Ωραία αυτή η μυθολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από τους Way Out West στην Ελλάδα. Οχι πως στο εξωτερικό είναι και πολύ διαφορετικά τα πράγματα, όμως, εδώ, το δίδυμο των Nick Warren και Jody Wisterhoff που αποτελούν τους Way Out West χαίρει μεγάλης εκτίμησης.
Οι δύο των Way Out West, ο Nick Warren (με τα γυαλιά) και ο Jody Wisterhoff. «Γράψαμε τη μουσική μας στο Λονδίνο και ηχογραφήσαμε τα φωνητικά στη Νέα Υόρκη» Ανέκαθεν. Και όχι μόνο ως γκρουπ αλλά και τα δύο του τα μέλη ξεχωριστά. Και κυρίως ο Νικ Γουόρεν που έχει παίξει ως dj άπειρες φορές. Σήμερα και την Κυριακή πάντως, που θα βρίσκονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, εμφανίζονται ως συγκρότημα και θα μας παρουσιάσουν, όπως λένε, το Way Out West Soundsystem. Τουτέστιν, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και σινθεσάιζερ (χωρίς άλλα όργανα) σε ευθεία γραμμή. Και θα παίξουν live και τον καινούργιο τους δίσκο «We Love Machine», τον πρώτο που ηχογράφησαν στο δικό τους στούντιο. «Η μεγάλη διαφορά ήταν ότι έπρεπε να παίρνουμε όλες τις αποφάσεις μόνοι μας», λέει ο Νικ Γουόρεν. «Σε άλλες περιπτώσεις έχεις έναν μηχανικό ήχου να τα ρυθμίσει όλα. Ενώ τώρα εμπιστευθήκαμε το ένστικτό μας». Σιγοντάρει και ο Τζόντι Γουίστερχοφ: «Το θαυμάσιο είναι πως αυτή τη φορά είχαμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε περισσότερα σινθεσάιζερ. Σου δίνουν περισσότερες ιδέες, σε εμπνέουν».
- Να υποθέσω πως αυτοσχεδιάσατε; Ή, τελικά, φτιάξατε το «We Love Machine» στο στούντιο έτσι όπως ακριβώς το είχατε φανταστεί από την αρχή;
J.W: «Ηθελα να φτιάξω έναν περισσότερο ηλεκτρονικό δίσκο, βάζοντας στην άκρη τα breaks και τα progressive trance στοιχεία. Προσπάθησα να έχει περισσότερο συναίσθημα, να είναι πιο cool και πιο house groovy. Μην ξεχνάς πως οι προτιμήσεις μας αλλάζουν όσο μεγαλώνουμε και αυτό το άλμπουμ αποτυπώνει πλήρως την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τώρα».
Ν.W: «Και βγήκε ένας cosmic disco ήχος στα τραγούδια, που τον απολαύσαμε και οι δύο».
- Ωστόσο, στο άλμπουμ υπάρχουν και δυνατές dance στιγμές.
Ν.W: «Φυσικά. Στο άλμπουμ θέλεις να πεις ολόκληρη την ιστορία, να παρουσιάσεις όλες τις ιδέες και τους ήχους σου. Προσωπικά νομίζω πως σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά μας έχει ένα πιο κλαμπίστικο vibe».
J.W: «Ενα άλμπουμ πρέπει να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή κι αν περιοριστείς σε ένα μόνο στιλ αυτό αποκλείεται να συμβεί. Λατρεύω τη μελωδία αλλά, επίσης, διασκεδάζω με πιο dirty και trippy ρυθμούς».
- Και στο τραγούδι σας «Only Love» συνεργαστήκατε για πρώτη φορά με άντρα τραγουδιστή...
Ν.W: «Ο Τζόναθαν ήρθε σε επαφή μαζί μας μέσω Myspace. Είχε φάση όμως το πώς πραγματοποιήθηκε η συνεργασία. Του στείλαμε τη μουσική μας στη Νέα Υόρκη, ηχογράφησε εκεί τα φωνητικά του κι εμείς μετά κάναμε το mix στο Λονδίνο».
- Σας αρέσει να παίζετε στην Ελλάδα;
J.W: «Πάντοτε ψάχνουμε ευκαιρία να έρθουμε να παίξουμε σε εσάς γιατί οι συναυλίες γίνονται κανονικά πάρτι».
Ν.W: «Και ο κόσμος είναι θαυμάσιος επίσης. Το... yamas είναι κάτι που ακούμε πολύ συχνά».
- Πώς βλέπετε την πρόοδο της χορευτικής μουσικής; Εχετε ακούσει κάτι ελληνικό;
J.W: «Αγαπώ το υλικό της δικής σας δισκογραφικής εταιρείας Klik records. Πολύ cool και με συναίσθημα. Η χορευτική μουσική είναι υγιής το τελευταίο διάστημα. Και με πολλά διαφορετικά στιλ. Υψηλής ποιότητας».
- Και παγκοσμιοποιημένη πια...
Ν.W: «Παντού στον κόσμο οι άνθρωποι ακούνε και χορεύουν εξαιρετική μουσική. Το γεγονός πως ο καθένας μπορεί να φτιάξει τα δικά του τραγούδια στο σπίτι του έχει ανοίξει την αγορά».
J.W: «Συμφωνώ πως είναι πολύ υγιής κατάσταση λόγω και του Internet. Είμαι πολύ ευτυχισμένος που μπορώ να παίζω ως dj σε διάφορες χώρες. Είναι ωραίο το ταξίδι και συναναστρέφεσαι ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτισμούς».
* Αθήνα, Fuzz Club (Πατριάρχου Ιωακείμ 1, Ταύρος) και μαζί τους onstage θα ανέβουν και οι Alex Dimou και Andrianos Papadeas.
- Θεσσαλονίκη, Κυριακή, Club Vogue, μαζί με τους Sunset Boulevard και George Kyriakou.
Friday, December 4, 2009
Οι συναυλίες στην Ελλάδα είναι πάρτι
Οι πίσω μας σελίδες
- Τα 60ς δεν ήταν μόνον τα μεγάλα πολιτικά οράματα, τα δυναμικά φοιτητικά κινήματα, η άνθηση των Τεχνών, η απελευθέρωση του σεξ και της μόδας, το βήμα του Νιλ Αρμστρονγκ στο φεγγάρι.
- Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009
Ηταν και η ευφορία που προκαλούσε η πεποίθηση ότι όλα είναι δυνατά. Γι' αυτό τα 60ς ήταν και να ξέρεις σε ποια συλλαβή του «You are my destiny», θα σφίξεις πάνω σου το κορίτσι. Κι αν εκείνη απαντούσε «δεν θέλω να προδώσω την εμπιστοσύνη των γονιών μου», αποκλείοντας το τετ-α-τετ, δεν πειράζει. Αυτή η δεκαετία μνημονεύεται άλλωστε περισσότερο για τα οράματά της, παρά για την υλοποίησή τους.
Δεν έλειψαν και τέτοιες γοητευτικές προσωπικές μαρτυρίες από τη χθεσινή, πρώτη παρουσίαση του τεράστιου αφιερώματος στα 60ς που διοργανώνει από τις 14 Δεκεμβρίου και για ένα μήνα ο Διονύσης Σαββόπουλος και οι συνεργάτες του, σε 7 σημεία της Αθήνας, με γενικό τίτλο «Το Περιβόλι του Τρελλού-60ς, Το ροκ του μέλλοντός μας» και στόχο να καταγραφούν τα σπουδαία επιτεύγματα και οράματα της δεκαετίας, χωρίς να απουσιάσει κι εκείνο το εφηβικό συναίσθημα που κορύφωνε η φωνή του Πολ Ανκα.
Δεν έλειψαν κι οι ειλικρινείς εξομολογήσεις του Σαββόπουλου που «κατορθώνει το ακατόρθωτο: να μετέχει σε όλες τις εκδηλώσεις σαν ανεμοστρόβιλος», όπως διαπίστωσε η χορογράφος Σοφία Σπυράτου, μία από τις βασικές συμμετόχους στο αφιέρωμα που γύρω απ' τον Σαββόπουλο συσπείρωσε συνολικά 150 άτομα. «Εμείς κάναμε πάντα τα πράγματα που δεν γίνονται», σχολίασε εκείνος ως γνήσιο τέκνο των 60ς.
Και σε όσους επέμειναν να τον ρωτούν ποιο ήταν τέλος πάντων το κίνητρό του γι' αυτό το αφιέρωμα, παραδέχτηκε «θέλω να ξαναγαπήσω και να ξαναγαπηθώ. Θέλω να γυρίσω στη μεγάλη σκηνή. Μήπως γι' αυτό κατά βάθος δεν τα κάνουμε όλα; Ομως τα 60ς ήταν και μια συγκλονιστική δεκαετία...». Την αυταξία της ενισχύει κατά τον Σαββόπουλο η σύγκρισή της με την τωρινή και μακράν «τη χειρότερη δεκαετία που έχουμε ζήσει». Εννοούσε και σε επίπεδο ανθρωπίνων σχέσεων, καθρεφτίζοντας τη σταδιακή «αλλοτρίωση» σε ένα περιστατικό: ζευγάρι συγγενών του σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας, τον περίμεναν πώς και πώς κάθε φορά που πήγαινε για να τον περιποιηθούν. Και ξαφνικά «δεκαετία του '80, μπαίνω μια μέρα στο σπίτι τους και μου λένε "σσσ μη μιλάς". Εβλεπαν..."Τόλμη και Γοητεία"».
Μάγος της παραβολής ο Σαββόπουλος αναγνωρίζει πόσα άλλαξαν γύρω μας. Και ξέρει πως «το παραμύθι μου για το '60 είναι πολύ παλιό. Το διηγούμαι όμως με την ελπίδα να πουν κι οι νεότεροι το δικό τους παραμύθι». Αλλωστε με το δικό της τρόπο η νέα γενιά επαναδιαπραγματεύεται ένα αίτημα ελευθερίας: «Σαν θεατής της περσινής εξέγερσης -που θα συνεχιζόταν με δημιουργικότερο τρόπο, αν δεν έβγαιναν τα... Καλάσνικοφ- βρήκα δικαιολογημένη την αναστάτωση της νεολαίας: έχουμε πατώσει».
Πλήθος συνεργατών και φίλων του Σαββόπουλου τον βοηθούν να πει το «παλιό παραμύθι» του '60 σ' όλο το εύρος του. Ανάμεσα σε διακεκριμένους Ελληνες και δύο ξένοι, κορυφαίες μορφές του παγκόσμιου φοιτητικού κινήματος του τότε. Ο Τομ Χέιντεν, σημείο-αναφοράς των αμερικανικών 60ς, κι ο Ταρίκ Αλι που υπήρξε ο πρώτος και τελευταίος αριστερός πρόεδρος των φοιτητών στην Οξφόρδη θα είναι μαζί με τον Γιάννη Γιαννουλόπουλο οι ομιλητές εκδήλωσης με θέμα «Κοινωνία-Πολιτική-Φοιτητικό Κίνημα». Η παρουσία τους ανοίγει τον κύκλο των 9 συναντήσεων υπό το γενικό τίτλο «Ημουν κι Εγώ εκεί-Πώς βιώσαμε τα 60ς».
Ξεχωριστό κομμάτι οι μουσικές εκδηλώσεις, με κεντρικό άξονα τις εμφανίσεις του Σαββόπουλου στο «Παλλάς», οι εκθέσεις, οι προβολές ταινιών. Εξ ου και η παρουσία χθες μιας ολόκληρης παρέας διοργανωτών, από διαφορετικούς κλάδους, επιστήμες και τέχνες (Π. Τσίμας, Τ. Κουμπής, Γ. Χρονάς, Λ. Λιάβας, Τ. Σακελλαρόπουλος, Πλ. Ριβέλλης, Γ. Τσεκλένης, Μ. Σπηλιόπουλος, Σ. Τριανταφύλλου). *
ΟΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - «ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΛΟΥ»
* «Παλλάς»: δέκα συναυλίες του Διονύση Σαββόπουλου, με κεντρικό άξονα τους δίσκους «Περιβόλι του Τρελλού» και «Φορτηγό» (από τις 18/12)
ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ - «ΤΑ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ»
* «Μικρό Παλλάς»: οι Δ. Σαββόπουλος, Φ. Παπαδόδημα, Ρ. Κυριαζή αφηγούνται παραμύθια δικά τους ή της λαϊκής παράδοσης κι ο Αθως Δανέλλης παρουσιάζει το έργο του Σπαθάρη «Ο Καραγκιόζης στο φεγγάρι» (19, 20, 26, 27/12 και 2,3/1)
ΜΟΥΣΙΚΑ HAPPENINGS
* Υπαιθρίως στη στοά του City Link (24/12), Σαββόπουλος και φίλοι ερμηνεύουν:
* Συνθέτες του έντεχνου. Επιμελείται ο Γ. Παπαζαχαριάκης.
**Τα λαϊκά του '60.
**Το Νέο Κύμα. Επιμελείται ο Σ. Κορκολής.
**Στο Μετρό του Συντάγματος (5/1).
* Η στροφή στις ρίζες. Επιμελείται η Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας Μαγνησίας.
* Το ροκ στη Δύση κι εδώ. Επιμελούνται οι Onirama.
ΟΜΙΛΙΕΣ (ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ)
* Κοινωνία - Πολιτική - Φοιτητικό Κίνημα (14/12). Συντονιστής Π. Τσίμας.
**Αρχιτεκτονική (16/12). Συντονιστής Τ. Κουμπής.
* Θέατρο(17/12). Συντονιστής Β. Παπαβασιλείου.
* Εικαστικά (21/12). Συντονίστρια Μ. Κοτζαμάνη.
**Φωτογραφία-Μόδα-Αθλητισμός(22/12). Συντονιστές Π. Ριβέλλης, Γ. Τσεκλένης, Κ. Μπλιάτκας.
**Λογοτεχνία (23/12). Συντονιστής Γ. Χρονάς.
**Επιστήμη-Τεχνολογία (11/1). Συντονιστής Ν. Ξυδάκης.
* Κινηματογράφος (12/1). Συντονίστρια Σ. Τριανταφύλλου.
* Μουσική (Ελλάδα-κόσμος). Συντονιστές Λ. Λιάβας, Σ. Ελληνιάδης.
ΕΚΘΕΣΕΙΣ
**Μουσείο Μπενάκη (16/12-14/1). «Πώς ζήσαμε τα 60ς στην Ελλάδα». Επιμελητής Τ. Σακελλαρόπουλος.
* Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων (19/12-14/1). Ο νεανικός Τύπος της δεκαετίας του '60. Επιστημονικός υπεύθυνος Ηλ. Νικολακόπουλος. Επιμέλεια Ευρυδίκη Αμπατζή.
ΠΡΟΒΟΛΕΣ
ΤΡΙΑΝΟΝ FILM CENTER (17-23/12)
**Θα προβληθούν 23 αγαπημένες ταινίες των 60ς. Προλογίζουν και τραγουδούν Δ. Σαββόπουλος και φίλοι. Επιμέλεια Σ. Τριανταφύλλου.
Thursday, December 3, 2009
Η αγνότητα του Μπαχ σε ελεύθερη κίνηση
Το πέρασμα του χρόνου. Και το ταξίδι του στις ζωές των ανθρώπων που «φτιάχνουν δεσμούς, ζευγαρώνουν, απομακρύνονται, αποξενώνονται». Ετσι προσέλαβε τις αριστουργηματικές Παραλλαγές Goldberg του Μπαχ κι έτσι τις μετέφρασε χορογραφικά ο Ελβετός Χάιντς Σπέρλι.
«Δυσκολεύτηκα γιατί δεν έβρισκα δρόμο να αποδώσω ό,τι ήθελε ο Μπαχ. Αργότερα βρήκα τον στόχο μου με την ελευθερία της κίνησης και το δέσιμο του χορού με το πιάνο» εξήγησε ο Σπέρλι Οι τριάντα Παραλλαγές, αφιερωμένες από τον Μπαχ το 1741 στον μαθητή του Γιόχαν Γκόλντμπεργκ και χορογραφημένες το 1993 από τον Σπέρλι, ως ένα διάσημο πλέον μπαλέτο ενταγμένο στο ρεπερτόριο του Μπαλέτου της Οπερας της Ζυρίχης, ανοίγουν απόψε τον φετινό Κύκλο Χορού του Μεγάρου Μουσικής. Οι παραστάσεις, με σολίστ τον πιανίστα Αλεξέι Μποτβίνοφ, επαναλαμβάνονται αύριο καθώς και το Σαββατοκύριακο.
«Ηθελα αρχικά να αποδώσω ό,τι ήθελε ο Μπαχ. Δυσκολεύτηκα γιατί δεν έβρισκα δρόμο. Αργότερα, βρήκα τον στόχο μου με την ελευθερία της κίνησης και το δέσιμο χορού και πιάνου», εξήγησε χθες ο 69χρονος Σπέρλι, για τη χορογραφία του, που θεωρείται η κορυφαία ίσως στιγμή της καριέρας του.
Γεννημένος το 1940 στη Βασιλεία, σπούδασε χορό εκεί κι αργότερα στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Αρχισε να χορογραφεί από το 1967, ενώ ήταν ακόμα χορευτής και μέχρι το 1973 έγινε βασικός χορογράφος και διευθυντής του Μπαλέτου της Βασιλείας. Εκτοτε συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα μπαλέτα του κόσμου.
Καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπαλέτου της Ζυρίχης από το 1996, ο Σπέρλι δίδαξε τους 40 χορευτές του (που προέρχονται από κάθε γωνιά της γης) πώς να απογειώσουν τη χορογραφία σε διάφορους συνδυασμούς κι αλληλοσυνδέσεις, καταλήγοντας σε μια ομαδική συγκέντρωση, που έχει την έννοια της δοξολογίας για το ανθρώπινο πνεύμα. Ο Σπέρλι, με χορογραφική γλώσσα που θεωρείται κατεξοχήν ανθρωποκεντρική, έχει άλλωστε ιδιαίτερη σχέση με την μπαρόκ μουσική και ειδικά με τον Μπαχ, έχοντας χορογραφήσει και τις σουίτες του για τσέλο. Η αρχιτεκτονική του μπαλέτου του είναι ακριβής, διαυγής και, μέσα από τους συνδυασμούς των σωμάτων, ξεκάθαρα αφηγηματική. Η άβυσσος της ύπαρξης και το «εφήμερο που μας περιβάλλει» περιγράφονται με ρέουσες κινήσεις κι αρμονικές γραμμές, που αναδεικνύουν τα ταλέντα των χορευτών του κλασικού μπαλέτου. Εξ ου και η επισήμανση της χορεύτριας Σάρα-Τζέιν Μπρόντεκ: «Είναι απόλαυση», είπε, «να χορεύουμε ένα τέτοιο αριστούργημα. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο έργο γεμάτο αγνότητα και αριστοτεχνική ομορφιά».
Τη λυρικότητα του Σπέρλι εξήρε και ο μόνιμος συνεργάτης του μπαλέτου, πιανίστας Αλεξέι Μποτβίνοφ, που έχει ερμηνεύσει τις Παραλλαγές «πάνω από 150 φορές, πάντα με εξαιρετική ευχαρίστηση». Ο ίδιος ηχογράφησε τις «Παραλλαγές» το 1996 και ο δίσκος του έφτασε στο νούμερο 2 του καταλόγου επιτυχιών της κλασικής μουσικής.
* Τα εισιτήρια για τις παραστάσεις του Μπαλέτου της Οπερας της Ζυρίχης στοιχίζουν 72, 53, 36, 20 ευρώ και 11,5 ευρώ (φοιτητικά).
- Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009
Ρεκόρ πωλήσεων για τη Σούζαν Μπόιλ
Η γυναίκα που κέντρισε το ενδιαφέρον των Βρετανών με τη βελούδινη φωνή της, Σούζαν Μπόιλ, ήρθε στην κορυφή των αμερικανικών τσαρτ, σημειώνοντας ρεκόρ πωλήσεων για γυναικείο άλμπουμ-ντεμπούτο κατά την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του.Σύμφωνα με την, Nielsen Sound Scan το τραγούδι «I Dreamed A Dream» πέτυχε πωλήσεις 701.000 αντιτύπων στις ΗΠΑ κατά την πρώτη εβδομάδα. Το ρεκόρ της είχε ξεπεράσει μόνο το παρθενικό μπουμ του Σνουπ Ντογκ, «Doggystyle», με 803.000 πωλήσεις την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του το 1993. Η 48χρονη Μπόιλ ήρθε επίσης στην πρώτη θέση των βρετανικών τσαρτ. Το άλμπουμ της έγινε το παρθενικό άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία των βρετανικών τσαρτ με πωλήσεις 410.000 αντιτύπων την πρώτη εβδομάδα. [enet.gr, 11:58 Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009]
Wednesday, December 2, 2009
Καλιφορνέζικος ήλιος και βρετανικό σκοτάδι
- Stereo-Φονικά
* «What will we be» - Devendra Banhart (Warner)
- Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
Κρύβει επιβλητικά μπλουζ στην παράδοση των Doors, εκρήξεις ηδονιστικής ψυχεδέλειας, φασαριόζικα και αλήτικα ροκ εν ρολ και ονειρικές φολκ μπαλάντες. Με όλα αυτά το «What will we be» μοιάζει να αναπλάθει την ιστορία της μουσικής σκηνής της Καλιφόρνιας.
Ακολουθώντας την παράδοση του προηγούμενού του δίσκου -του επίσης εξαιρετικού «Smokey Rolls Down Thunder Canyon»- ο Ντεβέντρα έχει πια ξεφύγει από αυτό που κάποτε ονόμαζαν νέα φολκ. Ο όρος ήταν ένας ευφημισμός για ένα σωρό νέους Αμερικανούς μουσικούς που μιμούνταν τη μουσική των χίπις. Χωρίς φυσικά καμία αντίστοιχη φιλοσοφία πίσω τους και χωρίς καν να συνειδητοποιούν ότι αντέγραφαν τη μουσική ενός ριζοσπαστικού κινήματος που κάποτε είχε καταφέρει πλήγματα σε όλο το πεδίο της καθημερινής ζωής, σε καιρούς που το λυμαίνονταν άγρια η εξουσία.
Ο Ντεβέντρα παράτησε νωρίς τη σκηνή της νέας φολκ, στην οποία τον κατέτασσαν, μαζί με την εικόνα του βαρετού χίπι της new age εποχής. Αλλά δεν εγκατέλειψε τη φολκ. Την πήρε, την απογύμνωσε από όλα τα στολίδια που της είχε κρεμάσει η μοδάτη εκδοχή της. Και ύστερα έχωσε τον πυρήνα της στο στούντιο και ξεκίνησε την επέμβαση πάνω της. Τη μέθυσε με μπλουζ, τη νόθεψε με ρέγγε ρυθμούς, τη βομβάρδισε με το θόρυβο της κιθάρας και τη χόρεψε με σάμπα από τη Βραζιλία.
Αυτός είναι ο έκτος δίσκος του εικοσιοχτάχρονου Ντεβέντρα και μεταφέρει όλη την αισιοδοξία και την ελπίδα από τα χρόνια του '60 με έναν επιτήδεια λιτό αλλά σύγχρονο ήχο. Ετσι και αλλιώς ο Ντεβέντρα δεν είναι αναχωρητής. Ζει και αναπνέει μέσα στη μουσική σκηνή, σκαρώνει παράτολμα ποπ τραγούδια και αλλόκοτες μελωδικές συνθέσεις και παραμένει αυθεντικός και μάγκας σε ένα χώρο που του λείπουν πια και η ειλικρίνεια και η τόλμη.
* Στο www.myspace.com/devendrabanhart κάποια τραγούδια από το νέο δίσκο.
* «Beak» - Beak (Warner):
Σκοτεινό και απόκοσμο, φτιαγμένο σαν σάουντρακ για νυχτερινές περιπλανήσεις στις μητροπόλεις. Γεννήθηκε και αυτό στο Μπρίστολ, τον Ιανουάριο, όταν ο Τζεφ Μπάροου των Portishead κλείστηκε στο στούντιο μαζί με τον μπασίστα Μπίλι Φούλερ και τον Ματ Γουίλιαμς στα κίμπορντς. Επειτα από δώδεκα μέρες εγκλεισμού βγήκαν με αυτόν τον δίσκο. Αν σκεφτεί κανείς ότι οι Portishead χρειάστηκαν έντεκα χρόνια για να κυκλοφορήσουν το περσινό «Third», ο Μπάροου μάλλον γουστάρει να τζαμάρει με τους φίλους από το Μπρίστολ στο πηχτό σκοτάδι.
Το «Beak» σέρνει όλη την κληρονομιά του ζοφερού ποστ πανκ και τη βουτάει σε ένα ντελιριακό μίγμα από τζαζ, ψυχεδέλεια και ελεκτρόνικα, ενώ ακολουθεί τις τεχνικές του ποστ ροκ. Αν είκοσι χρόνια πριν κάποιοι ευφυείς πιτσιρικάδες, πήραν την νταμπ και το χιπ χοπ και έφτιαξαν τον ήχο του Μπρίστολ, τώρα ο Μπάροου, ένας από αυτούς, πειραματίζεται πάνω στον σύγχρονο ροκ ήχο. Το «Beak» είναι η δική του πρόταση, μπερδεμένο ως ντεμπούτο, αλλά ωμό και ανελέητο ως ήχος.
* Στο www.myspace.com/beak2009 δύο τραγούδια από το ντεμπούτο τους, ανάμεσά τους το καθηλωτικό «Ι Know» και πολλά βίντεο.
Από το σπάνιο ρεπερτόριο του πιάνου
- ΣΙΜΟΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ - ΝΑΣΟΣ ΣΤΗΝ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
- Ηχοι ζωντανοί
- Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
Μέσα στον Νοέμβρη ακούσαμε δύο πιανίστες σε ασυνήθιστα ενδιαφέροντα, διμερή προγράμματα. Πρώτος ο Γιαν Σιμόν, με αφορμή την επερχόμενη επέτειο των 200 χρόνων από τη γέννηση του Σοπέν (1810-1849), έδωσε στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» ένα ωραίο ρεσιτάλ, αφιερωμένο στον κορυφαίο Πολωνό συνθέτη του Ρομαντισμού (2/11/2009).
Στο πρώτο μισό της βραδιάς, ο 43χρονος Τσέχος πιανίστας πρότεινε ένα τρίπτυχο με έργα συμπατριωτών του. Ξεκίνησε με την εξόχως δραματική «Σονάτα «1.Χ.1905, Σκηνή δρόμου» του Λέος Γιάνατσεκ, την οποία απέδωσε με έντονη λυρική εσωστρέφεια αμβλύνοντας τις δεσπόζουσες συγκρουσιακές αιχμές της. Ακολούθησε η «Σονάτα αρ.1» (1981) του Λαντισλάβ Σιμόν, πατέρα του πιανίστα και μαθητή του Αλόις Χάμπα. Ηταν ένα εκτενές, ζωηρό, πλούσιο σε εναλλαγές κομμάτι, δημιουργική «αναμέτρηση» του συνθέτη με την τζαζ, που παίχτηκε με νεύρο και σωστή αίσθηση της ρευστής φραστικής. Η παρουσία της μεσοπολεμικής τζαζ -αυτή τη φορά σε συνάντηση με εθνικοσχολικούς τόνους- κυριάρχησε και στους «Τρεις τσέχικους χορούς, Η.154» (1926) του Μαρτινού, τους οποίους ο Σιμόν ερμήνευσε υποδειγματικά τονίζοντας με χορευτική ελαφράδα τους νευρώδεις, συγκοπτόμενους ρυθμούς. Το ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με Σοπέν. Λικνιστική ελαφράδα, απαλός καλοεστιασμένος ήχος και αβίαστες αυξομειώσεις ταχυτήτων χάρισαν στις «Τέσσερις μαζούρκες, έργο 17» ωστικό σφρίγος και κομψότητα έκφρασης ενώ η διακριτική παραγραφοποίηση εξασφάλισε άνετο χώρο για ψυχολογική εκτόνωση της μουσικής. Παρ' ότι στο εκτενές εναρκτήριο μέρος «Σονάτα αρ.2» ο Σιμόν φάνηκε προς στιγμήν να αγγίζει τα όριά του στην προσπάθειά του να διατηρήσει συνοχή στον ειρμό παρά τις ακραίες συγκρουσιακές εντάσεις της μουσικής, τελικά αντιμετώπισε τα μείζονα μουσικοδραματικά μεγέθη της μουσικής αυτής με τεχνική επάρκεια και αυτοπεποίθηση. Στο «Πένθιμο εμβατήριο» έπεισε απόλυτα με το συναισθηματικό βάρος των πιανισμών του σταθερού ρυθμικού βηματισμού, ενώ στο καταληκτικό Presto μάς εξέπληξε με τη λαμπρότητα των αριστοτεχνικά δοσμένων πιανιστικών πυροτεχνημάτων και το αθλητικό σφρίγος των ακραίων επιβραδύνσεων/επιταχύνσεων της φραστικής. Ανταποκρινόμενος με περισσή γενναιοδωρία στον ενθουσιασμό του ακροατηρίου, ο Σιμόν πρόσφερε εκτός προγράμματος το «Σκέρτσο αρ. 1».
* Μια εβδομάδα αργότερα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της ΚΟΑ στην Εθνική Πινακοθήκη, ο Στέφανος Νάσος έδωσε ένα ρεσιτάλ με επίκεντρο τον Μπετόβεν (10/11/2009). Η βραδιά ξεκίνησε με την αφιερωμένη στον Χάυδν «Σονάτα αρ. 3». Παρ' ότι είχε στη διάθεσή του ένα θηριώδες «Σταϊνγουέι» -πόσο πιο ταιριαστό στο έργο και την ακουστική του χώρου θα ήταν ένα πιανοφόρτε!- ο πιανίστας έπαιξε με γοργές ταχύτητες και ελεγχόμενες, ακραίες διακυμάνσεις δυναμικής, στεγνό ήχο, σκληρή, καθαρή άρθρωση και κοφτές σωστά χρονισμένες στίξεις. Συμβατικά στομφώδεις εξαγγελίες που εναλλάσσονταν με παραγράφους ανέμελα κελαρυστών πιανισμών, ηχητικό βάρος, μουσικό συντακτικό όλα, ακόμη και το τυπικά μπετοβενικό χιούμορ με το ξάφνιασμα του βιαστικού φινάλε, ήχησαν ταιριαστά στο ύφος και την εποχή της πρώιμης μπετοβενικής σονάτας. Συνειδητά διαφοροποιημένη ήταν η εκτέλεση της ώριμης «Σονάτας αρ.24, έργο 78». Την ερμηνεία όρισε εδώ οικονομία εκφραστικών μεγεθών αισθητά μεγαλύτερου εύρους: η φραστική διέθετε μεγαλύτερο βάρος, η δυναμική εντονότερες αντιθέσεις, η απόδοση της εγκεφαλικής γραφής διέθετε στοχαστικότητα και η ανέλιξη του μουσικού ειρμού έπειθε πως υπάκουε σε μια συνολική οπτική του έργου. Στο δεύτερο μισό της βραδιάς, ο Νάσος πρότεινε μια ανθολογία νεότερων έργων. Ξεκίνησε με την πρώτη ελληνική παρουσίαση του «Περιμένοντας το αεροπλάνο» (1990) του Γιάννη Ψαθά. Ηταν ένα ονειρικό, σύντομο κομμάτι ευανάγνωστης ψυχολογικής θεματικής, βασισμένο σε υπνωτικό μινιμαλιστικό συνεχές επί του οποίου αναδύονταν φευγαλέα σπαράγματα φράσεων και μελωδιών. Ακολούθησε το «Εγκώμιο στον Ραβέλ» (1925) του Αιμίλιου Ριάδη, μια σειρά τριών κομματιών στην οποία ο Θεσσαλονικιός συνθέτης αναπαράγει το ραβελικό πρότυπο μεταλλάσσοντας έσωθεν την ηδυπαθή πτητικότητα του ήχου και την τρυφερότητα της γραφής του προτύπου με αιχμές πυρετώδους δραματικής έντασης. Νευρώδης, δυναμική και λαμπερή, η ερμηνεία του Νάσου υπηρέτησε το μουσικό αυτό «εγκώμιο» υποδειγματικά. Το ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε στην ελαφρότερη φλέβα του Ρομαντισμού, με ένα μουσικό κολάζ ευαίσθητων παραθέσεων. Τέσσερα από τα «Δέκα κομμάτια για πιάνο» (1909) του Σιμπέλιους και τέσσερα από τις «Εποχές» (1875-76) του Τσαϊκόφσκι δόθηκαν εναλλάξ, με άνεση και σωστή αίσθηση του ειδικού βάρους εκάστου, συνθέτοντας μιαν ακολουθία προοδευτικά όλο και πιο φωτεινών διαθέσεων. *
Δροσερό νερό στην αυλή των διψασμένων
- Σε ήχο ελληνικό
* ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: ΝΕΡΟΠΟΝΤΗ - ΠΑΡΑΓΩΓΗ: UNIVERSAL
- Του ΓΙΩΡΓΟΥ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
Ενας ξεχωριστός δίσκος, από τους σημαντικότερους, πιστεύω, όλης της χρονιάς. Μια συλλογή τραγουδιών που, εκτός των άλλων, φανερώνει μια εντυπωσιακή καλλιτεχνική ωρίμανση. Είναι καταφανής η εξέλιξη του δημιουργού, πράγμα αξιοπρόσεκτο αφού η ωρίμανση αφορά έναν ήδη σπουδαίο καλλιτέχνη, με ξεχωριστή ευαισθησία και καλαισθησία.
Οπως φάνηκε κι απ' τον προηγούμενο δίσκο του (Περιπέτειες ενός προσκυνητή, 2003) είναι, πιστεύω, ο πιο καλός δημιουργός τραγουδιών της γενιάς του. Επίσης διαθέτει -εκτός από τη μουσική- και μια γενικότερη καλλιέργεια. Και φυσικά ό,τι κάνει ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, θα το κάνει μάλλον καλύτερα από ένα... ξύλο απελέκητο. Αυτά, πιστεύω, είναι που τον διακρίνουν από τους άλλους «επιτυχημένους» των δίσκων, των συναυλιών, των κέντρων και των τηλεοράσεων.
Τα νέα τραγούδια «ανεβάζουν» τον δημιουργό τους σε ένα άλλο, επίπεδο υψηλότερο από εκείνο που γνωρίζαμε. Χωρίς να χρειάζεται να «ψάξει» κανείς πολύ, αισθάνεται αμέσως την ευχαρίστηση που (εκ του προορισμού του) παρέχει (οφείλει να παρέχει) το έργο τέχνης. Στο απογοητευτικό και αποξηραμένο τοπίο που κατάφεραν, τα τελευταία χρόνια, να δημιουργήσουν οι φωστήρες της ελληνικής δισκοπαραγωγής, η «Νεροποντή» επιβεβαιώνει, θα λέγαμε, το όνομά της, καθώς φέρνει άφθονο και δροσερό νεράκι στην αυλή των διψασμένων για την κάθε ομορφιά.
Αν και αποτελούν θαυμαστές αρετές, δεν θα αξιολογούσα ως σπουδαιότερα στοιχεία τη φόρμα, την ευρηματική ενορχήστρωση, τον «διάλογο» με τη συμφωνική ορχήστρα (η Συμφωνική της Βουλγαρικής Εθνικής Ραδιοφωνίας), την πρωτοτυπία, τη συμμετοχή της σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου, την αποφυγή των ευκολιών, των στερεοτύπων, των κλισέ. Ολα αυτά (τα εξωτερικά και εν πολλοίς απαραίτητα στοιχεία) είναι βέβαια σπουδαία και βρίσκονται εδώ εν αφθονία. Το σπουδαιότερο όμως, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι ο πυρήνας της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας. Η ουσία του έργου τέχνης. Το πνευματικό περιεχόμενο, τόσο της μουσικής όσο και του λόγου που υπηρετεί. Ο δίσκος αυτός δεν μας φέρνει, πιστεύω, μια συνηθισμένη συλλογή ωραίων τραγουδιών. Είναι κατάθεση αληθινού δημιουργού, δηλαδή ανθρώπου που είναι κοινωνικός, που είναι πολίτης, ευαίσθητος δέκτης των καταστάσεων του κόσμου γύρω του και πάνω απ' όλα εμπνευσμένος.
Ο εξαίσιος λυρισμός, η πνευματώδης ευθυμία, η μελαγχολία, ο σαρκασμός που μπορεί να επισημάνει ο ακροατής, δεν είναι στοιχεία εξωτερικά, τεχνηέντως τοποθετημένα βάσει μιας συνταγής. Είναι εκφράσεις που έχουν τον τρόπο να πείθουν για την ύπαρξή τους εκεί όπου υπάρχουν. Με άλλα λόγια, ο καλλιτέχνης εδώ συνδιαλέγεται με την αλήθεια και ομιλεί την αλήθεια.
Δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ένα τραγούδι. Δύσκολο για τον διαθέτοντα ανοιχτά, ανεξίθρησκα και άδολα ώτα... ακούειν. Παρά ταύτα, προσέξτε το τραγούδι «Επιτυχία», μια δικαιότατη χλεύη, ένα περίπαιγμα στην αγοραία αντίληψη περί επιτυχίας τραγουδοποιών και αοιδών διαφόρων αηδιών: «Πανελληνίως σουξεδιάρης / και ισοβίως ευτυχής / αν μου ορκιστείς πως θα με πάρεις / θα γίνω σκύλος περιωπής». Ακόμα το τραγούδι «Πατρίδα», ένα ποιητικό «ρεπορτάζ» μιας τραγωδίας (αναφέρεται στην αιχμαλωσία της μητέρας του, εκφωνήτριας στο ΡΙΚ, από τους χουντικούς, τον βομβαρδισμό της Κύπρου, την εισβολή των Τούρκων κ.ά.). Τολμώ να πω ότι εδώ (και τώρα) πιο πολύ συγκινεί η ποίηση παρά η τραγωδία. Τραγούδι - κόλαφος επίσης για τον «οπαδό της ομάδας», τον «σκύλο του κόμματος», τον «μάγκα της οργάνωσης», τον «διερμηνέα του θεού ρασοφόρο».