ο Γιώργος Νταλάρας. Έξοχα τραγούδια. Τον θυμάμαι, λοιπόν, τον Μάνο που ερχόταν εκεί στο "Τετράδιο", με τα πλούσια μαλλιά του, το τζάκετ που ήταν σήμα κατατεθέν της εποχής... Ένας γλυκύτατος άνθρωπος.

Σε συνέντευξη Τύπου (2.4.2007), στο Σπίτι της Κύπρου, όπου φιλοξενούνται τα μουσικά του όργανα (ήταν κυπριακής καταγωγής), η κόρη του Μυρσίνη Λοΐζου ανακοίνωσε τη μεγάλη συναυλία μνήμης με τη συμμετοχή των φίλων συνεργατών του (Χάρις Αλεξίου, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Νταλάρας, Μαρία Φαραντούρη, Δήμητρα Γαλάνη κ.ά.) και νεότερων ερμηνευτών, στις 22 του Οκτώβρη (ημερομηνία των γενεθλίων του), στο κλειστό γήπεδο του ΟΑΚΑ.

Επίσης, αναφέρθηκε στο ανέκδοτο υλικό με τραγούδια του σε στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου, με την ελπίδα «να βρεθεί ο καλύτερος τρόπος ν' αξιοποιηθεί». Όπως είπε ο φίλος του - παραγωγός Αχιλλέας Θεοφίλου «ήταν σχεδόν έτοιμος ο δίσκος όταν έπαθε το εγκεφαλικό. Ήθελε ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και σε δυο τραγούδια τη Χαρούλα...».

Παράλληλα, η «Εντός ΕΠΕ», η «Πολιτιστική Παρέμβαση» και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου διοργανώνουν το αφιέρωμα «Τίποτα δεν πάει χαμένο», με ημερίδα και έκθεση φωτογραφίας (2/5, αίθουσα ΕΣΗΕΑ) και δύο μεγάλες συναυλίες, όπου θα συμμετέχουν οι Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μαρία Φαραντούρη, Μανώλης Λιδάκης, Χρήστος Θηβαίος και Μελίνα Κανά. Η πρώτη (30/4), στη Θεσσαλονίκη (Αλεξάνδρειο Αθλητικό Μέλαθρο), με τη συμμετοχή του Ιεροκλή Μιχαηλίδη και η δεύτερη (7/5) στην Αθήνα (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας), με τη συμμετοχή του Λάκη Λαζόπουλου.

Η Χάρις Αλεξίου θα παρουσιάσει το δικό της αφιέρωμα στον Λοΐζο το καλοκαίρι στο Ηρώδειο, ενώ όπως ανέφερε το πρόγραμμα της φετινής της περιοδείας σ' όλη την Ελλάδα θα περιλαμβάνει μόνο δικά του τραγούδια. «Δεν έπαψε να είναι ένας μύθος για μένα», είπε η Χ. Αλεξίου, αναφερόμενη στον «αξεπέραστο, αγαπημένο φίλο και δημιουργό. Το "Όλα σε θυμίζουν" είναι σαν να μας έχει στοιχειώσει...».

«Τον γνώρισα το '74 μέσα από την τρυφερότητά του... Από τότε κουβαλιέται μέσα μας και λάμπει», είπε ο Β. Παπακωνσταντίνου (η πρώτη τους συνεργασία τα «Τραγούδια του δρόμου»). «Είχε το χάρισμα να μεγαλώσει την επαφή του με τον κόσμο» είπε ο Γ. Νταλάρας, ο οποίος παράλληλα συγκέντρωσε στο διπλό CD «Αχ, χελιδόνι μου» (MINOS-EMI) είκοσι πέντε τραγούδια - σταθμούς της συνεργασίας τους. Ανάμεσά τους, δύο ανέκδοτα τραγούδια σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση Γιάννη Ρίτσου).

Έφυγε ο Τάσος Διακογιώργης

Σε ηλικία 83 ετών έφυγε (12.3.2007) ο μουσικός Tάσος Διακογιώργης. Γεννημένος το 1924 στα Mαριτσά της Pόδου πήρε τα πρώτα του μαθήματα στο σαντούρι κοντά σ’ έναν πρακτικό δάσκαλο. H συνεργασία του με τον Mάνο Xατζιδάκι σηματοδότησε την είσοδο του σαντουριού στην ονομαζόμενη «έντεχνη» μουσική και τη γνωριμία του μουσικού με το ξυλόφωνο. Tο «Aξιον Eστί» αποτέλεσε την απαρχή της συνεργασίας του με τον Mίκη Θεοδωράκη. O Tάσος Διακογιώργης συνεργάστηκε με τους περισσότερους Eλληνες συνθέτες και μαέστρους σε έργα σύγχρονης ελληνικής μουσικής.

Στα Νέα (13.3.2007): ΠΕΘΑΝΕ Ο ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ. Σίγησε το σαντούρι του Τάσου Διακογιώργη. Η ελληνική μουσική οικογένεια έχασε χθες έναν από τους διαπρεπέστερους μαστόρους της στα παραδοσιακά όργανα: τον δεξιοτέχνη στο σαντούρι, κυρίως, αλλά και στα παραδοσιακά κρουστά και στο βιολί, Τάσο Διακογιώργη, που έσβησε ήσυχα στα 83 του χρόνια (τελευταία είχε χτυπηθεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ).

Ο Τάσος Διακογιώργης είχε γεννηθεί το 1924 στα Μαριτσά της Ρόδου. Ως παιδί πήρε τα πρώτα του μαθήματα στο σαντούρι από παραδοσιακό μουσικό. Το 1954 ήρθε στην Αθήνα όπου σπούδασε μουσική, θεωρητικά με τον Μανώλη Καλομοίρη και με τον Λεωνίδα Ζώρα. Παράλληλα, δούλεψε ως σολίστ στο σαντούρι στα Μπαλέτα της Δώρας Στράτου. Η συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι σηματοδότησε την είσοδο του σαντουριού στην ονομαζόμενη έντεχνη μουσική. Χάρη σ' αυτήν ο Τάσος Διακογιώργης γνώρισε και το ξυλόφωνο και αργότερα την οικογένεια των κρουστών.

Συνεργάστηκε (πρώτα στο «Άξιον Εστί») και με τον Μίκη Θεοδωράκη και με άλλους Έλληνες συνθέτες και μαέστρους και σε έργα (λόγιας) σύγχρονης μουσικής. Έκανε ηχογραφήσεις μουσικής για το θέατρο και τον κινηματογράφο, έδωσε πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συμμετείχε σε ιστορικές ηχογραφήσεις (από τα «Τραγούδια του δρόμου» ώς τα «Ριζίτικα») και μύησε πολλούς νέους μουσικούς στην τέχνη του. Τον Μάιο 2001 (από τις τελευταίες του συναυλίες) συμμετείχε ως σολίστ στο «Άξιον Εστί» στο Ηρώδειο υπό τη διεύθυνση του ίδιου του Μίκη Θεοδωράκη.

Στον Ριζοσπάστη (14.3.2007): «Φτωχότερο το σαντούρι». Η ελληνική μουσική έχασε τον, 83χρονο, εξαιρετικό σολίστα του σαντουριού Τάσο Διακογιώργη, που «έφυγε» προχτές και κηδεύτηκε χτες στο νεκροταφείο Αγ. Παρασκευής.

Γεννημένος το 1924 στα Μαριτσά Ρόδου, ο Τάσος Διακογιώργης συνεργάστηκε με τους περισσότερους Ελληνες συνθέτες. Ο ήχος του σαντουριού του «χρωμάτισε» μοναδικά το «Αξιον Εστί» και άλλα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, είτε σε ζωντανές συναυλίες είτε στη δισκογραφία. Τα πρώτα του μαθήματα στο σαντούρι, τα πήρε παιδί ακόμα, από λαϊκό μουσικό δάσκαλο. Αργότερα, ερχόμενος στην Αθήνα, σπουδάζει θεωρητικά, αρχικά με τον Μανώλη Καλομοίρη και έπειτα με τον Λεωνίδα Ζώρα. Συνεργάζεται με τα Μπαλέτα της Δόρας Στράτου και με τον Μάνο Χατζιδάκι, κάτι που αποτελεί την απαρχή για την είσοδο του σαντουριού στην έντεχνη μουσική. Ασχολείται με το ξυλόφωνο, το μεταλλόφωνο και όλα σχεδόν τα κρουστά. Πολλές ήταν οι συναυλίες στις οποίες συμμετείχε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και οι ηχογραφήσεις του στη δισκογραφία και σε έργα μουσικής για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Παράλληλα, δίδαξε την τέχνη του σαντουριού σε νεότερους μουσικούς.

Ο Καρλ Πέρκινς

• Σε ηλικία 65 ετών έφυγε ο Καρλ Πέρκινς, από τους πρωτοπόρους του ροκαμπίλι. Ο Kαρλ Πέρκινς, ένας από τους πρωτοπόρους του ροκ Eντ ρολ, ο μουσικός δημιουργός του θρυλικού τραγουδιού «Blue Suede Shoes» πέθανε στις 19/1/1998, σε ηλικία 65 ετών, ύστερα από τρία αλλεπάλληλα εγκεφαλικά, που τον είχαν χτυπήσει.

Ο Kαρλ Πέρκινς, που ξεχώριζε επίσης για το γρήγορο και ιδιοφυές «παίξιμο» της κιθάρας του, επηρέασε προσωπικότητες και μουσικούς όπως ο Eλβις Πρίσλεϊ και οι Mπιτλς. Hταν περισσότερο γνωστός σαν ένας από τους πρωτοπόρους του «ροκαμπίλι», ένα συνδυασμό ρυθμ εντ μπλουζ και κάντρι μουσικής που προέκυψε από την εταιρεία Sun Records στο Mέμφις του Tενεσί στα μέσα της δεκαετίας του '5Ο.

Eγραψε και ηχογράφησε το «Blue Suede Shoes» το 1956 πουλώντας 2 εκατομμύρια αντίτυπα, τραγούδι που έγινε στη συνέχεια επιτυχία και από τον Eλβις Πρίσλεϊ. Ξεχωριστές επιτυχίες του μουσικού είναι επίσης το «Dixie Fried» και τα τραγούδια «Hone yDont», «Matchbox», «Everybody's Trying to be My Babe» κ.ά.

Ο Κάρλο Μαρία Τζουλιάνι

Ακριβής, ασκητικός, ευφυής και παρ' όλα αυτά και φορέας όλων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ιταλικής «σχολής» διεύθυνσης ορχήστρας, ο Κάρλο Μαρία Τζουλιάνι, που πέθανε προχθές στην Μπρέσα στα 91 του χρόνια, ήταν μια εμβληματική φυσιογνωμία αυτής ακριβώς της «σχολής».

Φίλος του Τοσκανίνι, μουσικός υπό τη διεύθυνση των Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ, Μπρούνο Βάλτερ και Ρίχαρντ Στράους στα πρώτα του βήματα, ο μαέστρος της Κάλλας στην ιστορική εκδοχή της «Τραβιάτα» του Βέρντι στη Σκάλα του Μιλάνο και μέντορας της νεότερης γενιάς των Ιταλών μαέστρων, όπως του Ρικάρντο Μούτι και του Κλάουντιο Αμπάντο, ο Τζουλιάνι ήταν γνωστός κι αγαπητός και στην Ελλάδα, όπου ήρθε για τελευταία φορά το 1994 για μια συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, διευθύνοντας τη Φιλαρμονική της Σκάλας του Μιλάνο σε έργα Μπετόβεν.

Ανεκδοτολογικού τύπου -κι ωστόσο πραγματικό- περιστατικό ήταν αυτό που αφορά την περίοδο της θητείας του (1978-1985) ως αρχιμουσικού στη Φιλαρμονική του Λος Αντζελες: όρος στο συμβόλαιο που είχε υπογράψει ήταν η εξαίρεσή του από οποιαδήποτε κοινωνική εκδήλωση, στο πλαίσιο των δημοσίων σχέσεων της ορχήστρας. Σχεδόν ασκητικός, όσο έμεινε στο Λος Αντζελες είχε έναν και μοναδικό φίλο, τον Ντάνι Κέι. Το 1985 παραιτήθηκε, επέστρεψε στην οικογένειά του, στην Μπρέσα, και έκτοτε αρνήθηκε οποιαδήποτε μόνιμη θέση αρχιμουσικού σε μεγάλη ορχήστρα, επιλέγοντας να αφοσιωθεί στην «παραμελημένη» σύζυγό του, Μαρτσέλα, και στους τρεις γιους τους.

Γεννημένος στις 9 Μαΐου 1914 στην πόλη Μπαρλέτα, κοντά στο Μπάρι, ο Κάρλο Μαρία Τζουλιάνι σπούδασε κατ' αρχήν βιολί και βιόλα. Στα 19 του έγινε μέλος της Ορχήστρας της Σάντα Τσετσίλια, παίζοντας συχνά στο -εκπληκτικής ακουστικής- Τεάτρο Ογκουστέο της Ρώμης, υπό τη διεύθυνση θρυλικών μαέστρων, όπως ο Φουρτβένγκλερ, ο Βάλτερ και ο Στράους.

Μαθητεύοντας κοντά στον Μπερναρντίνο Μολινάρι, το 1941 πήρε από το Ωδείο της Σάντα Τσετσίλια και πτυχίο στη διεύθυνση ορχήστρας. Ο πόλεμος τον βρήκε αξιωματικό του ιταλικού στρατού στο γιουγκοσλαβικό μέτωπο. Ενάντια στον φασισμό και τον Μουσολίνι, ως μέλος της ιταλικής Αντίστασης, ο Τζουλιάνι πέρασε λίγο αργότερα 9 ολόκληρους μήνες κρυμμένος.

Μεταπολεμικά, ο Τζουλιάνι συνεργάστηκε με την κρατική ορχήστρα της RAI, σε συναυλίες της στο Μιλάνο και τη Ρώμη. Κι εκεί τον πρόσεξε ο Τοσκανίνι, ανοίγοντάς του την πόρτα του σπιτιού του αλλά κι αυτήν μιας μεγάλης καριέρας. Καριέρα; «Η μουσική είναι πράξη αγάπης. Η λέξη "καριέρα" μού είναι απεχθής. Δεν είμαι ναύτης που ονειρεύεται να γίνει καπετάνιος», έλεγε ο Τζουλιάνι.

Καριέρα έκανε παρ' όλα αυτά, ξεκινώντας τις σημαντικότερες εμφανίσεις του από τη Σκάλα του Μιλάνο (1951-1956). Στη διάρκεια της εκεί θητείας του συνεργάστηκε με τον Λουκίνο Βισκόντι για την παραγωγή της «Τραβιάτα» με την Κάλλας. Η θαυμαστή μουσική του πορεία τον θέλει αρχιμουσικό σε σπουδαίες συμφωνικές ορχήστρες (του Σικάγο, της Βιέννης και του Λος Αντζελες).

Τελειομανής και μεθοδικός (αλλά αξιαγάπητος συνεργάτης των μουσικών από όπου κι αν πέρασε), ο Τζουλιάνι αφιερώνεται κυρίως στον Μπραμς, τον Μπαχ, τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν, τον Μπρούκνερ και τον Σούμπερτ. Κι όμως, σημαντικότερες ηχογραφήσεις-θησαυροί για τους φιλόμουσους θεωρούνται (ανάμεσα στις δεκάδες για τις μεγαλύτερες δισκογραφικές του κόσμου), αυτές στις οποίες ο Τζουλιάνι διευθύνει το «Ρέκβιεμ» και τον «Φάλσταφ» του Βέρντι. Πολλοί λάτρεις του Μότσαρτ θεωρούν και τον «Ντον Τζοβάνι» του Τζουλιάνι έναν από τους κορυφαίους στην ιστορία της μουσικής.(Ασ. Πρες, 16/06/2005). Στη φωτογραφία, ο Κάρλο Μαρία Τζουλιάνι στο πόντιουμ, σε συναυλία του 1989.

O Τόνι Τόμσον

«Εφυγε» ο Τόνι Τόμσον stiw 15/11/2003, σε ηλικία 48 ετών, θεωρούμενος από τους σημαντικότερους έγχρωμους ντραμίστες στην ιστορία της ποπ-ροκ μουσικής.

Παρ' ότι υπήρξε συνιδρυτής των θρυλικών Chic, η καριέρα του απογειώθηκε κατά τη δεκαετία του '80 ως ελεύθερος συνεργάτης σε δίσκους διασήμων των παγκόσμιας μουσικής σκηνής.

Η πρώτη σημαντική στιγμή της καριέρας του ήταν η συνεργασία με τον Nile Rogders, το ηχητικό στίγμα των Chic, οι οποίοι έγιναν μέντορες της disco με τραγούδια, όπως «Ι want your love», «Le freak», «Everybody dance» κ.ά. Αργότερα συνεργάστηκε με τον πρόσφατα εκλιπόντα Ρόμπερτ Πάλμερ και δύο από τα μέλη των Duran Duran στο περιστασιακό σχήμα Power Station κάνοντας μεγάλη επιτυχία με το τραγούδι «Some like it hot». Τα επόμενα χρόνια έγινε περιζήτητος ως στουντιακός μουσικός σε τζαζ και ροκ παραγωγές. Συνεργάστηκε με πολλούς, ηχογραφώντας ή συμμετέχοντας σε περιοδείες, μεταξύ άλλων με τους Ντέιβιντ Μπάουι, Μαντόνα και Λεντ Ζέπελιν. Οπως ανακοινώθηκε, έπασχε από καρκίνο.