Sunday, March 14, 2010

«Η περιπέτεια ξαναρχίζει»

Ο Στιούαρτ Στέιπλς μιλάει για τον νέο δίσκο των Τίντερστικς

«Ο νέος δίσκος γεννήθηκε στους διαδρόμους και στις πρόβες των συναυλιών. Από εκεί ήρθαν όλες αυτές οι ιδέες που εξελίχθηκαν σε τραγούδια». Ετσι εξηγεί ο Στιούαρτ Στέιπλς, ο τραγουδιστής και κιθαρίστας των Tindersticks, από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, τις συνθήκες μέσα από τις οποίες ξεπήδησε το «Falling down the mountain», που μόλις κυκλοφόρησε.


«Είχαμε τελειώσει μια εξοντωτική περιοδεία κι ήταν η πρώτη φορά στην πορεία μας που δεν ήμασταν σίγουροι αν πρέπει να κάνουμε μια παύση ή να μπούμε κατευθείαν στο στούντιο και να εξερευνήσουμε την καινούρια μουσική. Νιώθαμε ότι από την προηγούμενη δουλειά μας, είχε μείνει κάτι ανολοκλήρωτο», λέει ο ίδιος.

Η περιπέτεια ξαναρχίζει

Μουσικά ο δίσκος του βρετανικού συγκροτήματος που επανασυνδέθηκε πέρυσι ύστερα από πέντε χρόνια, είναι διαφορετικός. Υπάρχει φυσικά η διάχυτη ρομαντική μελαγχολία του παλιού τους ήχου. Μόνο που στα καινούρια τραγούδια υπάρχουν στοιχεία τζαζ και μια φανκ ατμόσφαιρα. «Θεωρώ ότι είναι μια επιστροφή στις πρώτες μέρες μας. Δεν εννοώ ότι επαναλαμβανόμαστε, αλλά ότι ξαναβρίσκουμε εκείνη την αίσθηση της περιπέτειας που νιώθαμε όταν ξεκινούσαμε. Αυτό είναι το πιο σημαντικό, να νιώθεις ξανά ικανός να κινηθείς σε νέες κατευθύνσεις».

Γι' αυτό και ο Στέιπλς θεωρεί την καινούρια δουλειά ένα βήμα μπροστά για τους Tindersticks. «Η αλλαγή στον ήχο μας είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας μας με νέους μουσικούς, που έφεραν τις δικές τους επιρροές. Το "Falling down the mountain" το ηχογραφήσαμε ζωντανά τη στιγμή που παίζαμε. Ετσι καταφέραμε να συλλάβουμε την ενέργεια μιας ηχογράφησης χωρίς το λούστρο της παραγωγής. Στο "Hungry saw" ήμασταν ένα συγκρότημα κλεισμένο σε ένα δωμάτιο, ενώ εδώ είχαμε και αυτοπεποίθηση και ανάγκη να πειραματιστούμε. Ακολουθήσαμε τη μουσική χωρίς να της θέσουμε όρια».

Η παρακμή της δισκογραφίας δεν μοιάζει να πτοεί τους Tindersticks. «Προσωπικά πιστεύω περισσότερο στη δημιουργικότητα του καλλιτέχνη παρά στην κατάσταση της αγοράς», εξηγεί ο Στέιπλς. «Οταν κάτι υπάρχει μέσα σου και θέλει να εκφραστεί, δεν μπορείς να περιμένεις την κατάλληλη οικονομική συγκυρία. Από την άλλη, είμαι ρεαλιστής: τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε βγάλει περισσότερα χρήματα από τη δουλειά μας απ' όσα την εποχή πριν διαλυθούμε. Οπότε νιώθω προνομιούχος και μπορώ να συγκεντρώνομαι στη μουσική μου αντί να ασχολούμαι με τις πωλήσεις των δίσκων και τα εισιτήρια των συναυλιών. Αλλωστε, ήδη ξεκινάμε τις πρώτες συναυλίες. Και μετά από τόσον καιρό εκτός σκηνής, τις απολαμβάνω πολύ περισσότερο από τα προηγούμενα χρόνια. Ισως γιατί τώρα έχω καταλάβει πόσο ανεκτίμητο είναι να παίζεις μπροστά στο κοινό».

Στην Ελλάδα θα έρθουν ξανά τον Σεπτέμβριο. «Με τη χώρα σας είχα πάντα μια ξεχωριστή σχέση», διαβεβαιώνει ο συνομιλητής μας. «Σε μια παραλία στην Κέρκυρα βαφτιστήκαμε Tindersticks, από ένα σπιρτόκουτο που βρήκα στην άμμο. Αλλα δεν ήταν μόνο αυτό. Ηταν η εποχή που γράφαμε τραγούδια, λίγο χαμένοι και αδέξιοι χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε, στέλνοντας τις δοκιμαστικές ηχογραφήσεις σε δισκογραφικές εταιρείες μήπως και μας προσέξουν και υπογράψουμε συμβόλαιο. Μετά την επιστροφή μας από την Ελλάδα, φτιάξαμε δική μας εταιρεία, κυκλοφορήσαμε τη μουσική που θέλαμε και δεν ασχοληθήκαμε ξανά με το μουσικό κατεστημένο. Ομως όλα άρχισαν από κείνη την παραλία». *

Πέθανε ο Γάλλος τραγουδιστής Ζαν Φερά

Jean Ferrat aux côtés d'Isabelle Aubret et de Juliette Gréco au théâtre Bobino, en 1965.

Την τελευταία του πνοή άφησε το Σάββατο (13/3) σε ηλικία 79 ετών, ο Γάλλος τραγουδιστής Ζαν Φερά. Aριστερός καλλιτέχνης και συνθέτης, ο Ζερά δημιούργησε και ερμήνευσε περίπου 200 τραγούδια. Στα τραγούδια του, περιέπλεξε πολιτικά κείμενα, αναφορές στον ποιητή και συγγραφέα Λουί Αραγκόν και στίχους όπου εξέφραζε την αγάπη του για την περιοχή της Αρντες, όπου διέμενε εδώ και πολλά χρόνια. Γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου του 1930 στο προάστιο του Παρισιού, Βοκρεσόν. Είχε χάσει στην ηλικία των 11 ετών τον πατέρα του, ένα εβραίο μετανάστη από τη Ρωσία που είχε εκτοπιστεί στο Άουσβιτς. Σώθηκε χάρη στους κομμουνιστές μαχητές, κάτι που δεν ξεχασε ποτέ στη ζωή του.

Réactions : "Jean Ferrat incarnait la difficile synthèse entre la révolte et l'idéal"

LE MONDE.FR avec AFP | 13.03.10 |

Jean Ferrat aux côtés d'Isabelle Aubret et de Juliette Gréco au théâtre Bobino, en 1965.


AFP/-
Jean Ferrat aux côtés d'Isabelle Aubret et de Juliette Gréco au théâtre Bobino, en 1965.

Le chanteur Georges Moustaki, qui a qualifié d'"exceptionnelle" l'œuvre de Jean Ferrat, a évoqué "quelqu'un d'exemplaire", qui "n'a rien sacrifié de ce qui lui tenait à cœur". C'était "un homme engagé, mais il n'était pas un hurleur de sentences. Il le faisait avec poésie", a poursuivi Moustaki. "Il y avait un lien très fort entre nous, a-t-il ajouté, évoquant ensuite leur jeunesse et leurs débuts, à la même époque. Dans les années 50, on avait commencé à écrire des chansons ensemble. Il a eu très vite un grand succès par la beauté de sa voix qui était exceptionnelle."

La secrétaire nationale du Parti communiste français, Marie-George Buffet, s'est déclarée "bouleversée" par la disparition de Jean Ferrat, toute sa vie compagnon de route du parti sans jamais en avoir été membre. Dans un communiqué, Mme Buffet écrit que "notre ami, notre camarade Jean Tenenbaum dit Jean Ferrat est parti ce samedi rejoindre ses amis les poètes". Soulignant que "son compagnonnage critique avec le Parti communiste était utile et exigeant", Mme Buffet a jouté que "Jean Ferrat était le chanteur dont le sens de l'humanité et de la justice a accompagné l'engagement de générations de militants".

L'ancien chef de file des communistes Robert Hue a loué "son ami", un homme qui "a chanté la France comme personne". "Je suis bouleversé et j'ai encore du mal à me faire à cette disparition brutale, a poursuivi M. Hue. Chacun sait bien qu'il était un immense artiste, un poète, un humaniste." M. Hue a rappelé qu'il avait eu l'"immense honneur" d'accueillir Jean Ferrat sur la liste qu'il conduisait pour les élections européennes de 1999. "C'est la seule fois qu'il avait figuré dans une élection nationale", a-t-il dit à propos de ce compagnon de route.

La première secrétaire du Parti socialiste, Martine Aubry, a affirmé que le chanteur "resterait comme un militant infatigable de la justice sociale". Dans un communiqué, Mme Aubry a fait part de sa "très grande émotion" à l'annonce de la disparition de Jean Ferrat. "Il avait tiré de sa passion des mots et d'Aragon un don pour la composition. Chacune de ses chansons était un hymne à la résistance. Elles resteront longtemps dans nos mémoires", a-t-elle écrit. Pour Mme Aubry, Jean Ferrat "aimait 'Sa France', chantait la beauté de ses paysages et l'air de liberté qui la traverse. Cet artiste passionné incarnait la difficile synthèse entre la révolte et l'idéal. Il était profondément engagé et aura tenté, sans jamais se lasser, de lutter contre toutes les formes de servitudes."

Le président de la République, Nicolas Sarkozy, a appris "avec beaucoup de tristesse" la mort du chanteur. "Chacun a en mémoire les mélodies inoubliables et les textes exigeants de ses chansons, qui continueront encore longtemps, par leur générosité, leur humanisme et leur poésie, à transporter les âmes et les cœurs, à accompagner aussi les joies et les peines du quotidien", a-t-il écrit dans un communiqué.

L'animateur Michel Drucker avait reçu Jean Ferrat dans son émission "Vivement dimanche", en 2003, un des rares passages du chanteur à la télévision. M. Drucker a rendu hommage à l'un "des derniers géants" de la chanson française. "C'est une partie de la France, toute une génération qui a beaucoup de chagrin aujourd'hui. Il y avait Brel, Brassens, Ferré et puis il y avait Jean, c'était le dernier des Mohicans", a-t-il dit sur France Info.

Isabelle Aubret, très proche de Jean Ferrat et dont le répertoire compte nombre de ses chansons, lui a rendu un émouvant hommage sur scène samedi en fin d'après-midi à Tours (Indre-et-Loire) en interprétant son titre fétiche "C'est beau la vie !". "Je perds un ami. Je perds l'ami. Le public aussi a perdu un ami. C'est une déchirure après tant d'années, de bons temps et de belles chansons", a-t-elle déclaré.

Pour Frédéric Mitterrand, "'Nuit et brouillard', 'Potemkine', 'Camarade', 'Ma Môme' ou encore 'La Montagne', c'était cela Ferrat, ce mélange d'engagement politique, de fraternité et d'amour". "On n'oubliera pas 'Les Yeux d'Elsa', et son interprétation des poèmes d'Aragon qui a marqué des générations", a fait savoir le ministre de la culture dans un communiqué.

Μια ποπ σταρ στο Μέγαρο

Ποιος να μας το έλεγε τότε και πώς να τον πιστεύαμε; Η Αλισον Μουαγέ στο Μέγαρο Μουσικής! Η κομψή τραγουδίστρια των Yazoo, του ελέκτρο-ποπ συγκροτήματος που μεσουρανούσε τη δεκαετία του '80 με επιτυχίες όπως το «Only you» και το «Don't go», έρχεται πια στη χώρα μας για συναυλία, όχι πλέον σε ένα κλαμπ αλλά στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής -Σάββατο, τιμές εισιτηρίων 80, 65, 50, 40 και 30 ευρώ (φοιτητικό).


Αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν και οι καλλιτέχνες. Και ειδικά η Αλισον Μουαγέ, που, γρήγορα, επιχείρησε μια στροφή στην καριέρα της εγκαταλείποντας την ποπ. «Στα μέσα της δεκαετίας του '80 ήταν διασκεδαστικό να είσαι μια σκύλα ποπ σταρ» λέει. «Αυτό όμως άλλαξε στη συνέχεια και έπαψε να μοιάζει αρκετό. Κοιτάζοντας την τότε εικόνα μου νιώθω περήφανη για όσα πέτυχα και κυρίως για τα μαθήματα που πήρα. Αναγνωρίζω όμως τον εαυτό μου περισσότερο στα τωρινά μου τραγούδια».

Μετά τους Yazoo ξεκίνησε προσωπική καριέρα πετυχαίνοντας με το άλμπουμ «Alf» να είναι η τραγουδίστρια με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της δεκαετίας στη Βρετανία. Συνεργάστηκε με ονόματα όπως ο Μπομπ Γκέλντοφ και ο Ντέιβιντ Μπόουι, βραβεύθηκε με Brit Award, ήταν υποψήφια για βραβεία Γκράμι και Mercury, ενώ κράτησε κι έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο μιούζικαλ «Chicago». Το τελευταίο διάστημα η Αλισον Μουαγέ, η τραγουδίστρια που ξεκίνησε από το Εσεξ της Αγγλίας, παρουσιάζεται εξαιρετικά δραστήρια. Κατ' αρχάς θα περιοδεύσει με τη rhythm and blues ορχήστρα του Τζουλς Χόλαντ, του παλιού της συνεργάτη από το τηλεοπτικό σόου «The tube» της δεκαετίας του '80. Επίσης, παίζει στο ροκ ντοκιμαντέρ του Τζούλιαν Τεμπλ, το «Oil City Confidential» για τους Dr Feelwood, ενώ αποτελεί ένα από τα κεντρικά πρόσωπα στο ντοκιμαντέρ του BBC «Synth Britannia», με θέμα τους μουσικούς εκείνους που πρώτοι χρησιμοποίησαν συνθεσάιζερ στην ποπ.

Τον περασμένο Αύγουστο είχε συμμετάσχει στο Φεστιβάλ της Σάνης (Χαλκιδική) δίπλα στον διάσημο γάλλο συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Μισέλ Λεγκράν. Τρία τραγούδια ερμήνευσε, μόνο, προς το τέλος του λάιβ, ωστόσο εκείνος την παρουσίασε αποδίδοντάς της μεγάλες τιμές. Αυτή τη φορά θα είναι 100% δική της η συναυλία και θα παρουσιάσει, όπως λέει, «25 χρόνια μουσικής καριέρας». Είναι η περιοδεία για το τελευταίο της άλμπουμ «Revisited: The Very Best of Alison Moyet», με κάποιες από τις κλασικές ηχογραφήσεις της αλλά και διασκευές σε αγαπημένα της τραγούδια. «Η μεγαλύτερη απόλαυσή μου είναι όταν βρίσκομαι στη σκηνή και τραγουδάω» γράφει στο site της. «Μερικές φορές είναι δύσκολο και κοπιαστικό, αλλά όταν πετυχαίνει είναι πράγματι υπέροχο. Και αυτό συμβαίνει πολύ συχνά τελευταία».

Η ιστορία της Γουόρις Ντίρι

Η Γουόρις Ντίρι είναι μια πανέμορφη Σομαλή, σαραντάρα σήμερα, με μια συνταρακτική ιστορία που έγινε βιβλίο και, τώρα, ταινία από τη Σέρι Χόρμαν (στις αίθουσες): το «Λουλούδι της ερήμου».

Η Ντίρι ήταν ένα πάμφτωχο κορίτσι, που ζούσε νομαδική ζωή στην έρημο της Σομαλίας, αλλά κατάφερε να ξεφύγει από την προδιαγεγραμμένη μοίρα της. Και όχι μόνο αυτό: κατάφερε να πρωταγωνιστήσει στον χώρο της μόδας, κάνοντας «όνομα» σχεδόν εφάμιλλο με της συμπατριώτισσάς της Ιμάν. Η Revlon την πλάσαρε ως την «ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο». Ολ' αυτά θυμίζουν ολίγον Σταχτοπούτα, όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή: όπως αποκάλυψε στην παλιότερη ομότιτλη αυτοβιογραφία της, υπέστη νωρίς το βάρβαρο έθιμο της κλειτοριδεκτομής, και μάλιστα από την ίδια της τη μητέρα.

Στη Νέα Υόρκη, στο απόγειο της καριέρας της, μίλησε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και περιέγραψε τη διαδικασία του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων στην οποία υποβλήθηκε όταν ήταν μόλις πέντε ετών. Λίγο αργότερα εγκατέλειψε την καριέρα του μοντέλου και, ως πρέσβειρα του ΟΗΕ, αφιερώθηκε στον αγώνα για τον τερματισμό αυτού του βάρβαρου τελετουργικού το οποίο υφίστανται εκατομμύρια γυναίκες σε όλον τον κόσμο (ένα από τα μετέπειτα βιβλία της αναφερόταν στην κλειτοριδεκτομή που γίνεται στην Ευρώπη).

Το πολύκροτο μπεστ σέλερ (1998, Ωκεανίδα), που μόνο στην Ελλάδα πούλησε 110.000 αντίτυπα, γυρίστηκε ταινία με προϋπολογισμό 17 εκατομμύρια δολάρια -ποσό υψηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ της Βενετίας και τα γυρίσματά της έγιναν σε Λονδίνο, Σομαλία, Βερολίνο, Τζιμπουτί και Νέα Υόρκη. Το πιο δύσκολο βέβαια ήταν να βρεθεί μια κοπέλα που όχι μόνο να μοιάζει στην Ντίρι αλλά να μπορεί να αποδώσει τις λεπτές εκφραστικές αποχρώσεις ενός απαιτητικού ρόλου. Τις προδιαγραφές πληρούσε το μοντέλο Λία Κεμπέντε από την Αιθιοπία.

Το φιλμ παρακολουθεί τη δωδεκάχρονη Γουόρις να δραπετεύει από την οικογένειά της όταν ο πατέρας της αποφασίζει να την παντρέψει με έναν εβδομηντάχρονο βοσκό με αντάλλαγμα πέντε καμήλες. Το κορίτσι βρίσκει καταφύγιο στη γιαγιά της στο Μογκαντίσου, η οποία, όμως ντροπιασμένη από τη συμπεριφορά της εγγονής της, τη στέλνει να δουλέψει ως καθαρίστρια στην πρεσβεία της Σομαλίας στο Λονδίνο κοντά σε κάποιους συγγενείς. Για τα επόμενα χρόνια η νεαρή Γουόρις δεν θα βγει καθόλου από την πρεσβεία μέχρι την ημέρα που ξεσπά εμφύλιος στην πατρίδα της και όλοι οι αξιωματούχοι τρέπονται σε φυγή. Ξαφνικά βρίσκεται, μόνη, να περιφέρεται με μια βαλίτσα για πρώτη φορά στους δρόμους του Λονδίνου.

Πολλοί είναι αυτοί που σοκαρίστηκαν βλέποντας στην ταινία ένα πεντάχρονο παιδάκι να υποβάλλεται σε κλειτοριδεκτομή -και διαπιστώνοντας πως το παιδί αυτό συνεχίζει να υποφέρει από το «έθιμο» αυτό για πολλά χρόνια αργότερα. *

Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί...

Ο Τζόνι Κας και ο Τζίμι Χέντριξ βγάζουν νέο δίσκο και ο Ελβις δίνει συναυλία! Μήπως η μουσική βιομηχανία το παρακάνει; Καινούρια άλμπουμ και συναυλίες καλλιτεχνών μέσα από τον... άλλο κόσμο. Δεν πρόκειται για μακάβριο αστείο. Στο Λονδίνο ανακοινώθηκαν δύο συναυλίες του Ελβις Πρίσλεϊ για τον Μάιο, ενώ τη Δευτέρα κυκλοφόρησε το καινούριο του άλμπουμ ο Τζίμι Χέντριξ.

ΕΛΒΙΣ ΠΡΙΣΛΕΪ

ΕΛΒΙΣ ΠΡΙΣΛΕΪ

Σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του. Ηδη τον προηγούμενο μήνα, έβγαλε τα νέα του τραγούδια και ο Τζόνι Κας. Τουλάχιστον αυτός αποχαιρέτησε τα εγκόσμια πιο πρόσφατα. Και δεν είναι οι μόνοι νεκροί που... επιστρέφουν. Οι εξαιρετικά δημοφιλείς ράπερ 2 Pac και Notorius Β.Ι.G. «επιστρέφουν» τακτικά με καινούριες τους δουλειές, αν και απεβίωσαν εδώ μία δεκαπενταετία.

Πότε πρόλαβαν να γράψουν τόσα πολλά τραγούδια αφήνοντάς τα ως... κληρονομιά στις επερχόμενες χιπ-χοπ γενιές, ένας Θεός το ξέρει ή, μάλλον, ένας διάβολος, αφού αμφότεροι δολοφονήθηκαν. Πάλι καλά που στη συναυλία των Doors πριν από χρόνια στο Λυκαβηττό, δεν είδαμε τον ίδιο τον Τζιμ Μόρισον αναστημένο, αλλά ένα πιστό αντίγραφό του. Μόνο ο Μάικλ Τζάκσον έχει ξεφύγει μέχρι στιγμής. Οχι ότι δεν είχαμε και από αυτόν μία, μετά θάνατον, ταινία και δισκογραφική κυκλοφορία με τις πρόβες των συναυλιών που ετοίμαζε.

«Ο Ελβις Πρίσλεϊ θα δώσει δύο συναυλίες και θα τραγουδήσει όλες τις μεγάλες του επιτυχίες». Οι γιγαντοαφίσες στο ο2 του Λονδίνου και οι διαφημιστικές καταχωρίσεις σε περιοδικά και εφημερίδες μοιάζουν να έρχονται από τη ζώνη τού λυκόφωτος. Ο Ελβις, live. Πώς; Με έναν συνδυασμό βίντεο και ζωντανής ορχήστρας. Στο μέσο της σκηνής, όπως αναφέρεται, θα στηθεί ένα τεράστιο βίντεο γουόλ μέσα από το οποίο θα τραγουδάει ο Ελβις, αυτοπροσώπως. Μπροστά θα υπάρχει η ορχήστρα με 21 μουσικούς (αυτοί... ζωντανοί) μερικοί εκ των οποίων συμμετείχαν και στην αρχική μπάντα του καλλιτέχνη. Οι εμφανίσεις του Ελβις προέρχονται από διάφορα λάιβ του -αφαιρέθηκαν όλοι οι πρόσθετοι ήχοι εκτός από τα φωνητικά. Θα ακουστούν φυσικά και κάποια ακυκλοφόρητα τραγούδια, ενώ θα προβάλλεται ανέκδοτο κινηματογραφικό υλικό. Αυτόγραφα, όχι, στο τέλος δεν προβλέπονται.

Καινούριο άλμπουμ όμως προγραμματίζεται και με τραγούδια τού Χέντριξ. Το «Valleys of Neptune», με 12 ακυκλοφόρητα ηχογραφήσεις του 1969. «Ο αδελφός μου στο στούντιο ένοιωθε όπως στο σπίτι του» είπε επί τη ευκαιρία στο περιοδικό «Rolling Stone» η εξ αγχιστείας αδελφή του τροβαδούρου. «Το Valleys of Neptune αποδεικνύει κατηγορηματικά ότι ήταν πρωτοποριακός και στην ηχογράφηση, όπως ήταν και ως κιθαρίστας». Τα τραγούδια έχουν υποστεί νέα επεξεργασία ήχου από τον Εντι Κράμερ, τον παραγωγό του κλασικού άλμπουμ του Τζίμι, «Electric Ladyland». Συμμετείχαν κάποια από τα αυθεντικά μέλη των «Experience» αλλά και ο καινούριος, τότε, μπασίστας του γκρουπ Μπίλι Κοξ.

«Δημιουργήθηκαν προβλήματα μεταξύ των μουσικών τότε. Οι ηχογραφήσεις αποτυπώνουν ακριβώς το κλίμα εκείνης της μεταβατικής περιόδου στη καριέρα του Τζίμι» είπε ο μουσικός Τζον Μακ Ντέρμοτ, συγγραφέας του «An Illustrated Experience», ενός βιβλίου για τη ζωή του Χέντριξ. «Πρόκειται στην ουσία για την τεκμηρίωση μίας σπουδαίας εποχής στην καριέρα του, λίγο μετά την κυκλοφορία του Electirc Ladyland». Στο άλμπουμ περιλαμβάνεται μία διαφορετική εκτέλεση του κλασικού «Fire» καθώς και μία, κιθαριστική, ινστρουμένταλ διασκευή στο «Sunshine of your Love» των Cream. Στα σκαριά βρίσκεται και η κυκλοφορία ενός ακόμα άλμπουμ με ακουστικά κομμάτια.

Οσο για τον νέο δίσκο με ακυκλοφόρητα τραγούδια του Τζόνι Κας, τον έκτο στη σειρά των American Recordings με παραγωγό τον Ρικ Ρούμπιν, κυκλοφόρησε στις 26 Φεβρουαρίου, την ημέρα των γενεθλίων του. Ο τίτλος του, σαρκαστικός: «American VI: Ain't Νο Grave». Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε τους τελευταίους μήνες της ζωής του αμερικανού τροβαδούρου, όταν ήταν ήδη πολύ άρρωστος και μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο. «Είχε πια συμβιβαστεί με την ιδέα του πόνου» λέει ο Ρούμπιν. «Οταν κατάλαβε ότι θα πεθάνει σύντομα, ένιωθε πολύ ήρεμος». Ο Τζόνι έχασε τη μάχη με τη ζωή στις 12 Σεπτεμβρίου του 2003, τέσσερις μόλις μήνες από το χαμό της αγαπημένης του συντρόφου Τζουν Κάρτερ. Στο άλμπουμ ακούγεται πρώτη φορά το «Ι Corinthians: 15:55», ένα τραγούδι που είχε ηχογραφήσει παλιότερα, ενώ διασκευάζει το «Redemption Day» της Σέριλ Κρόου και το «For the Good Times» του Κρις Κριστόφερσον. *

Υπέροχες φωνές στις ... γειτονιές του κόσμου

Η Μαρία Φαραντούρη, η Ελλη Πασπαλά και η Σαβίνα Γιαννάτου προσφέρουν ένα μαγευτικό μουσικό «ταξίδι»


Ενα μαγευτικό ταξίδι στις γειτονιές του κόσμου, με «όχημα» διαλεχτά τραγούδια και σπουδαίες ερμηνείες, αποτελεί η μουσική παράσταση της Μαρίας Φαραντούρη, Ελλης Πασπαλά και Σαβίνας Γιαννάτου, στις 18 Μαρτίου (9 μ.μ.), στο «Παλλάς» (Βουκουρεστίου 5, 210-3213.100). Δέκα χρόνια μετά την πρώτη τους συνεργασία και μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε η παράστασή τους τον περασμένο Δεκέμβρη, οι τρεις τραγουδίστριες ενώνουν και πάλι το ιδιαίτερο ύφος, τη λυρικότητα, το πάθος και τις ερμηνείες τους σε ένα πρόγραμμα - πανδαισία φωνητικών αποχρώσεων και μαγευτικών ήχων. Με καλλιτεχνική ανάγκη να ξαναβρούν τις μελωδίες και τη μουσική ψυχή κάθε χώρας, συνέλεξαν και παρουσιάζουν ηχοχρώματα διαφορετικών πολιτισμών. Ξεκινούν από την Ελλάδα, τη δημοτική και τη βυζαντινή παράδοση, τα ρεμπέτικα, το έντεχνο, και περνώντας από Βαλκάνια, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, φτάνουν ως τη Βόρεια Αμερική με τα σπιρίτσουαλς και τα γκόσπελ, την Καραϊβική και τη Λατινική Αμερική. Συνταξιδιώτες τους, ο σπουδαίος πιανίστας Τάκης Φαραζής (πιάνο, ακορντεόν), που έκανε και την ενορχήστρωση και οι εξαίρετοι μουσικοί David Lynch (πνευστά, κρουστά), Θωμάς Κωνσταντίνου (νυκτά έγχορδα), Γιώργος Καλούδης (τσέλο, κρητική λύρα, κρουστά), Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί), Πέτρος Βαρθακούρης (μπάσο), Γιάννης Αγγελόπουλος (ντραμς).
Με αγάπη και αλήθεια

«Πάντα υπήρχε από τον κόσμο η διάθεση να ξαναγίνει η παράσταση, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1999 - 2000, στη "Σφεντόνα" και σε περιοδεία και είχε γοητεύσει τον κόσμο», αναφέρει η Μαρία Φαραντούρη, της οποίας η σχέση με την παγκόσμια μουσική σκηνή αριθμεί τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Μεταξύ άλλων, τραγούδησε πρώτη Μπέρτολτ Μπρεχτ στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, σε μια παράσταση (σε σκηνοθεσία Θ. Τερζόπουλου) με τον σπουδαίο ηθοποιό, γαμπρό του Μπρεχτ, Εκεχαρντ Σαλ, με τον οποίο έκανε παραστάσεις με τραγούδια του Μπρεχτ και στην Ελλάδα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Η ερμηνεία της σφράγισε πολιτικά τραγούδια διαμαρτυρίας και καταγγελίας του κόσμου (Λ. Αμερική, Ιταλία, ελληνόφωνα Κ. Ιταλίας, Ισπανικό εμφύλιο κ.ά.), στον αξέχαστο και ιδιαίτερα πετυχημένο δίσκο της «Τραγούδια διαμαρτυρίας απ' όλον τον κόσμο». Ακολούθησαν τα «17 τραγούδια» σε ενορχήστρωση του μεγάλου Κουβανού συνθέτη και δασκάλου της μουσικής Λέο Μπράουερ (με τραγούδια από Βραζιλία, Ιταλία, Ελλάδα, του Βαγγέλη Παπαθανασίου κ.ά.), καθώς και οι δύο δίσκοι της με τραγούδια του Τούρκου δημιουργού Ζουλφί Λιβανελί («Η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει Λιβανελί» και «Η μνήμη του νερού») κ.ά.

Από την παράσταση του περασμένου Δεκέμβρη, στο «Παλλάς»
«Από τότε που τραγουδούσα τον Μίκη και τον Μάνο ήταν πάντοτε για μένα πολύ συναρπαστικό να τραγουδάω και άλλα πράγματα, το είχα ανάγκη», λέει η Μ. Φαραντούρη. «Γιατί ταξίδεψα πολύ, γιατί συνάντησα μεγάλους καλλιτέχνες από διαφορετικά είδη και ύφη μουσικά, όπως οι Μερσέντες Σόσα, Λούτσιο Ντάλα, Τζον Γουίλιαμς και συνεργάστηκα μαζί τους. Εχοντας το "όπλο" Μίκης Θεοδωράκης και τη μουσική του, είχα την ευκαιρία να συναντήσω πάρα πολύ κόσμο και μεγάλους καλλιτέχνες, που αγάπησαν πολύ τα τραγούδια και τη μουσική του. Για χρόνια τραγουδούσαμε έργα του στο εξωτερικό και ακόμη συνεχίζουμε να τα τραγουδάμε, καθώς το ενδιαφέρον του κόσμου παραμένει αμείωτο. Κάθε χρόνο πηγαίνω στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία - τώρα θα πάω Αγγλία - Τουρκία, Ολλανδία κ.α.». Ακόμα και γκρουπ της τζαζ γοητεύονται από τις δωρικές κλίμακες της ελληνικής μουσικής και του Μ. Θεοδωράκη, λέει η Μ. Φαραντούρη, η οποία μάλιστα θα συμμετέχει «σε μια παραγωγή πάρα πολύ αξιόλογη, μαζί με Αμερικανούς τζαζίστες, που θα γίνει μέσα στο καλοκαίρι».

Τραγούδια - ψυχή των λαών

«Αγωνία και ανάγκη μου από τότε ήταν να έρθω σε επικοινωνία με άλλες κοινωνίες, με την ψυχή άλλων λαών που εκφράζονταν πολιτιστικά, πολιτικά, αισθητικά. Μαν ένωναν οι ανάγκες της κοινωνίας....», αναφέρει. Σήμερα, σε μια περίοδο, που «αναμοχλεύεται το παλαιό τραγούδι», η Μ. Φαραντούρη και οι συνεργάτες της συγκέντρωσαν τραγούδια, που σημάδεψαν τους λαούς και τις κουλτούρες τους, τα οποία θέλησαν να τα μοιραστούν με τον κόσμο, μέσα από μια παράσταση - πρόταση. «Κάναμε μια επιλογή τι πάει στην καθεμία και ταυτόχρονα επιλέξαμε αυτά που τραγουδάμε ως τριφωνία. Κι έτσι κάνουμε μία, δύο, τρεις φωνές ταυτόχρονα, όπως στο "Gracias a la Vida", στο Βραζιλιάνικο "Acqua di bebe" και στο τραγούδι από το "Κάντο Χενεράλ". Μαζί παρουσιάζουμε τραγούδια από την ελληνική παράδοση, την Παλαιστίνη, το Ισραήλ, απ' όλο τον κόσμο...». «Οταν δίνεις αυτή τη μουσική και τα παλιά τραγούδια στα χέρια νέων ανθρώπων καταλαβαίνεις ότι είναι σαν να ξαναζούν μια δεύτερη ζωή», σημειώνει, ενώ αναφερόμενη στον τρόπο παρουσίασης τονίζει πως «παρουσιάζονται χωρίς κλισέ, με αυθεντικότητα και αλήθεια, από εξαίρετους μουσικούς - με προεξάρχοντα τον μαέστρο Τάκη Φαραζή - που δίνουν ωραίες, σύγχρονες ενορχηστρώσεις. Υπάρχει φαντασία, αγάπη προς το αντικείμενο».

Πρόκειται για μια «παράσταση που μπορεί να προσφέρει και χαρά και εγρήγορση και προβληματισμό», λέει. «Εχει μέσα της και ενέργεια και ποίηση, πολλή ποίηση», σημειώνει θυμίζοντάς μας το υπέροχο Βραζιλιάνικο ποίημα - τραγούδι για τη θάλασσα και την αγάπη, το οποίο «συναντά» δημιουργικά το «Χάρτινο το φεγγαράκι» του Μάνου Χατζιδάκι, το σπιρίτσουαλ «Freedom», το μπλουζ «Blue Monk» του Thelonious Monk που τραγούδησε η ίδια στο πιάνο, ή τα δικά μας λαϊκά τραγούδια... Αυτό που κάνει να είναι εντέλει τόσο συγγενή μεταξύ τους τραγούδια από τόσο μακρινές μεταξύ τους διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, για την Μ. Φαραντούρη δεν είναι τίποτα άλλο από την «ψυχή των λαών, τις κοινές ανάγκες των λαών. Η έκφραση του κάθε λαού όταν είναι αληθινή, μπορείς να ενώσεις όλα αυτά τα ακούσματα, να βρεθούν το ένα δίπλα στο άλλο. Η γλώσσα παύει να υπάρχει, είναι πλέον η γλώσσα της μουσικής...».

Δημιουργική «χημεία»

Οι τρεις τραγουδίστριες, με ιδιαίτερη διαδρομή η καθεμιά στη μουσική και διαφορετικές εμπειρίες, δούλεψαν πολλούς μήνες γι' αυτή την παράσταση. «Είμαστε τρεις γυναίκες που αντιμετωπίζουμε αυτό που κάνουμε και με σοβαρότητα και με ήθος», αναφέρει η Μ. Φαραντούρη. «Και είναι πολύ βασικό όχι μόνο τι λες, αλλά και πώς το λες. Εμείς με ήθος, αλήθεια και αγάπη στεκόμαστε και απέναντι στα παγκόσμια μουσικά ρεύματα. Παρά τη διαφορετικότητα που μπορεί να έχουμε στις φωνές, στις εμπειρίες, στις ηλικίες, στην παιδεία, στις διαδρομές μας - εγώ από 16 χρονώ τραγουδώ σε όλο τον κόσμο, η Σαβίνα συχνά εμφανίζεται σε έθνικ φεστιβάλ, η Ελλη με ευκολία τραγουδά σε πολλές γλώσσες - υπάρχει χημεία μεταξύ μας».

Καλλιτέχνις που επί χρόνια ταξιδεύει με τα τραγούδια του κόσμου, σε μουσικές σκηνές εντός κι εκτός Ελλάδας και στη δισκογραφία, η Σαβίνα Γιαννάτου αναφέρει ότι η παράσταση ήταν ιδέα της Μαρίας Φαραντούρη. «Επαναλαμβάνουμε τη συνεργασία που είχαμε πριν δέκα χρόνια, με διαφορετικά όμως τραγούδια, καθώς στο τωρινό πρόγραμμα, υπάρχουν λιγότερα παραδοσιακά και περισσότερα συνθετών», λέει. «Μας ενδιέφεραν πολύ τα τρίφωνα, εκείνα τα τραγούδια στα οποία βρισκόμαστε και οι τρεις. Το ενδιαφέρον για μένα είναι τα διαφορετικά ηχοχρώματα των φωνών μας. Δεν "συγκρουόμαστε" φωνητικά, δεν αλληλοκαλυπτόμαστε...Επίσης, πέρα από την καλλιτεχνική συνεργασία, έχουμε και μια ζεστή, ανθρώπινη σχέση μεταξύ μας».

Εισιτήρια για την παράσταση προπωλούνται στο «Παλλάς», έναντι 20, 30, 35, 45, 50, 60 ευρώ.

Στις 18 Απρίλη, η παράσταση «Ο γύρος του κόσμου με τρεις φωνές» θα παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη (Κλειστό γήπεδο του ΠΑΟΚ, Πυλαία), ενώ το καλοκαίρι θα «ταξιδέψει» στην περιφέρεια.


Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 14/03/2010

Saturday, March 13, 2010

Τα μυστικά της Αλισον

http://www.galeon.com/allmusic/caratulas/a/Alison_Moyet-The_Essential-Frontal.jpg

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΝΑΣΤΟ | Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010
  • Από τις επιτυχίες των Yazoo έχουν περάσει αρκετά χρόνια, η βελούδινη φωνή της Αλισον Μουαγέ όμως παραμένει αναλλοίωτη – αν όχι καλύτερη. Λίγες ημέρες πρoτού εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής, ανοίγει τα χαρτιά της αλλά και την καρδιά της και μιλάει για την εξέλιξή της ως τραγουδίστριας και ως ανθρώπου.


http://www.theocelot.co.uk/modules/news/images/storys/0911304341-alisonmoyet.jpg


Η Αλισον Μουαγέ δεν υπήρξε ποτέ μια τυπική σταρ των 80s και ας τη γνωρίσαμε με τους Yazoo, ως τη φωνή σε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας. Οταν το ποπ ντουέτο διαλύθηκε, η κυρία Μουαγέ συνέχισε ως σόλο όνομα, έγινε διάσημη, ωστόσο απέρριψε γρήγορα το ενδεχόμενο να εξαργυρώσει εύκολα και ανώδυνα το σουξέ της και ακολούθησε άλλα μονοπάτια, δύσκολα και αντισυμβατικά, παλεύοντας με τις δισκογραφικές εταιρείες για να μπορέσει να κάνει αυτό που η ίδια επιθυμούσε. Το πείσμα της το κληρονόμησε προφανώς από τον γάλλο πατέρα της, μαζί με την αδυναμία στα τραγούδια που μιλάνε για την τρελή αγάπη (amourfou, τη λένε στο Παρίσι). Στα γονίδια της αγγλίδας μητέρας της οφείλει ίσως την αυτοσυγκράτηση που τη βοηθά να μη φτάνει στην υπερβολή στις ερμηνείες της. Κοντεύοντας να συμπληρώσει μία δεκαετία πλήρους και δημιουργικού ελέγχου της δουλειάς της και με 30 χρόνια καριέρας στις αποσκευές της, η Αλισον Μουαγέ φέρνει στην Ελλάδα την αισθαντική βραχνάδα της και την άνεσή της να κινείται στα διάφορα μουσικά είδη.

  • Μεγαλώσατε ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, σε μια οικογένεια με πατέρα Γάλλο και μητέρα Αγγλίδα. Με ποιον τρόπο σας επηρέασε αυτό;

«Ενιωθα πάντα λίγο σαν εξωγήινη. Η οικογένειά μου από την πλευρά του πατέρα μου, το κυρίαρχο σκέλος της οικογένειας δηλαδή, ήταν χωρικοί και δούλευαν σκληρά. Δεν είχα φορέματα ή κούκλες όταν ήμουν μικρή και δεν καταλάβαινα την κοριτσίστικη νοοτροπία. Στην Αγγλία φαινόμασταν διαφορετικοί, αλλά και όταν πηγαίναμε στη Γαλλία ήμασταν σαν ξένοι, μας θεωρούσαν Αγγλους».

  • Πότε συνειδητοποιήσατε ότι το μέλλον σας θα ήταν η ενασχόληση με τη μουσική;

«Αγαπούσα τη μουσική από παιδί, ήμουν όμως πάντοτε από εκείνους που περισσότερο συμμετείχαν, παρά κατανάλωναν. Αν ήμουν καλύτερη μαθήτρια και είχα ουσιαστικά τη δυνατότητα επιλογής, θα διάλεγα να ασχοληθώ με την τέχνη. Στη μουσική ένιωθα ικανή, μου έβγαινε φυσικά και με οδήγησε εκείνη προς τα δικά της μονοπάτια».

  • Αυτό που αποκαλούμε ταλέντο μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη ζωή μας, με την έννοια ότι μας «επιλέγει» και δεν το επιλέγουμε;

«Ναι, το πιστεύω αυτό και έχουν υπάρξει πολλές φορές που θέλησα να δραπετεύσω από τη μουσική, αλλά ποτέ δεν συνέβη».

  • Δοκιμάσατε ποτέ να ασχοληθείτε με κάτι άλλο;

«Οχι, διότι δεν σταμάτησα ποτέ να τραγουδάω. Η επιθυμία μου και η ικανότητά μου σε αυτό δεν έπαψαν ποτέ να υφίστανται, οπότε δεν σταμάτησα καθόλου να δουλεύω. Υπάρχει ένα κομμάτι μου που φοβάται μήπως καταλήξω σαν τη μητέρα μου, για την οποία πάντα ήταν αργά. Εβλεπα ότι η μητέρα μου είχε ταλέντο σε πολλά πράγματα και αναρωτιόμουν γιατί δεν το κυνηγούσε. Ακόμη και στα 30 της, μια γυναίκα νέα, έλεγε ότι είναι αργά για εκείνη. Ηταν γυναίκα του καθήκοντος, έπρεπε να ασχοληθεί με το σπίτι, με τα παιδιά της και ανέβαλε συνεχώς αυτό που ήθελε να κάνει. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες σε αυτό το θέμα. Και εγώ αισθάνομαι πως όταν δεν δουλεύω πρέπει να αφιερώνω τον ελεύθερο χρόνο μου στην οικογένεια, να μαγειρεύω, να καθαρίζω. Οι άνδρες δεν έχουν αυτή την ευθύνη, μπορούν να είναι στο σπίτι, κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο, κάνοντας τα δικά τους».

  • Δεν έχει αλλάξει πλέον αυτό;

«Σήμερα οι γυναίκες μεγαλώνουν διαφορετικά. Βλέπω τη μεγάλη κόρη μου, που είναι 21 ετών, και θεωρεί αναφαίρετο δικαίωμά της να δώσει προτεραιότητα στην καριέρα της. Υπάρχουν όμως και βιολογικές διαφορές. Αν θέλουμε παιδιά, πρέπει να κινηθούμε νωρίτερα από τους άνδρες, να πάρουμε τις αποφάσεις μας πιο νωρίς. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει ασφαλές συμπέρασμα. Εγώ μεγάλωσα σε περιβάλλον πατριαρχικό, στο οποίο όμως ο πατέρας μου συμμετείχε στις δουλειές του σπιτιού, επειδή μεγάλωσε σε σπίτι μόνο με αγόρια και οι δουλειές έπρεπε να μοιραστούν, έτσι το ίδιο κάναμε και εμείς. Πολλοί το έβλεπαν ως καταπίεση, ενώ ουσιαστικά μου έδωσε τη δύναμη να μη φοβάμαι να παλέψω με οποιονδήποτε. Πάντα είχα την αίσθηση ότι είμαι υπεύθυνη για τον εαυτό μου, δηλαδή μια εμπειρία διαφορετική από εκείνη που βιώνουν οι γυναίκες που έχουν συνηθίσει να είναι υπό την προστασία κάποιου».

  • Η ανατροφή σας πώς σας επηρέασε σε σχέση με τη μουσική;

«Σίγουρα με βοήθησε στο να μην είμαι ντροπαλή. Πάντως γενικά είχα αδυναμία συγκέντρωσης, νομίζω ότι αν ήμουν σήμερα παιδί θα είχα διαγνωστεί με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, το μυαλό μου ταξίδευε. Το ότι μεγάλωσα σε μια οικογένεια ζωντανή και εκδηλωτική με βοήθησε να μην έχω ενδοιασμούς στο να εκφράζω με θέρμη τα συναισθήματά μου, κάτι ασυνήθιστο για τα αγγλικά δεδομένα. Από την άλλη, λόγω επαφής με το γαλλικό chanson (σ.σ.: είδος τραγουδιού με έντονα λυρικά στοιχεία), δεν φοβόμουν το συναίσθημα, ούτε το σκοτάδι στο τραγούδι».

  • Κατά τη διάρκεια της καριέρας σας βρεθήκατε σε πολλούς μουσικούς δρόμους, από την ποπ ως την τζαζ. Ακολουθήσατε ποτέ κάποιο σχέδιο;

«Οχι, ποτέ. Ως έφηβη έπαιζα σε πανκ μπάντες, ήταν μια διέξοδος και δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα πληρωνόμουν κάποτε για να τραγουδάω. Τα επαγγελματικά κατορθώματά μου πάντα υπερείχαν των φιλοδοξιών μου, ήθελα να κάνω ντέμο και κατέληγα με δίσκο, ήθελα να ακουστεί ένα τραγούδι μου στο ραδιόφωνο και γινόταν τεράστια επιτυχία. Παρασυρόμουν από αυτό που συνέβαινε, δεν ήταν αποτέλεσμα μιας έξυπνης στρατηγικής».

  • Ευλογία ή κατάρα;

«Λίγο και από τα δύο. Είμαι 48 ετών και μου φαίνεται απίστευτο ότι βιοπορίζομαι ακόμη από το τραγούδι. Είχα χρήματα, αναγνώριση και επιτυχία στο ξεκίνημά μου και είχα τη δυνατότητα να κάνω τα πράγματα που πραγματικά ήθελα. Από την άλλη, η ποπ μουσική δεν με ενδιέφερε πολύ και έγινα διάσημη μέσω αυτού του είδους, οπότε ήταν δύσκολο να ξεφύγω από αυτή την εικόνα, δεν είχα συνείδηση του γεγονότος ότι μπορεί να με χαρακτηρίσει.Τώρα έχω συγχωρέσει τον εαυτό μου, αλλά για καιρό ένιωθα θυμό».

  • Πότε αποκτήσατε τον έλεγχο της καριέρας σας;

«Νομίζω ότι είμαι μια εκλεκτική καλλιτέχνις που ψάχνει αδιάκοπα, με αυτή την έννοια πάντα είχα τον έλεγχο. Συνειδητοποίησα νωρίς στην καριέρα μου ότι δεν είχα κίνητρο τα χρήματα ή τη δόξα. Και όταν φτάνεις στο σημείο να αποδέχεσαι τον εαυτό σου και να χρειάζεσαι λιγότερο την επιβεβαίωση από τους άλλους, συνήθως μετά τα 30, καταλαβαίνεις ότι ίσως να μην κάνεις λάθος, μπορεί το μοντέλο που ακολουθείς να μην είναι κοινώς αποδεκτό, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι. Πάντα είχα την ευθύνη των πράξεών μου, γιατί δεν μπορώ να χρεώσω τα λάθη μου στους άλλους. Οι λάθος αποφάσεις μου σχετίζονταν με το γεγονός ότι δεν νοιαζόμουν αρκετά, ωστόσο ό,τι έκανα αντιπροσωπεύει τον εαυτό μου σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δεν θα ήθελα να είμαι μια 20χρονη για πάντα».

  • Αν ήσασταν όμως τώρα, στην εποχή του Internet, μια 20χρονη, πώς πιστεύετε ότι θα εξελισσόταν η καριέρα σας;

«Δεν γνωρίζω. Πρέπει να έχεις ταλέντο αλλά και τύχη, και εγώ έχω σταθεί πολύ τυχερή. Παρατηρώ σήμερα στους νέους καλλιτέχνες φιλοδοξία και μια επιθυμία να φτάσουν στο τέλος του ταξιδιού. Εμένα πάντα με ενδιέφερε η διαδρομή περισσότερο, οπότε δεν ξέρω αν θα είχα την αντοχή να πιέσω τόσο τα πράγματα».

  • Πρόσφατα, στα BritAwards αναδείχθηκαν ως κυρίαρχες θηλυκές φιγούρες η Λίλι Αλεν και η Lady Gaga. Τις θεωρείτε δύο διαφορετικές καλλιτέχνιδες ή δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;

«Τείνω προς το δεύτερο. Πιστεύω ότι και οι δύο έχουν ταλέντο, κυρίως όμως διαθέτουν την εικόνα που είναι ικανή να στηρίξει αυτό που κάνουν. Ο λόγος για τον οποίο αρνούμαι να με αποκαλούν 80sact σχετίζεται με το γεγονός ότι, παρ’ όλο που εκείνη τη δεκαετία έβγαλα πολλά χρήματα, αυτό δεν ήταν η ουσία για μένα. Παρ’ όλα αυτά, τότε δεν είχαμε κανέναν να μας λέει τι να φορέσουμε και πώς να κουνηθούμε. Οταν πρωτοεμφανίστηκα στην τηλεόραση, ζούσα ακόμη από χαρτζιλίκι που μου έδιναν οι γονείς μου. Είχα να αντιπροσωπεύσω μόνο τον εαυτό μου. Ο,τι και αν κατάφερνα θα ήταν καθαρά με τις δικές μου δυνάμεις».

  • Από τις νεαρές τραγουδίστριες ποιες σας αρέσουν;

«Δεν χωράει αμφιβολία ότι η Εϊμι Γουάινχαουζ είναι μεγάλο ταλέντο, μου αρέσει η Σεντ Βίνσεντ, μου αρέσει και η Πι Τζέι Χάρβεϊ, αν και δεν είναι ιδιαίτερα νέα. Στην ηλικία μου έχεις την αίσθηση ότι τα έχεις ξανακούσει όλα και είναι λίγο κουραστικό αυτό. Νομίζω ότι η R ’n’ B είναι το κυρίαρχο είδος σήμερα, όλοι έχουν την ίδια φωνή, οι στίχοι επαναλαμβάνονται και υπάρχουν πολλά φωνητικά ακροβατικά, χωρίς πολλή ψυχή. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου ως μουσικό είδος, ωστόσο αναρωτιέμαι συχνά μήπως φταίει η ηλικία μου για αυτό».

  • Τα παιδιά σας τι μουσική ακούνε;

«Ο γιος μου έχει μινιμαλιστικό γούστο, στη μεγάλη μου κόρη, η οποία είναι γλωσσολόγος, αρέσει η eurotrash και η μικρή μου κόρη ακούει από Elbow μέχρι Μπιγιονσέ. Είναι περίεργο, γιατί για τη δική μου γενιά η μουσική ήταν το παράσημό μας, τώρα σχεδόν επιβάλλεται να έχεις εύρος στα γούστα σου».

  • Το δικό σας μουσικό παράσημο ποιο ήταν;

«Ημουν η μικρότερη στην οικογένεια, δεν είχα δικαίωμα στη χρήση του πικάπ και ήμουν εκτεθειμένη σε ό,τι άκουγαν οι υπόλοιποι. Ο πατέρας μου άκουγε Ζακ Μπρελ, η μητέρα μου κλασική μουσική, η αδελφή μου ήταν κορίτσι της σόουλ και ο αδελφός μου γούσταρε την progressive rock. Οταν άρχισα να ακούω συνειδητά μουσική, μου άρεσαν οι Buzzcocks και ο Ελβις Κοστέλο, new wave δηλαδή».

  • Συνεργαστήκατε ποτέ με ανθρώπους τους οποίους θαυμάζατε μικρή;

«Οχι, διότι ανέπτυξα μια συμπεριφορά ερημίτη από νωρίς, η φήμη με σόκαρε, δεν μου άρεσε η προσοχή που μου έδειχναν, άρχισα να τραυλίζω και έγινα μοναχική».

  • Ψάχνοντας πάντως κανείς στο Διαδίκτυο δεν βρίσκει πολλές συνεντεύξεις σας. Ηταν και αυτό μια συνειδητή επιλογή που σχετίζεται με την τάση σας για μοναχικότητα;

«Περίπου. Για πολλά χρόνια ένιωθα ότι συχνά οι άνθρωποι έβγαζαν λάθος συμπεράσματα για μένα, ως γυναίκα που δεν ταίριαζε εμφανισιακά με το κυρίαρχο πρότυπο ομορφιάς. Ενδιαφέρονταν για πράγματα ανούσια και γρήγορα βαρέθηκα να με ρωτάνε για τα κιλά μου. Η μουσική βιομηχανία, ως ανδροκρατούμενος χώρος, έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τα έντυπα που ασχολούνται με αυτή τη βιομηχανία τα ακολουθούν. Εχεις την εντύπωση ότι οι περισσότεροι θέλουν να πάρουν συνέντευξη από τους άνδρες τους οποίους θαυμάζουν και από τις γυναίκες που θέλουν να πηδήξουν».

  • Το έχετε ξεπεράσει αυτό;

«Δεν χρειάστηκε, δεν με περιόρισε αυτό, απλώς με έκανε να νιώθω παρίας. Πάντως, δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα μουσικά σχήματα που άντεξαν στον χρόνο απαρτίζονται από άνδρες. Η μουσική είναι ένας τομέας στον οποίο οι άνδρες έχουν το περιθώριο να εκφράσουν με άνεση την αγάπη τους για κάποιον άλλον άνδρα και ως βιομηχανία διοικείται από άνδρες. Δεν έχει αλλάξει αυτό».

  • Θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας φεμινίστρια;

«Ναι. Δεν θα έλεγα ότι θέλω να δω κάποιον να ζει με βάση το δικό μου πρότυπο, απλώς στενοχωριέμαι όταν βλέπω γυναίκες να παίζουν το παιχνίδι των ανδρών, να νομίζουν ότι είναι χειραφετημένες μέσω της επιθετικής σεξουαλικότητάς τους. Παίζουν έναν ρόλο και δεν το καταλαβαίνουν. Είμαι φεμινίστρια, ναι, πιστεύω στο δικαίωμα στην έκτρωση, όμως θυμώνω με τις γυναίκες που είναι ανεύθυνες και τη χρησιμοποιούν ως μέθοδο αντισύλληψης, τη βρίσκω προσβλητική αυτή τη συμπεριφορά. Είμαι λοιπόν μια φεμινίστρια που δεν αγνοεί την γυναικεία υπευθυνότητα. Δεν θαυμάζω επίσης τις γυναίκες που υιοθετούν ανδρικές συμπεριφορές για να θεωρηθούν επιτυχημένες».

  • Εχετε πει ότι κάθε άνθρωπος είναι ένα νησί.

«Ναι, κανείς δεν μας γνωρίζει πραγματικά, ως ανθρώπους εννοώ. Δείχνουμε τις πλευρές που θέλουμε να δείξουμε, παίζουμε ρόλους, αγαπάμε ή δεν αγαπάμε, όχι επειδή δεν το θέλουμε αλλά επειδή γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι και ποτέ δεν δίνουμε ολόκληρο τον εαυτό μας σε κανέναν».

  • Εσείς δεν φτάσατε ποτέ κοντά σε αυτό;

«Eχω προσπαθήσει. Νεότερη δεν ένιωθα ποτέ πλήρως αποδεκτή και υπήρχαν πλευρές μου που θεωρούσα υποχρέωσή μου να κρύβω. Νομίζω ότι όλοι ως παιδιά περιμέναμε να έρθει κάποιος να μας σώσει, να μας δείξει τον δρόμο και να μας δώσει τις απαντήσεις. Η αλήθεια είναι ότι, ανεξαρτήτως του περιβάλλοντος από το οποίο προερχόμαστε, όλοι τα κάνουμε θάλασσα και απλώς τα βγάζουμε πέρα. Στις δικές μου σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους θέλω να τους κάνω να νιώθουν καλά με τον εαυτό τους και να τους δίνω πράγματα, χωρίς καμία απαίτηση να μου επιστραφεί κάτι. Είμαστε όλοι ευάλωτα πλάσματα και πρέπει να προσέχουμε ο ένας τον άλλον, χωρίς να θεωρούμε τίποτε δεδομένο».

  • Εχετε επηρεαστεί σε αυτά τα πιστεύω σας από τη θρησκεία;

«Ως έναν βαθμό. Ο πατέρας μου ως Γάλλος ήταν καθολικός, η μητέρα μου έγινε καθολική για να παντρευτούν, λόγω των πολιτικών πεποιθήσεων του πατέρα μου όμως, ο οποίος ήταν κομμουνιστής, η θρησκεία ήταν απούσα από το σπίτι μας. Η μητέρα μου ωστόσο ήταν απεγνωσμένη για πίστη, χωρίς να την έχει επιτύχει ουσιαστικά. Εγώ ως παιδί είχα μια πολύ αγνή και αθώα σχέση με τον Θεό... Και μετά, ανακαλύπτεις τη θρησκεία και εκείνη κλέβει τον Θεό σου. Δεν είμαι άθεη, αλλά δεν πιστεύω ότι ο Θεός παρεμβαίνει ή ότι μίλησε στον άνθρωπο. Ο Θεός είναι η καλοσύνη, είναι η αγάπη, κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη όταν νοιαζόμαστε για τους άλλους».

  • Ας γυρίσουμε στη μουσική. Κάνατε μεγάλη επιτυχία στο λονδρέζικο Γουέστ Εντ, παίζοντας στο μιούζικαλ «Σικάγο».

«Το μιούζικαλ δεν ήταν μέρος της μουσικής μου κουλτούρας. Οταν τραγούδησα Ντάστι Σπρίνγκφιλντ, βγήκε για κάποιον λόγο το συμπέρασμα ότι υπήρξε είδωλό μου, ενώ δεν μεγάλωσα σε σπίτι όπου ακουγόταν η φωνή της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τη θαυμάζω, απλώς δεν υπήρξε μεγάλη επιρροή μου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μιούζικαλ. Δέχτηκα τον ρόλο στο “Σικάγο” επειδή είχα ηχογραφήσει έναν δίσκο τον οποίο η δισκογραφική δεν ήθελε να κυκλοφορήσει και είχα ανάγκη να δουλέψω. Οταν μου πρότειναν τον ρόλο, αρχικά βρήκα την πρόταση απωθητική, όμως αυτό ακριβώς ήταν η πρόκληση, το να κάνω κάτι που δεν μου άρεσε και δεν είχα δοκιμάσει ξανά. Τελικά πέρασα υπέροχα, επειδή έπρεπε να δουλεύω καθημερινά και να είμαι συνεπής ως μέλος μιας ομάδας, χωρίς να είμαι η σταρ».

  • Σας βοήθησε δηλαδή να ανακτήσετε την εμπιστοσύνη στον εαυτό σας ως επαγγελματίας;

«Νομίζω πως ναι. Με ανάγκασε επίσης να ξεπεράσω το τρακ μου. Ημουν συνηθισμένη να τραγουδάω μπροστά σε θαυμαστές μου. Στο θέατρο δεν γνώριζα αν το κοινό ήξερε καν το όνομα μου και αυτό μου έμαθε μια άλλου είδους πειθαρχία. Ως τραγουδιστής ηχογραφείς, περιοδεύεις ή ξεκουράζεσαι. Στο θέατρο πρέπει κάθε ημέρα να εφαρμόζεις νέα μαθήματα στην ίδια δουλειά, να αναρωτιέσαι “τι μπορώ να κάνω διαφορετικά σήμερα, που δεν έκανα χθες;”, πάντα στο πλαίσιο αυτού που έχεις την υποχρέωση να κάνεις».

  • Τι σας ενθουσιάζει και τι σας απωθεί στον ρόλο του καλλιτέχνη;

«Σας είπα νωρίτερα πόσο απολαμβάνω το ταξίδι. Οταν όμως είναι κυκλικό και επιστρέφω στο ίδιο σημείο, βαριέμαι. Με ανταμείβουν οι ζωντανές εμφανίσεις. Οταν πρωτοξεκίνησα να τραγουδάω ζωντανά αυτό ήταν το πάθος μου. Οταν έγινα επιτυχημένη, το βάρος της ευθύνης μού προκαλούσε άγχος, είχα τρομερό στρες προτού ανέβω στη σκηνή και ζούσα με τον φόβο ότι θα χάσω τη φωνή μου. Τώρα το βρίσκω ξανά ενδιαφέρον, απολαμβάνω την επαφή με τον κόσμο, το απρόβλεπτο της υπόθεσης».

  • Τα τραγούδια που έχετε ερμηνεύσει τελευταία, αυτά του Ζακ Μπρελ για παράδειγμα, είναι τραγούδια που πρέπει κάποιος να έχει ζήσει για να αντιληφθεί την ουσία τους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να θυσιάσει την αθωότητά του;

«Οχι, διότι δεν έχει απομείνει αθωότητα για να θυσιαστεί. Στα κλασικά τραγούδια οι στίχοι μπορεί να είναι όμορφοι και έξυπνοι, ενίοτε μπανάλ, βρίσκεις όμως την αλήθεια στην απλότητά τους. Ως 48χρονη γυναίκα θέλω να λέω τραγούδια που αντικατοπτρίζουν τα χρόνια που έχω ζήσει, πρέπει να υπάρχει αλήθεια στον στίχο. Οταν είσαι νέος και τραγουδάς, θέλεις να παίζεις θέατρο. Οι νεότεροι δεν καταλαβαίνουν ότι μεγαλώνοντας υπάρχει μια ομαλότητα στη φωνή που είναι πιο αληθινή σε σχέση με το πάθος και τη δραματικότητα της νιότης».

Η Αλισον Μουαγέ θα εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 20 Μαρτίου. Προπώληση εισιτηρίων στα ταμεία του Μεγάρου Μουσικής και στην Ομήρου 8, τηλ. 210 7282 333, www.megaron.gr

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 490, σελ. 26-31, 07/03/2010.

Διαβάστε Επίσης