Ο Γιάννης Αγγελάκας συνδυάζει τον ηλεκτρισμό με παραδοσιακά τραγούδια στο Fuzz
Υπήρξε ένας από τους ανανεωτές του ελληνικού ροκ. Ομως, κάμποσα χρόνια αφότου διαλύθηκαν οι «Τρύπες», ο Γιάννης Αγγελάκας δεν αρκείται στις δάφνες που έδρεψε μαζί τους. Αντίθετα μπαίνει σε απρόσμενα μουσικά τοπία, όπως δείχνει η επιλογή του να είναι ο παραγωγός ενός δίσκου του Ψαραντώνη, αλλά και ο τρόπος που αντιμετώπισε τώρα το σάουντρακ της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά».
«Διαβάζοντας», λέει, «το σενάριο ξύπνησε μέσα μου ένα απωθημένο που είχα χρόνια: να πάω λίγο προς την Ηπειρο. Να "παίξω" με τα ηπειρώτικα, τα πεντατονικά». Κάπως έτσι ο τραγουδοποιός συνεργάστηκε με το πολυφωνικό συγκρότημα «Διώνη». Και τώρα το φέρνει μαζί του στη σκηνή του Fuzz, δίπλα στο -14μελές παρακαλώ- συγκρότημά του, τους «Επισκέπτες». Την Παρασκευή και το Σάββατο θα δείξουν πώς μπλέκει η παράδοση με το ροκ. Σ' ένα διάλειμμα από τις πρόβες, ο Αγγελάκας μίλησε στο «7»:
Ο Ψαραντώνης και οι Sonic Youth
*Για το σάουντρακ: «Η "Διώνη" απαρτίζεται από πέντε κοπέλες που μου είχαν δώσει ένα CD από την εποχή που κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος με τους "Επισκέπτες". Είχαν οραματιστεί πιο γρήγορα από μένα ότι μπορούμε να συνεργαστούμε. Στο σάουντρακ ήθελα να κάνουμε κάτι πέρα από το παραδοσιακό. Είναι κορίτσια που έχουν ανησυχίες, έτσι καθήσαμε ένα χρόνο, δοκιμάζαμε, πειραματιζόμασταν, ψάχναμε. Ηθελα να πειράξω όλο αυτό το υλικό ώστε να έχει και μνήμη και να δουλέψει στην ταινία».
*Για την προσέγγιση: «Με ενδιαφέρει η συνάντηση της παράδοσης με την ψυχεδέλεια. Εχει δυναμική. Οποτε έχω βρεθεί σε πανηγύρια στην Ηπειρο ή όταν συναντιέμαι και παίζω στην Κρήτη με ντόπιους μουσικούς, μου αρέσει να τους παρασέρνω να ξεπερνούν την κλασική παράδοση. Να χρησιμοποιούν όλη αυτήν τη μνήμη που έχει κάτι ιερό. Αλλωστε, συχνά οι παραδοσιακοί μουσικοί είναι πιο μπροστά από τους λεγόμενους εναλλακτικούς. Ο Ψαραντώνης δεν έχει ακούσει ποτέ τους Sonic Youth, όμως τους πλησιάζει περισσότερο απ' ό,τι ένα ροκ συγκρότημα».
*Για την παράδοση: «Είναι μια ιστορία δεκαετίας, από τότε που είχαμε κάνει το σάουντρακ του "Χώμα και νερό" του Καρκανεβάτου και βάλαμε λούπα τον "Αμάραντο". Σαν άκουσμα, βέβαια, η παράδοση ήταν βιωμένη μέσα μου. Είναι μια μνήμη σε αντίθεση με τη σημερινή ελληνική μουσική που δεν πατάει πουθενά. Ακόμα είναι ένας τρόπος να ξαναθυμηθώ τι ακουγόταν στην Ελλάδα προπολεμικά, όταν ο μουσικός έπαιζε για τη μουσική και όχι για τις καριέρες και τις εταιρείες. Ακούς μερικά παραδοσιακά τραγούδια και λες, δεν είναι δυνατόν να τα έγραψε άνθρωπος αυτά. Είναι αυτά που έχουν γραφτεί από πολλούς. Αν οι άνθρωποι επεξεργάζονται μια μελωδία επί αιώνες, αν έχει γραφτεί από πολλές ψυχές, πλησιάζει το θείο».
*Για τη μουσική: «Ποτέ δεν έκανα όχημα τη μουσική, την περιείχα. Αλλες φορές έτρωγα τα μούτρα μου, άλλες φορές κάτι έβγαινε. Θέλω να συγκινούμαι με όσα κάνω και να νιώθω ότι έκανα μερικά βήματα. Ποτέ δεν σκέφτηκα να τεμπελιάσω, ήθελα να δοκιμάζω καινούριους ήχους. Πιστεύω ότι η μουσική μπορεί να αλλάξει το βλέμμα σου στον κόσμο. Εχει έναν πυρήνα που θέλει να μας κάνει να δούμε τα πράγματα πώς κινούνται μέσα στη ροή του χρόνου. Η μουσική είναι πέρα από ιδεολογίες και συναισθηματισμούς, κουβαλάει μια ελπίδα, μια προοπτική».
*Για τον προπερσινό Δεκέμβριο: «Ηταν η πιο ενδιαφέρουσα μεταπολιτευτική στιγμή για την ελληνική κοινωνία. Μπορεί να έγινε λίγο αποσπασματικά και ενστικτώδικα, με λίγη παραπάνω βία, αλλά έλεγε κάτι. Περίμενα ότι ο απόηχος θα έφερνε μια ανανέωση, αλλά απογοητεύτηκα. Πίστευα ότι οι πολιτικοί θα είναι πιο προσεκτικοί και οι πολίτες πιο δραστήριοι. Δημιουργήθηκαν κάποιες κοινότητες, αλλά τελικά οι περισσότεροι συνέχισαν ανακυκλώνοντας την ίδια βλακεία. Ενα σήμα δόθηκε όμως».
«Φτιάχνουμε τις μουσικές που ονειρευόμαστε»
*Για τους πολιτικούς: «Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα λεφτά και η εξουσία. Μαζί με τους αγαπημένους τους καλλιτέχνες αυτοπροστατεύονται και αλληλοσυντηρούνται σε βάρος της αισθητικής και του πολιτισμού».
*Για την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία του: «Είμαι τυχερός γιατί έχω κάνει ένα όνομα, αλλά και αυτό το χρησιμοποίησα για να ανατρέψω το μύθο που σιγά σιγά έβγαινε προς τα έξω λόγω της επιτυχίας. Τα χρήματα είναι το τελευταίο που με απασχολεί. Η δισκογραφική All Together Now στέκεται στα πόδια της σε εποχές που καταρρέουν τα μεγαθήρια της δισκογραφίας. Φτιάχνουμε τις μουσικές που ονειρευόμαστε. Οπως μια παραγωγή που κάνουμε στον Ψαρογιώργη, τον γιο του Ψαραντώνη μαζί με τον Νίκο Βελιώτη και τώρα ολοκληρώνεται. Είναι κρητικό, αλλά κάπως το έχουμε πειράξει». *
Sunday, January 24, 2010
Ενας ρόκερ στην Ηπειρο
Ρέγκε «Φραγκοσυριανή» επί σκηνής
Οσο κι αν μοιάζει σουρεαλιστικό, έγινε στ' αλήθεια: Μια παρέα από έλληνες μουσικούς έπαιζε τη «Φραγκοσυριανή» διασκευασμένη σε ρυθμό ρέγκε σε ένα κλαμπάκι του Αμβούργου. Μπροστά τους χόρευε ένας τουρκογερμανός σκηνοθέτης. Ετσι ξεκίνησε η συνεργασία -και αργότερα η φιλία- μεταξύ των συμπατριωτών μας Locomondo και του Φατίχ Ακίν.
Ο τελευταίος μάλιστα διάλεξε το τραγούδι του Βαμβακάρη, τόσο στην αυθεντική του ηχογράφηση, όσο και στην ρέγκε διασκευή του, για να ντύσει μουσικά το «Soul Kitchen», που είδαμε πρόσφατα και στην Αθήνα. Σίγουρα θα το ακούσουμε κι αυτό στις συναυλίες που δίνει το συγκρότημα κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 10.30 μ.μ. στο «Κύτταρο».
Χάρη σ' αυτή την ταινία, η διασκευή των Locomondo ακούστηκε και στην 66η Μόστρα της Βενετίας, υποδεχόμενη τους προσκεκλημένους στην παγκόσμια πρώτη προβολή της ταινίας στις αρχές Σεπτεμβρίου. Ενα μήνα αργότερα, αρχές Νοεμβρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, μετά την προβολή της ταινίας η μπάντα έπαιξε live και ακολούθησε dj-set από τον σκηνοθέτη. Τώρα ο Ακίν και οι Locomondo κουβεντιάζουν να συνεργαστούν για κάποιο από τα επόμενα βιντεοκλίπ του συγκροτήματος.
Το ωραίο είναι ότι η διασκευή του πολυτραγουδισμένου ύμνου του Βαμβακάρη δεν αποφασίστηκε στην Ελλάδα, αλλά... στην Τζαμάικα. Το 2004 τα μέλη του συγκροτήματος γνωρίστηκαν με τον τρομπονίστα Βιν Γκόρντον των Skatalites, που είχε έρθει για συναυλία στην Ελλάδα. Τους προσκάλεσε στην Τζαμάικα και οι Locomondo πήγαν και ηχογράφησαν εκεί τον δεύτερό τους δίσκο, «12 ημέρες στην Τζαμάικα». Τότε αποφασίστηκε και η ηχογράφηση της «Φραγκοσυριανής», με παραινέσεις των Τζαμαϊκανών που άκουσαν το κομμάτι στο μπουζούκι και ξετρελάθηκαν.
Συναυλίες, όμως, και ηχογραφήσεις έχουν κάνει και με τον Νάτι Μπο των Ska Cubano, καθώς και με την Αμπάρο Σάντσεζ των Amparanoia. Μάλιστα, στο διπλό live CD που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες, το «Ay, Ay, Ay» προέρχεται από την εμφάνιση της τελευταίας στο Θέατρο Βράχων το καλοκαίρι του 2008.
Το ίδιο καλοκαίρι είχαν την τύχη να βρεθούν ως σαπόρτ στη σκηνή του Rockwave με τον Μανού Τσάο, με τον οποίο επίσης δεν έχουν χάσει επαφή. «Μας είπε ότι για να κάνεις κάτι καλό χρειάζεται δουλειά και τύχη. Η τύχη μόνη της δεν αρκεί, γιατί αν σε βρει και εσύ δεν έχεις δουλέψει, τότε θα πάει χαμένη», λέει ο Μάρκος Κούμαρης, τραγουδιστής και κιθαρίστας του συγκροτήματος. «Δεν αποκλείεται να συνεργαστούμε μαζί του στο μέλλον. Για να συμβεί, όμως, αυτό θα πρέπει εμείς να νιώσουμε έτοιμοι, ώριμοι αρκετά προκειμένου να κάνουμε μία πρόταση» συμπληρώνει ο ίδιος.
Και τέλος, ούτε το «Soul Kitchen» είναι η μοναδική τους συμμετοχή σε ταινία. Είχε προηγηθεί το 2007 το άλμπουμ-σάουντρακ για την ελληνική κωμωδία «Γαμήλιο Πάρτι» σε σκηνοθεσία της Κριστίν Κρόκος. «Από τότε που βγήκε το βιντεοκλίπ του ομώνυμου τραγουδιού έχουμε δεχτεί τουλάχιστον πενήντα e-mails από ζευγάρια που πρόκειται να παντρευτούν και τα οποία μας ρωτούν εάν μπορούμε να παίξουμε στο γάμο τους». «Δεν προλαβαίνουμε να το κάνουμε, αφού μας έχουν φάει τα live: Κύτταρο, φεστιβάλ στη Γερμανία, πίσω Ελλάδα επαρχία κ.ο.κ.», απολογείται ο άλλος κιθαρίστας τών Locomondo, Γιάννης Βαρνάβας.
- ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Μικρές οι εκπτώσεις στα νυχτερινά κέντρα
Μειωμένες τιμές και μειωμένη προσέλευση. Τέσσερις λέξεις αρκούν για να περιγράψει κανείς πού οδηγείται η νυχτερινή διασκέδαση την τελευταία τριετία και ειδικά φέτος που η κρίση είναι ολοφάνερη.
Η διασκέδαση τις καθημερινές ανήκει στο μακρινό παρελθόν, οι τιμές -σύμφωνα με τους καταστηματάρχες- παραμένουν στάσιμες εδώ και δύο χρόνια, ενώ ακόμα και το γιορτινό table d' hote φέτος δεν ίσχυσε στα περισσότερα κέντρα. «Η νύχτα άλλαξε» λένε οι επιχειρηματίες και παραγωγοί, νοσταλγώντας τη δεκαετία του '90. Παρ' όλα αυτά, γενναιόδωρες εκπτώσεις μην περιμένετε. Το πολύ πολύ να εξοικονομίσετε 5-10 ευρώ το άτομο.
Μάλιστα τελευταία ανακαλύπτουν τρόπους να προσελκύσουν το κοινό, που διστάζει να ξοδευτεί. Κάπως έτσι καθιέρωσαν τη χαμηλότερη τιμή την Πέμπτη και Κυριακή. Ετσι, η είσοδος (με ποτό) την Πέμπτη και Παρασκευή στο «Αθηνών Αρένα» κοστίζουν 10 ευρώ και το Σάββατο 15. Φθηνότερη κατά 5 ευρώ είναι η Κυριακή στο «Διογένης Studio» αλλά και το «Fever», ενώ 20 ευρώ θα πληρώσετε για ποτό στο μπαρ της Ιεράς Οδού την Πέμπτη (αντί για 25 την Παρασκευή και το Σάββατο).
Το «Fever», από την άλλη, αποφάσισε να κάνει έκπτωση όχι μόνο στους όρθιους του μπαρ αλλά και σε όσους κλείνουν τραπέζι. Την Παρασκευή και το Σάββατο η φιάλη ουίσκι (κομπλέ) κοστίζει 190 και 210 ευρώ, ενώ την Κυριακή 170 και 190.
Στο «Μικρό Κεραμεικό», όπου εμφανίζονται ο Δημήτρης Μπάσης και ο Γεράσιμος Ανδρεάτος την Κυριακή το μεσημέρι πληρώνονας 35 ευρώ ανά άτομο, παρακολουθείτε το πρόγραμμα, τρώτε και πίνετε δωρεάν όσο κρασί θέλετε.
Στις συναυλίες, από την άλλη, μετρά η ετοιμότητα. Αρκετοί παραγωγοί καθιέρωσαν τα τελευταία χρόνια τη μειωμένη τιμή του εισιτηρίου στην προπώληση. Συνήθως η διαφορά μεταξύ έγκαιρης αγοράς και ταμείου (την ημέρα της συναυλίας) κυμαίνεται από 10 έως 15 ευρώ. Εξίσου δελεαστική και η σκέψη του «Half note» να καθιερώσει το «Half on Mondays», δηλαδή τις μειωμένες κατά το ήμισυ τιμές τη Δευτέρα -μια μέρα που συνήθως είχε χαμηλή προσέλευση.
Καλύτερη τιμή, επίσης, μπορείτε να διεκδικήσετε αν... μαζευτείτε πολλοί. Οι χοροί συλλόγων, οργανισμών, εταιριών συντηρούν ακόμα τις αδύναμες ημέρες στα νυχτερινά μαγαζιά και είναι λογικό να εξασφαλίζουν χαμηλότερες τιμές. Το Σάββατο ως πιο ισχυρή μέρα συνήθως εξαιρείται από τους χορούς, αλλά η Πέμπτη και η Κυριακή προσφέρονται. Από τα 50 άτομα και πάνω αρχίζουν οι εκπτώσεις στην τιμή φιάλης, ενώ από τα 100 και πάνω οι εκπτώσεις είναι γενναίες αφού το μπουκάλι πέφτει από τα 180 στα 120 ευρώ -πράγμα που σημαίνει πως ο καθένας αντί για 45 ευρώ θα πληρώσει 30.
Αν πάντως αναρωτιέστε ποιο είναι το ακριβότερο μαγαζί φέτος, να σας πούμε πως η φιάλη ουίσκι στο ντουέτο Μητροπάνου -Πέγκυς Ζήνα και στον Σάκη Ρουβά κοστίζει από 200 έως 220 ευρώ. Δηλαδή 10 ευρώ ακριβότερα από τον Γιάννη Πάριο και 50 ευρώ περισσότερο από την Αννα Βίσση...
- Μ. ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Πρώτη φορά στο στούντιο
Μπορεί η διεθνής δισκογραφία να καταρρέει, όμως υπάρχουν και στην ελληνική σκηνή μικρές εκπλήξεις με νέες κυκλοφορίες από μουσικούς και συγκροτήματα. Με όπλα τους το ροκ ή τους ηλεκτρονικούς αυτοσχεδιασμούς, τη χιπ χοπ φιλοσοφία ή τη φανκ ενέργεια, πολλοί νέοι καταφεύγουν σε ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες και φτιάχνουν τον πρώτο τους δίσκο. Μιλήσαμε με τον Larry Gus, τους Zebra Tracks, τους Duke Abduction και τον Sister Overdrive, που μόλις κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους.
- Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Larry Gus - «Stiches» (Cast a Blast records)
«Το Larry Gus (Λάρυγγας) είναι η απάντηση στην ερώτηση "ποιο είναι το πιο χαζό ψευδώνυμο που μπορείς να σκεφτείς;"» λέει ο εικοσιεφτάχρονος Παναγιώτης Μελίδης. Ομως το «Stitches», ο πρώτος του δίσκος, είναι ένα κολάζ από 35 σύντομα κομμάτια, όπου υμνεί την τεχνική του σάμπλινγκ, κόβοντας και ράβοντας μελωδίες και ρυθμούς από άλλους δίσκους. Μέσα του κρύβονται: «Οι Zombies και ο Λούτσιο Μπατίστι, το Blonde on Blonde και ο Μπερτ Μπάκαρα, οι Avalanches και η Τζόνι Μίτσελ, ο Φέλα Κούτι και οι ηλεκτρονικοί τζαζ δίσκοι της ECM στα 80s. Και, πάνω απ' όλα, η μουσική από τις ταινίες του Γούντι Αλεν και ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Πάντα φανταζόμουν τον εαυτό μου αγκαλιά με έναν σάμπλερ, ένα μικρόφωνο και δίσκους τριγύρω μου» εξηγεί για τη μουσική του. «Αγόρασα τον σάμπλερ μου, αφού είδα φωτογραφίες του Madlib σε ένα ξενοδοχείο, με βραζιλιάνικους δίσκους, τον σάμπλερ του και ένα πλαστικό πικ-απ. Η προσέγγιση του Madlib στο χιπ χοπ ήταν καθοριστική για τον ήχο μου. Ηθελα να χρησιμοποιώ κομμάτια από δίσκους που αγαπούσα και να τραγουδήσω από πάνω τους».
Ο δίσκος του Π. Μελίδη είναι «χειροποίητος»· φτιάχτηκε στο δωμάτιό του στη Βέροια. «Ο ήχος του είναι άρρηκτα συνδεμένος με τα καλοκαίρια μου στη Βέροια, το δωμάτιο όπου άκουγα τους δίσκους του πατέρα μου και σάμπλαρα με τις ώρες. Δεν μπορώ με τίποτα να τον φανταστώ αλλιώς, παρά μόνο στη Βέροια, με ζέστη και βόλτες με το ποδήλατο στα βουνά. Επειτα πήγαινα στο δωμάτιό μου και άκουγα πάλι τους δίσκους με τη σειρά. Στην πραγματικότητα δεν μπορώ να θυμηθώ τι χαιρόμουν πιο πολύ, να τους ακούω ή να απομονώνω σημεία 2 δευτερολέπτων και να φτιάχνω τα δικά μου κομμάτια».
http://www.myspace.com/larrygus
Zebra Tracks - «Α family picture from...» (Sonic Playground)
«Είμαστε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκροτήματος της ελληνικής ανεξάρτητης σκηνής» λένε με αυτοσαρκασμό οι Zebra Tracks. «Αργήσαμε πολύ και κυκλοφορήσαμε τον πρώτο μας δίσκο σε λάθος χρόνο. Χάσαμε έτσι όλη τη δημοσιότητα γύρω από την έκρηξη της μουσικής στο myspace. Τότε που στο εξωτερικό οι εταιρείες υποστήριζαν τα νέα συγκροτήματα που ξεπηδούσαν από το Ιντερνετ, εμείς κόβαμε τα χαρτόνια στο χέρι για το εξώφυλλο του πρώτου μας σινγκλ».
Οι Zebra Tracks ξεκίνησαν να παίζουν μαζί από το φθινόπωρο του 2005 και πριν από το ντεμπούτο τους κυκλοφόρησαν ένα σινγκλ και έναν μίνι δίσκο, όλα δικές τους παραγωγές. Ο ήχος τους είναι «προϊόν επιρροής από το νέο βρετανικό ροκ της δεκαετίας του 2000, από τους Franz Ferdinand ως τους Libertines. Αλλά επηρεαστήκαμε και από όλη τη μουσική που ακούγαμε κατά καιρούς, από χορευτική μέχρι πανκ».
Η ηχογράφηση του πρώτου δίσκου ήταν μια περιπέτεια. «Ξεκίνησε στις αρχές του 2008» εξηγούν. «Εξι μήνες στο στούντιο, δουλεύαμε τα κομμάτια και πειραματιζόμασταν. Νοικιάσαμε πέντε διαφορετικούς ενισχυτές για τις κιθάρες και γράψαμε τα τύμπανα τέσσερις φορες. Οταν τελειώσαμε, ήμασταν ειδικοί στην επεξεργασία ήχου. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Οταν τελείωσε ο δίσκος, έπρεπε να τον προωθήσουμε και να κάνουμε και τη διανομή. Οσο ρομαντικός και αν είσαι, πέρα από την ανεξαρτησία, χρειάζεται χρόνος για να παίξεις και λίγο μουσική».
Οχι ότι πτοήθηκαν από τις τόσες δυσκολίες. «Τώρα ξεκινάμε τις συναυλίες» λένε. «Θέλουμε ο ήχος που υπάρχει στον δίσκο να βγει και στη σκηνή. Ο στόχος μας είναι να φτάσει η μουσική μας σε όσο περισσότερους γίνεται. Και ήδη δουλεύουμε καινούρια τραγούδια. Απλά, δεν ξέρουμε αν αξίζει τον κόπο να το τυπώσουμε σε cd. Γι' αυτό προσπαθούμε να βρούμε μια εναλλακτική λύση. Χάρη στο Ιντερνετ η μουσική έγινε πολύ εύκολα προσβάσιμη. Οταν αποκτάς χίλιους δίσκους μέσα σε μία ώρα, χάνεται η μαγεία της ίδιας της μουσικής».
http://www.myspace.com/zebratracks
Duke Abduction- «The Curious World Of...» (Spinalonga Records)
Φανκ, πανκ και ψυχεδέλεια, όλα χωμένα μέσα σ' έναν δίσκο από τους πρωτοεμφανιζόμενους Duke Abduction. «Εδώ παρελαύνουν οι επιρροές μας» εξηγούν οι ίδιοι. «Ξεκινήσαμε δύο χρόνια πριν με κοινό μας στοιχείο την εμμονή με το αρτ ροκ από τη δεκαετία του '70. Μας αρέσουν οι Pink Floyd και οι King Grimson, αλλά θέλαμε να δώσουμε και μια σύγχρονη χροιά στον ήχο, να βγάλουμε λίγη οργή, να φτιάξουμε κάτι πιο αιχμηρό».
Ετσι, ηχογράφησαν τον δίσκο με παραγωγό τον Γιώργο Μαντά, ή Blend όπως υπογράφει τις δουλειές του, που όπως λένε «έδωσε μια άλλη διάσταση στις ενορχηστρώσεις μας. Ετσι δεν βγήκαν ούτε αποστειρωμένες ούτε στομφώδεις». Αλλά δεν επαναπαύονται. Ηδη ετοιμάζουν τον επόμενο δίσκο, που θα είναι «πιο κοφτός και μινιμαλιστικός» λένε. «Δεν έχουμε αυταπάτες. Ο δίσκος απευθύνεται σε ελάχιστα άτομα, αλλά τον βγάλαμε γιατί πιστεύουμε ότι έχουμε κάτι να πούμε με τη μουσική μας. Ετσι κι αλλιώς βγαίνει σε μια ελληνική σκηνή όπου υπάρχουν δουλειές που εντυπωσιάζουν γιατί είναι αυθεντικές και ειλικρινείς».
*www.myspace.com/dukeabduction.
http://www.myspace.com/dukeabduction
* Το συγκρότημα θα παρουσιάσει τον δίσκο του την Πέμπτη στη «Μύγα» (Αισώπου & Μίκωνος 13, Ψυρρή).
Sister Overdrive - «Annick/Philomela» (Low Impedance)
«Δεν χρειάζεται να γίνεις ο επόμενος σταρ στην Ελλάδα για να νιώσεις ότι τα κατάφερες, βγάλε απλά έναν δίσκο. Με ενοχλεί η μεγαλομανία της ελληνικής σκηνής. Οι έλληνες μουσικοί αγαπάνε πολύ τις επιρροές τους και ουσιαστικά τις αντιγράφουν».
Ο Γιάννης Κοτσώνης γράφει από το 2000 πειραματική-ηλεκτρονική μουσική, κυρίως για θεατρικές παραστάσεις. «Αγαπώ τη μουσική, είμαι φανατικός ακροατής», αυτοσυστήνεται, «αλλά δεν κατάφερα ποτέ να μάθω κάποιο όργανο. Μέχρι που δανείστηκα ένα πρόγραμμα μουσικής σύνθεσης για τον υπολογιστή μου και, έχοντας τα ακούσματά μου, μπόρεσα να γράψω μουσική που μου άρεσε. Αν κάποιος έχει τον χρόνο και τη διάθεση, μπορεί να συνθέσει στον υπολογιστή».
Το «Annick/Philomela», το ντεμπούτο του, βγήκε μόλις στη δισκογραφική Low Impedance, που έχει έδρα την Πάτρα. «Το κομμάτι "Philomela" το είχα γράψει για την παράσταση "Μεταμορφώσεις 6", βασισμένη στο κείμενο του Οβίδιου. Το "Annick" γράφτηκε σε ένα εικοσιτετράωρο από ένα πειραματικό υλικό που μάζευα πολύν καιρό».
Ετσι, με το όνομα Sister Overdrive, που είναι «συνδυασμός δύο αγαπημένων μου κομματιών, του "Sister Ray" των Velvet Underground και του "Interstellar overdrive" των Pink Floyd, κυκλοφόρησε μια υποβλητική αυτοσχεδιαστική ηλεκτρονική μουσική».
«Θέλω απλώς να το ακούσει πολύς κόσμος», λέει, «και πιστεύω ότι σε κάποιους θ' αρέσει. Ας γνωρίσουν μια διαφορετική μουσική, που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση αλλά κάτω από την επιφάνεια της σκηνής, με μικρές κυκλοφορίες και λίγο κοινό».
* www.myspace.com/sisteroverdrive
Ανάμεσα στις πατρίδες του καμπαρέ
Κόρη ενός Γάλλου και μιας Γερμανίδας, η Πατρίτσια Κάας συνθέτει τις διαφορετικές σχολές του μουσικού θεάτρου σε μια παράσταση στο «Μπάντμιντον»
- Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Μικρή ήθελε να γίνει φωτογράφος. Μετά αισθητικός. Στα οκτώ της χρόνια, έπειτα από ώριμη σκέψη, κατέληξε πως το τραγούδι είναι ο ιδανικός τρόπος να εκφράζεται και ανέβηκε ήδη στη σκηνή. Πρώτη της εμφάνιση ήταν στον γάμο του αδερφού της όπου παρακινούμενη από τη μητέρα της τραγούδησε για τους καλεσμένους.
«Η ιδέα του "Καμπαρέ" ήταν να μπλέξουμε το χθες με το σήμερα, τον παλιό ήχο με τον σύγχρονο, τη μαγεία της εποχής του Μεσοπολέμου με τις προβολές εικόνων» λέει η Πατρίτσια Κάας για την παράσταση που θα δούμε στο «Μπάντμιντον».
Επειτα η βραχνή φωνή της της εξασφάλισε το πρώτο βραβείο σε έναν διαγωνισμό ποπ τραγουδιού και τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Το χαριτωμένο κοριτσάκι είναι σήμερα μια από τις ντίβες της γαλλικής σκηνής.
Η Πατρίτσια Κάας, που το Σάββατο 6 Φεβρουαρίου έρχεται στο θέατρο «Μπάντμιντον» για να μας παρουσιάσει τη μουσική παράσταση «Καμπαρέ», είναι μια χαρισματική τραγουδίστρια που τα πήγε περίφημα στην ταινία του Κλοντ Λελούς «Και τώρα, κυρίες και κύριοι». Χορεύει καταπληκτικά, δεν ανταλλάσσει με τίποτα την ελευθερία της και μιλάει σχεδόν πάντα με άνεση τόσο για τις επαγγελματικές της επιλογές όσο και για τα προσωπικά της ζητήματα.
Μιλώντας από το σπίτι της στο Παρίσι, αναφέρεται στην οικογένειά της, τα έξι αδέρφια της, την εμπειρία της Eurovision -πήρε την έβδομη θέση στον διαγωνισμό του 2009 στη Μόσχα με το τραγούδι «Et s'il fallait le faire»-, τη σκυλίτσα της την Τεκίλα, που θα έρθει μαζί στην Αθήνα, το παραπονό της ότι ποτέ δεν χορταίνει τις χώρες που επισκέπτεται και φυσικά την παράσταση, που είναι ένας φόρος τιμής στη δεκαετία του '30 και την οποία έχει παρουσιάσει πάνω από 140 φορές σε όλον τον κόσμο.
- Αλήθεια, πότε γεννήθηκε αυτή η ιδέα που τελικά διήρκεσε τόσο πολύ;
«Τα πρώτα χρόνια της καριέρας μου, όταν δεν ήξερα πού θα με οδηγήσει η μουσική, άρχισα να διαλέγω τα τραγούδια που θα ήθελα να πω. Ενα από τα πρώτα, λοιπόν, ήταν το "La chance jamais ne dure" ("Η τύχη δεν διαρκεί πολύ"), γραμμένο στο τέλος της δεκαετίας του '40. Ψάχνοντας βρήκα διαμάντια από την ατμόσφαιρα της Γερμανίας των καμπαρέ, υπέροχη τζαζ από το παριζιάνικο Σεν-Ζερμέν και μελωδικά τάνγκο από το Μπουένος Αϊρες. Αποφάσισα πως με όλα αυτά θα φτιάξω μια παράσταση που θα μοιάζει με ταξίδι στον χρόνο και τις χώρες που πρωταγωνίστησαν τότε μουσικά».
Οι γυναίκες του χθες
- Ποια θεωρείτε ότι ήταν η γοητεία εκείνης της περιόδου;
«Με έχει σίγουρα επηρεάσει η γερμανική καταγωγή της μητέρας μου, η οποία συνήθιζε να ακούει αυτά τα τραγούδια. Επίσης θαυμάζω εκείνη την εποχή για τη δύναμη που επιδείκνυαν οι γυναίκες. Ο αισθησιασμός έπρεπε να είναι πολύ μετρημένος. Συχνά πολλές αναγκάζονταν να γίνονται αλαζονικές και υπεροπτικές για να γίνονται σεβαστές. Κι όμως, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες μεγαλούργησαν και έδειξαν το δρόμο για το μέλλον η Αναΐς Νιν, η Κοκό Σανέλ, η Μάρλεν Ντίτριχ».
- Ξέρω ότι την Ντίτριχ την αγαπάτε πολύ.
«Πράγματι, το κληρονόμησα από τη μητέρα μου, που της έτρεφε μεγάλη αδυναμία. Οταν μιλάς για εκείνη την εποχή, το πορτρέτο της είναι από τα πρώτα πράγματα που συνειρμικά έρχονται στο μυαλό. Παρ' όλο που ήμουν παιδί, θυμάμαι πόσο φωτιζόταν το πρόσωπο της μαμάς όταν την άκουγε να τραγουδάει. Η "γερμανική" μου καρδιά της ανήκει σίγουρα».
- Εσείς θα θέλατε να ζείτε εκείνη την εποχή;
«Δεν ξέρω, με δυσκολεύετε. Ισως να είμαι πολύ χαρούμενη και πολύ ανεξάρτητη για εκείνες τις δεκαετίες. Από την άλλη οι γυναίκες τότε είχαν πράγματα να διεκδικήσουν, αγωνίζονταν και η έμπνευσή τους χρειαζόταν πολύ μεγάλη τόλμη για να εκφραστεί».
- Αλλωστε, όπως έχετε πολλές φορές δηλώσει, την ελευθερία σας δεν την ανταλλάσσετε.
«Πράγματι, δεν μπορώ να "ανήκω" κάπου, αλλά αυτό είναι ένα στοιχείο του χαρακτήρα μου που μάλλον δεν το διάλεξα. Ισως υποχρεώθηκα να είμαι έτσι επειδή από πολύ νωρίς φορτώθηκα στενοχώριες. Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν νέα και αναγκάστηκα να δυναμώσω απότομα. Επειτα από λίγο έφυγε από τη ζωή και ο πατέρας μου, οπότε το να ωριμάσω ήταν μονόδρομος. Εμαθα να είμαι άνδρας και γυναίκα μαζί. Για κάποιους μπορεί να είναι πολυτέλεια η αυτονομία. Για μένα είναι ο μοναδικός τρόπος που μου δίδαξε η ζωή μου».
- Γι' αυτήν την παράσταση χρειάστηκε να επιστρατεύσετε και την υποκριτική σας;
«Αχ, ποτέ δεν ένιωσα ηθοποιός. Αλλωστε μία μόνο ταινία έχω κάνει. Η ιδέα του "Καμπαρέ" ήταν να μπλέξουμε το χθες με το σήμερα, τον παλιό ήχο με τον σύγχρονο, τη μαγεία της εποχής του μεσοπολέμου με τις προβολές εικόνων. Θέλαμε επίσης τον συνδυασμό διαφόρων τεχνών επί σκηνής, γι' αυτό και υπάρχει μια εξαιρετική χορεύτρια και πολλά στοιχεία θεάτρου. Αυτό που σίγουρα ήθελα να δείξω είναι τις πολλές πλευρές της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Οι γυναίκες αλλάζουμε συνεχώς και με μεγάλη ευκολία. Μεταμορφωνόμαστε. Αλλιώς αντιμετωπίζουμε τους φίλους μας, αλλιώς πάμε στο πρώτο ραντεβού, αλλιώς ζούμε στο σπίτι μας».
- Εσείς μεγαλώσατε σε μια πολυπληθή οικογένεια...
«Ναι, είμαι το μικρότερο από επτά παιδιά. Βέβαια για να λέμε την αλήθεια είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας οπότε... ποτέ δεν συμπέσαμε όλοι μαζί στο σπίτι. Ηταν πάντως τέλεια να μεγαλώνεις σε ένα σπίτι γεμάτο χαρά, στοργή, ειλικρίνεια και αγαπημένα πρόσωπα. Ο πατέρας μου ήταν ανθρακωρύχος. Η μητέρα μου, με επτά παιδιά, δεν είχε χρόνο για να εργαστεί. Σε αυτή την ατμόσφαιρα οφείλω το τι είμαι σήμερα».
- Και το τραγούδι υπήρχε πάντα ανάμεσά σας;
«Οχι περισσότερο απ' ό,τι σε μια τυπική μέση οικογένεια. Ζούσαμε χωρίς πολλά χρήματα μια απολύτως κανονική ζωή. Ακούγαμε στο ραδιόφωνο από ποπ επιτυχίες μέχρι Πιάφ και Μινέλι. Ομως, η δική μου επιθυμία για το τραγούδι ήταν πολύ προσωπική υπόθεση. Ηθελα πάση θυσία να εκφραστώ. Μου άρεσε να σιγοτραγουδώ, αλλά τα όνειρά μου δεν έφταναν τόσο ψηλά. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα ανέβαινα στη σκηνή. Αλλωστε πέρασα από διάφορα στάδια: όταν είχα πρωτοπιάσει φωτογραφική μηχανή στα χέρια μου ονειρευόμουν να γίνω φωτογράφος, έπειτα ήθελα να γίνω αισθητικός».
- Νιώσατε ποτέ ότι ανήκετε σε δύο χώρες;
«Ο πατέρας μου ήταν μεν Γάλλος, αλλά εγώ γεννήθηκα δίπλα στα σύνορα Γαλλίας και Γερμανίας -στο Φόρμπαχ της Λορένης. Πήγα σε γαλλικό σχολείο, μάθαινα συγχρόνως και γερμανικά, μεγάλωσα πάντα "δίπλα" σε δύο χώρες. Ημουν Ευρωπαία πριν καν υπάρξει η Ευρωπαϊκή Ενωση» λέει γελώντας. «Είναι βέβαιο πως ζω στο Παρίσι πολλά χρόνια πια και άρα νιώθω περισσότερο Γαλλίδα».
Η ζωή που δεν έζησε
- Τη Γαλλία εκπροσωπήσατε και πέρυσι στη Eurovision. Πώς σας φάνηκε η εμπειρία;
«Διαφορετική και πολύ ενδιαφέρουσα. Σ' αυτόν τον διαγωνισμό συμμετέχουν κατά κύριο λόγο νέοι άνθρωποι που αισθάνονται ανασφάλεια και συχνά αμφισβήτηση. Εγώ, που έχω περάσει από αυτό το στάδιο, ήμουν η μεγάλη της παρέας. Μου άρεσε πολύ που με αντιμετώπιζαν με σεβασμό λόγω των είκοσι χρόνων μου στο τραγούδι».
- Και τι μπορεί να κερδίσει μια καταξιωμένη ερμηνεύτρια από αυτή την εμπειρία;
«Τον συναγωνισμό, την πρόκληση, τον αγώνα για το βραβείο. Μου άρεσε που τόσα εκατομμύρια θεατές άκουσαν το τραγούδι μου. Εννοείται ότι απογοητεύθηκα από την έβδομη θέση, αλλά σας λέω με απόλυτη ειλικρίνεια ότι, αν γυρνούσα το χρόνο πίσω, με το ίδιο τραγούδι θα λάμβανα μέρος».
- Σήμερα η μεγαλύτερη επιθυμία σας ποια είναι;
«Να συνεχίσω να ζω μια ζωή που μόνο στα όνειρά μου είχα φανταστεί». *
Wednesday, January 20, 2010
Βλέπω στον ύπνο μου το μπράβο του κόσμου
Αποκαλύπτει γιατί για πέντε χρόνια έλειψε από τη χειμερινή διασκέδαση και συγκρίνει το Παλλάς με το παρισινό Ολυμπιά«Tο βράδυ, όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι μου, βλέπω το θέατρο γεμάτο κόσμο κι όλο τον κόσμο να μού λέει μπράβο για τις επιλογές μου»: Κι όμως, αυτό το όνειρο δεν ανήκει σε κάποιο αγχωμένο νέο καλλιτέχνη που κάνει τα πρώτα του βήματα αλλά στην κορυφαία του ελληνικού τραγουδιού, τη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία επιστρέφει ύστερα από πέντε ολόκληρα χρόνια αποχής στη χειμερινή ζωή της Αθήνας. Από το βράδυ του Σαββάτου και για συνολικά δεκαπέντε νύχτες θα βρίσκεται στη σκηνή του «Παλλάς», συνοδευόμενη από τους εξαιρετικούς μουσικούς της, με στόχο να πείσει πως «Η Αγάπη θα σε βρει όπου και να ‘σαι».
Η Χάρις Αλεξίου είναι από εκείνες τις γυναίκες που δεν μπορούν να κρύψουν εύκολα τα συναισθήματά τους. Οταν δεν είναι καλά, το μαρτυράει αυτή η μελαγχολία στα μάτια της, κι όταν πάλι είναι χαρούμενη, λάμπει ολόκληρη κι εκφράζει τον ενθουσιασμό της σαν μικρό παιδί. Και στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στο «Παλλάς» με αφορμή τις εμφανίσεις της, είδαμε μια Χαρούλα λαμπερή, χαμογελαστή γεμάτη ενέργεια κι ανυπομονησία για το νέο της αυτό καλλιτεχνικό εγχείρημα. Αλλωστε μάς το είπε και η ίδια: «Τον τελευταίο καιρό νιώθω πως ζω γι’ αυτές τις βραδιές στο «Παλλάς». Εύχομαι το κέντρο του κόσμου να είναι το Σύνταγμα».
Οπως μας αποκάλυψε ο λόγος της πενταετούς απουσίας της από τη χειμερινή διασκέδαση ήταν η έλλειψη ενός χώρου που να έχει τις προδιαγραφές που εκείνη επιθυμεί. Της έλειπε πολύ αυτό: «Εχω ταξιδέψει σχεδόν σ’ όλο τον κόσμο, έχω τραγουδήσει στις ωραιότερες αίθουσες του κόσμου. Και πάντα αναρωτιόμουν γιατί να μην υπάρχει και στην Αθήνα μια αίθουσα να κάνουμε τις συναυλίες μας όπως στο εξωτερικό. Γι’ αυτό και όταν ανακαινίστηκε το «Παλλάς», χτύπησε η καρδούλα μου», είπε η Χάρις Αλεξίου και συμπλήρωσε με νόημα: «Συγκρίνω το «Παλλάς» με το «Ολιμπιά» του Παρισιού, όπου ο κάθε καλλιτέχνης μπορεί να παρουσιάσει τη δική του δουλειά χωρίς να χρειάζονται ειδικές παραγωγές όπως κάνει το Μέγαρο».
Οσο για το πρόγραμμα που θα παρουσιάσει; «Προς το παρόν διαρκεί δέκα ώρες, αλλά στόχος είναι να το φθάσουμε στις δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά για να μη βαρεθεί ο κόσμος», ανέφερε χαριτολογώντας η ερμηνεύτρια.
Στη διαδικασία της επιλογής τραγουδιών τη βοήθησε, μια φίλη από τα παλιά και βαθιά γνώστρια του ρεπερτορίου της, η Λίνα Νικολακοπούλου, η οποία ομολόγησε χθες πως είναι πολύ δύσκολο σε ένα διάστημα δύο ωρών να γίνει ένα ωραίο πορτρέτο της Αλεξίου, μιας ερμηνεύτριας της οποίας μόλις ακουστεί το όνομα ο κάθε άνθρωπος ανακαλεί ένα τραγούδι της στη μνήμη του: «Αν μετρήσουμε τα χιλιόμετρα του αισθήματος που μάς έχει πάει η Αλεξίου, τότε θα διαπιστώσουμε ότι έχουμε γυρίσει όλο τον κόσμο μαζί της», τόνισε η στιχουργός και συμπλήρωσε πως «η παράσταση θα έχει τόσο πολλά χρώματα που θα μοιάζει σαν να έχει πει όλα της τα τραγούδια».
Μουσική και τραγούδια λοιπόν: αυτό είναι το αντίδοτο της Χαρούλας στην κρίση. Γιατί, όπως είπε και η Λίνα Νικολακοπούλου παραφράζοντας, ειδικά για την περίσταση, το τραγούδι της «Κοίτα μια νύχτα»: «Μάτια μου η Ελλάδα/ Το λέει για φιλενάδα/Κι ενώ βουτάει στην κρίση/ Σου σκάει και μια λιακάδα...».
Αναστασία Κουκά, ΕΘΝΟΣ, 20/01/2010
Tuesday, January 19, 2010
Νέα μουσική διάκριση για πολυβραβευμένο φοιτητή του ΑΠΘ
Θεσσαλονίκη
Συγκομιδή βραβείων κάνει ένας φοιτητής 21 ετών, του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Ο Στέλιος Δήμου απέσπασε ακόμη ένα βραβείο σε μουσικό διαγωνισμό που έγινε στην Αθήνα, στις 14 και 15 Ιανουαρίου.
Στέλιος Δήμου φοιτητής του τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ
Του απονεμήθηκε το "Βραβείο Μουσικών" για το έργο με τίτλο "Ιριδισμοί", που παρουσίασε στο 7ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, που διοργάνωσε η Ένωση Φίλων της Ελληνικής Λόγιας Μουσικής, στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής «Β.Μ.Θεοχαράκη», στην Αθήνα.
Ο νεαρός μουσικός έχεις επίσης αποσπάσει το Α’ βραβείο στον 3ο Διεθνή Διαγωνισμό Σύνθεσης "Συνθέρμεια", με το έργο "Shadows", τον Απρίλιο του 2009, το Γ’ βραβείο στο 3ο Διαγωνισμό Σύνθεσης, τον Ιανουάριο του 2009, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και το Β’ βραβείο, στο Διεθνή Διαγωνισμό για Νέους Συνθέτες "Ton de Leeuw 2008", με το έργο "The unexpected" (Το απροσδόκητο), το Νοέμβριο του 2008, στην Αλβανία.
Από τις 58 συνολικά συμμετοχές στο διαγωνισμό, στον τελικό έφτασαν ακόμη τρεις φοιτητές του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ. και συγκεκριμένα από την κατεύθυνση Σύνθεσης της τάξης του καθηγητή, Χρήστου Σαμαρά. Πρόκειται για τους Ιωάννη Αγγελάκη, Βάνια Κούρτη Παπαμούστου και Βασίλη Μπακόπουλο. [enet.gr, 14:13 Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010]