Tuesday, April 7, 2009

Τα μυστικά του Τσιτσάνη. ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ Ν. ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟ

«Συνάντησα τον Βασίλη Τσιτσάνη όταν ήμουν 11 χρονών στη  Θεσσαλονίκη. Στα 42 χρόνια που ακολούθησαν ώς τον θάνατό  του (το 1984) ήταν λιγοστές οι επικοινωνίες μας», λέει ο  ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος (συμμετέχει ανελλιπώς στο  μουσικό σχήμα «Η παρέα του Τσιτσάνη»)

  • «O Τσιτσάνης ήταν διαόλου κάλτσα. Πονηρός Θεσσαλός. Ορκιζόταν ότι δεν ήταν χασικλής, παρίστανε τον όσιο παρθένο... Κάποτε του έστειλα στίχους μου να τους μελοποιήσει. Τους επέστρεψε, δεν του άρεσαν. Δεν πειράζει. Στο βιβλίο επιμελώς αποφεύγω να μιλήσω για τη ζωή του, μόνο για το έργο του».
  • Η ενασχόληση του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου με το ρεμπέτικο τραγούδι και τον Τσιτσάνη δεν είναι όψιμη. Προηγήθηκαν τρεις μελέτες για τον Τσιτσάνη και μία για «Το ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη». Με την κυκλοφορία του τόμου «Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη με κριτικό υπόμνημα» (επέλεξε 187 από τα 700 και πλέον καταγραμμένα τραγούδια του), ο ποιητής χρίζει ξανά τον Τσιτσάνη «κορυφαίο συνθέτη, στιχουργό, οργανοπαίχτη και τραγουδιστή- τέσσερις ιδιότητες με την ίδια επιτυχία».
  • Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος επιλέγει, ύστερα από πίεση («αυτά είναι αστεία πράγματα. Δεν κάνω δημοσιο γραφία, μελέτη κάνω»), ως καλύτερα τραγούδια του Τσιτσάνη «αυτά που γράφτηκαν για μια ομάδα γυναικών: Αρχόντισσα, Αχάριστη, Μαγκιώρα, Μόρτισσα, Αθηναίισα κ.ά. Επικαλείται δε τα 78 του χρόνια και την κούραση που του προσθέτουν, αλλά δεν αποφεύγει να χαρακτηρίσει προσωπικότητες του λαϊκού τραγουδιού:
  • Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: «Μετριότατη ποιήτρια και στιχουργός, αλλά και κουμάσι απ΄ τα λίγα».
  • Μάρκος Βαμβακάρης: «Κλασικός ρεμπέτης, αλλά σαφώς κατώτερος του Τσιτσάνη. Το ταλέντο του δεν ήταν τόσο δυναμικό».
  • Απόστολος Καλδάρας: «Άξιος επικεφαλής των επιγόνων της Σχολής Τσιτσάνη, μαζί με τον Μπάμπη Μπακάλη».
  • Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Τέλειος στιχουργός αλλά ήταν λάθος του να δώσει στίχους σε κουλτουριάρηδες συνθέτες. Του έφυγε έτσι απ΄ τα χέρια η ουσία, το λαϊκό στοιχείο».
  • Κώστας Βίρβος: «Ευτυχώς δεν έδωσε στίχους σε ελαφρολαϊκούς συνθέτες».
ΙΝFΟ: Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη με κριτικό υπόμνημα», Εκδόσεις Ιανός ο Μελωδός. Σελ. 375. Τιμή: 20 Ευρώ.
«Ακρογιαλιές δειλινά»
  • Τα τραγούδια φέρονται σε στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη. Μόνο που το μεσαίο απ΄ τα τρία τετράστιχα («Μπορεί να το ΄χουν πλανέψει/ ακρογιαλιές δειλινά..»), όπως και στο«Απ΄ τη μάνα μου διωγμένος», αποτελούν διασκευασμένους στίχους (από το «Καρδιάς ερείπια») της Θεσσαλονικιάς ποιήτριας Ανθούλας Σταθοπούλου- συζύγου του ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου που πέθανε το 1935 σε νεαρότατη ηλικία από φυματίωση. Ο Τσιτσάνης τη γνώρισε μέσω του έργου της το 1941, στο σπίτι όπου έμενε στη Θεσσαλονίκη (Παύλου Μελά 21).
«Τρελός Τσιγγάνος»
  • Για τους στίχους (του Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα), η Ιωάννα Γεωργακοπούλου αναφέρει πως αναφέρονται σε αντάρτη του ΕΛΑΣ. Το 1955 ο Τσιτσάνης συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι για την επένδυση της ταινίας «Στέλλα». Με την έγκριση του Τσιτσάνη (παίζει μπουζούκι στο σάουντρακ) το θρυλικό τραγούδι «Αγάπη που ΄γινες δίκοπο μαχαίρι» αποτελεί παραλλαγή του «Τρελού Τσιγγάνου».
«Σε φίνο ακρογιάλι»
  • «Μες στην Παραγουάη/ σε φίνο ακρογιάλι/ θα στήσουμε τσαντίρι ζηλευτό». Γράφτηκε όταν ο Τσιτσάνης ήταν μαθητής γυμνασίου (1931) στα Τρίκαλα. «Το τραγουδούσαμε με την τάξη μου στην εκδρομή», έλεγε ο ίδιος. Την ίδια χρονιά αρρωσταίνει από ελονοσία, μένει μετεξεταστέος σε τρία μαθήματα μεταξύ των οποίων και στη Γεωγραφία- μάθημα στο οποίο τον «κόβει» ο καθηγητής για το λάθος του στους στίχους (η Παραγουάη δεν έχει ακρογιάλια). «Αλίμονο αν δεν έχω το δικαίωμα ν΄ αφήσω τη φαντασία μου να ταξιδεύει», έλεγε το 1979.
«Μάγισσα της Αραπιάς»
  • «Θα πάω εκεί στην Αραπιά...».
  • Γράφτηκε στα 1933 για τη συμμαθήτριά του Έλλη, κόρη μεγαλοδικηγόρου των Τρικάλων, τον πρώτο κρυφό του έρωτα. Το 2004 παίχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το «Κοντσέρτο για δυο βιολιά» του Νίκου Σκαλκώτα, γραμμένο κατά τα Δεκεμβριανά του 1944 και εμπνευσμένο από το ίδιο τραγούδι- το πρώτο έργο που βασίστηκε σε ρεμπέτικο.
  • Της Βίκυς Χαρισοπούλου. ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 8 Απριλίου 2009


Monday, April 6, 2009

Κηδεύτηκε ο Σταμάτης Μεσημέρης


Ο Σταμάτης Μεσημέρης με τον Στέλιο Γαλανό
  • Στον τόπο καταγωγής του, στο Βαλανειό της Κέρκυρας, κηδεύτηκε προχθές ο Σταμάτης Μεσημέρης. Ο γνωστός συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, στην τελευταία μεγάλη μάχη της ζωής του με τον καρκίνο, δεν τα κατάφερε να βγει νικητής. Πέθανε την περασμένη Παρασκευή, στα 61 του χρόνια.
  • Γεννημένος το 1948 στην Αθήνα, πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Κλινικής Ψυχολογίας, υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Η μουσική διαδρομή του, μαζί με το συγκρότημά του «Ρωγμές», ξεκίνησε το 1987 και για όλα τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ενεργά παρών, τόσο στη δισκογραφία όσο και στις μουσικές σκηνές, είτε με επιτυχίες του που τραγούδησαν σημαντικοί ερμηνευτές είτε με κομμάτια που ο ίδιος παρουσίαζε. Ιδιαίτερα στενή ήταν η συνεργασία του με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, η οποία αρχικά σφραγίστηκε με ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια του, το «Ελλάς», φτάνοντας μέχρι το περσινό άλμπουμ - συνεργασία τους, τα «Βατόμουρα». Συνεργάστηκε επίσης με τους Μαρία Δημητριάδη, Γλυκερία, Αφροδίτη Μάνου, Γ. Γιοκαρίνη, Αλκ. Πρωτοψάλτη, Γ. Ανδρεάτο, Λ. Μαχαιρίτσα, Χρήστο Θηβαίο, Στέλιο Γαλανό κ.ά. Ανάμεσα στις επιτυχίες του, τα τραγούδια «Οχι σε όλα», «Πόρτο Ρίκο», «Δεν πάει άλλο», «Για σένα» κ.ά. Το 2000 κυκλοφόρησε το 4πλό προσωπικό Live cd του «Πού ταξιδεύει ο καπνός του Ινδιάνου», ενώ πριν λίγους μήνες το βιβλίο του «Αρωμα Μνήμης» (με όλα τα τραγούδια του). ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 7 Απρίλη 2009

Sunday, April 5, 2009

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΒΑΚΟΣ: «Τέχνη σήμερα είναι η επιστήμη»

  • Ερωτας για τη μουσική, αγανάκτηση για τα κακώς κείμενα στη χώρα μας. Ο διεθνούς φήμης βιολονίστας μιλάει χωρίς φόβο αλλά με πάθος επ΄ ευκαιρία των δύο συναυλιών του στο Μέγαρο με την Καμεράτα του Σάλτσμπουργκ

Απόγευμα Δευτέρας, στην καφετέρια του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Ενώ περιμένω τον Λεωνίδα Καβάκο με φωνάζουν στο τηλέφωνο. «Ο Λεωνίδας είμαι», ακούω από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, «θ΄ αργήσω κανένα δεκάλεπτο. Εχω μπλέξει με κάτι γραφειοκρατικά...». Συνεπής στους υπολογισμούς του, λίγο αργότερα τον είδα από μακριά να πλησιάζει με γρήγορο βήμα. «Κάθε φορά που έρχομαι στην Ελλάδα εκπλήσσομαι» μου λέει.

«Κάθε φορά λέω “πιάσαμε πάτο” κι όμως, πάντα έχει παρακάτω...». Μιλάει για την «οδυνηρή» επαφή του με κάποιες δημόσιες υπηρεσίες, σχολιάζει με αγανάκτηση τα «φρέσκα»- εκείνες τις ημέρες- έκτροπα στο Κολωνάκι, ενώ η ατμόσφαιρα αλλάζει εντελώς όταν τον ρωτώ για τις έφηβες, πλέον, κόρες του. «Πολύ καλά μυαλά, μπορείς να συζητήσεις πολλά πράγματα μαζί τους» λέει και μου δείχνει με υπερηφάνεια τη φωτογραφία δύο πανέμορφων κοριτσιών. Την επόμενη στιγμή, η κουβέντα «βαραίνει» και πάλι, καθώς σχολιάζουμε τη δύσκολη διεθνή συγκυρία...

«Είναι ανίκανοι»
  • Χώρος για την τέχνη υπάρχει μέσα σε αυτό το πλαίσιο;
«Η τέχνη υπάρχει, είτε το θέλει κανείς είτε όχι» απαντά ο διεθνούς φήμης βιολονίστας, ο οποίος εδώ και αρκετά χρόνια δραστηριοποιείται παράλληλα και ως αρχιμουσικός. «Είναι πάνω από εποχές και από τα όποια προβλήματα. Βεβαίως,αν θέλουμε να μιλήσουμε για περιόδους όπου η τέχνη έκανε τεράστια βήματα μπροστά, δεν θα ΄λεγα πως η δική μας είναι τέτοια. Σήμερα είμαστε στη φάση που πρέπει να δούμε τι είναι αυτό το οποίο έχουμε, να το αξιολογήσουμε... Αλλιώς, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Κατά καιρούς έρχεται μια μορφή που αλλάζει τα πάντα, λειτουργεί με κώδικες οι οποίοι είναι πολλά χρόνια μπροστά. Τέτοιες προσωπικότητες σήμερα στην τέχνη δεν νομίζω πως υπάρχουν. Τι να περιμένουμε; Να έρθει κάποιος να προχωρήσει την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, τη μουσική; Δεν πιστεύω ότι διανύουμε αυτή την εποχή. Αυτό βέβαια ουδόλως σημαίνει ότι δεν πρέπει να ενθαρρύνουμε τη δημιουργία. Μακάρι να βρεθεί μια τέτοια προσωπικότητα και να διαψευστώ. Θα το χαρώ πρώτος απ΄ όλους. Οχι ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη σήμερα ή αν συμβεί κάτι τέτοιο ο άνθρωπος θα το παραβλέψει. Ομως αυτή τη στιγμή υπάρχει απίστευτο χάος παντού: στη σκέψη,στον λόγο...».
  • Την επόμενη στιγμή, ο 41χρονος Καβάκος διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα άποψη:
«Για μένα η τέχνη, σήμερα, μπορεί να διαδραματιστεί στο πεδίο της επιστήμης. Εκεί χωρούν οι μεγάλες ανακαλύψεις. Η μεγαλύτερη απ΄ όλες βεβαίως θα είναι να υπεισέλθει το ηθικό στοιχείο σ΄ αυτή. Από εκεί έχει να κερδίσει ο άνθρωπος στην εποχή μας».
  • Τι απαντά σε όσους ισχυρίζονται ότι στην Ελλάδα η λεγόμενη κλασική μουσική δεν έχει κοινό;
«Δηλαδή, ποιος έχει κοινό σήμερα; Τα μπουζουξίδικα πάνε κατά διαόλου. Μόνο το ποδόσφαιρο έχει κόσμο κι αυτό, σε σύγκριση με τα επίπεδα του εξωτερικού, είναι μηδαμινό. Οσο για την ελληνική μουσική, να πω την αλήθεια δεν καταλαβαίνω τον όρο. Τι εννοούμε ελληνική μουσική σήμερα; Ποια είναι αυτή η οποία πηγάζει από τα βιώματα του λαού μας, τα εκφράζει κι αυτός ανταποκρίνεται; Ερωτώ. Ας μου απαντήσει κάποιος...».

Στη συνέχεια ο Λεωνίδας Καβάκος δίνει μία ακόμη διάσταση: «Σε κάθε περίπτωση,είναι άξιο σχολιασμού. Για να καταλάβω δηλαδή, δίνουμε χρήματα εκεί που υπάρχει κόσμος; Αυτό είναι λαϊκίστικη πολιτική. Αν είσαι ιδιώτης, μάλιστα, δίνεις λεφτά όπου εσύ θέλεις. Αν όμως είσαι κράτος, έχεις ευθύνη. Δεν μπορείς να λειτουργείς βάσει της λαϊκής απήχησης. Οφείλεις να σκεφτείς, να χαράξεις πολιτική, να δημιουργήσεις δυναμική, να την καλλιεργήσεις και να δρέψεις καρπούς. Η κατάσταση είναι παρακμιακή και θα παραμείνει όσο αγνοείται ο πολιτικός ρόλος της τέχνης. Οσο οι κυβερνώντες είναι αμόρφωτοι, δεν θ΄ αλλάξουν τα πράγματα.Το μόνο που θα κοιτούν είναι να χρηματοδοτούν εκεί όπου υπάρχει κάποιο λαϊκό έρεισμα για να παίρνουν ψήφους. Και αυτό όμως ο κόσμος το έχει βαρεθεί. Εχουν καταντήσει γελοίοι...». Προεκτείνοντας τη σκέψη του, μιλά για τις προ μηνών εικόνες βίας: «Βλέπεις ότι γίνεται το κέντρο λαμπόγυαλο και μετά βγαίνουν οι πολιτικοί στην τηλεόραση και με κομπορρημοσύνη δηλώνουν ότι, τάχα, δεν θ΄ αφήσουν να θιχτεί η δημοκρατία. Ποια δημοκρατία, βρε ανόητε; Σε βλέπω στην οθόνη και θέλω να σου πετάξω αβγά. Και να θέλω να φερθώ πολιτισμένα εκείνη τη στιγμή δεν μπορώ. Με κοροϊδεύεις. Τον Δεκέμβρη καιγόταν η πόλη, γίναμε ρεζίλι διεθνώς κι έβγαιναν οι ιθύνοντες και μιλούσαν για καινούργιες μεθόδους αντιμετώπισης... Είναι ανίκανοι. Και οι μεν και οι δε. Και νομίζω πως τους έχει βαρεθεί κι ο κόσμος. Είναι τόσο αγκιστρωμένοι στην εξουσία που δεν μπορεί να δημιουργηθεί τίποτε καινούργιο. Και βεβαίως φτάνουμε στην απαξίωση. Δημοκρατία σημαίνει, όταν δεν υπάρχει ευσυνειδησία από πλευράς του πολίτη να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, να μπορεί το κράτος να τα εγγυηθεί. Αν δεν μπορείς,κύριε,σήκω φύγε. Είσαι ανάξιος. Τον Δεκέμβρη δεν θα έπρεπε να έχει παραιτηθεί η κυβέρνηση; Να πουν: “Αυτά κάναμε εμείς, αν θεωρείτε ότι ήταν σωστά, ξαναψηφίστε”. Πού όμως... Οι εξαιρέσεις χάνονται μέσα στον κανόνα. Ευτυχώς που υπάρχουν οι κλασικές μορφές τέχνης και στέλνουν το μήνυμα πέρα από χρόνους και φάσεις. Συν Αθηνά και χείρα κίνει όμως...».
  • «Πορεία διονυσιακή»
Η συζήτηση περνά στις επικείμενες (9 και 10 Απριλίου) συναυλίες του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τη φημισμένη Καμεράτα του Σάλτσμπουργκ, στην οποία ο ίδιος κατέχει τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή την τελευταία διετία. Στην πρώτη από αυτές, στην οποία ο Καβάκος θα εμφανιστεί με τη διπλή του ιδιότητα, το πρόγραμμα περιλαμβάνει έργα Χάιντν και Μέντελσον. Στον δεύτερο αυτό συνθέτη- επ΄ ευκαιρία και της εφετινής επετείου των 200 χρόνων από τη γέννησή του είναι άλλωστε αφιερωμένο και το CD που έχουν από κοινού ηχογραφήσει και κυκλοφορεί από τη Sony. Η δεύτερη συναυλία, στην οποία ο ίδιος έχει την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης, περιλαμβάνει έργα Μότσαρτ, Μπαχ και Βαλεντίν Σιλβεστρόφ.

Αμφότερες ωστόσο παρουσιάζονται σε συνεργασία με το ετήσιο φεστιβάλ «Συναντήσεις» («Βegegnungen»), το οποίο διοργανώνεται κάθε άνοιξη στο Σάλτσμπουργκ υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Λεωνίδα Καβάκου. «Εχω δημιουργήσει μια αλληλουχία θεμάτων για τα επόμενα τρία τέσσερα χρόνια» σχολιάζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης.

«Αρχίσαμε πέρυσι με θέμα τη φύση,εφέτος έχουμε τη νύχτα, του χρόνου τη σιωπή, στη συνέχεια το λυκόφως και κατόπιν το φως. Είναι μια πορεία άκρως διονυσιακή».
  • Δεν κρύβει την ικανοποίησή του για την εξέλιξη της συνεργασίας του με την Καμεράτα του Σάλτσμπουργκ. Ωστόσο, «με λύπη μου βλέπω ότι το είδος της ορχήστρας δωματίου δεν χαίρει της προσοχής που του αρμόζει. Επειδή μια συμφωνική ορχήστρα μπορεί να παίξει το ρεπερτόριο μιας ορχήστρας δωματίου,αλλά όχι το αντίθετο, κι αυτό για λόγους καθαρά πρακτικούς, τον αριθμό δηλαδή των μουσικών, η κατάσταση έχει γίνει δύσκολη». Με δεδομένη την πλούσια διεθνή εμπειρία του, σε τι βαθμό θεωρεί ότι η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει τα πράγματα;

  • «Σαφώς τα έχει επηρεάσει» λέει και συνεχίζει:
«Από τη στιγμή που δημιουργείται αίσθηση ανασφάλειας, όλοι κουμπώνονται. Κανείς δεν λέει βεβαίως ότι αυτή τη στιγμή μας ζητούν να πληρώσουμε αυτά τα οποία έχουμε ήδη πληρώσει και κάποιοι τα κακοδιαχειρίστηκαν. Τι φταίω εγώ,για παράδειγμα, όταν η τράπεζα έχει ένα κεφάλαιο Χ και δανείζει Ψ; Παρ΄ όλα αυτά θεωρώ ότι ζούμε σε μια φάση που ο πλούτος αλλάζει χέρια. Οσο για την αντιμετώπιση από τα ΜΜΕ, τι να πω... Και να θέλεις να αισιοδοξήσεις, δεν μπορείς. Και όμως,ο άνθρωπος έχει ανάγκη την ελπίδα. Το να τη σκοτώνουμε είναι ό,τι χειρότερο...».

  • της ΙΣΜΑΣ Μ.ΤΟΥΛΑΤΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Saturday, April 4, 2009

Κάτι συμβαίνει στην Αφρική.

  • Εξαιρετικοί μουσικοί από την Αιθιοπία και το Μάλι, με τους ήχους τους, μαγεύουν το δυτικό κοινό

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φοβερά εξοικειωμένος με τις λεγόμενες «μουσικές του κόσμου» για να κατανοήσει πως το άλμπουμ «In A Town Called Addiss» των Dub Colossus είναι σπουδαία δημιουργία! Η μουσική των καλλιτεχνών από την Αιθιοπία είναι ταυτόχρονα εξωτική και οικεία, πρωτοποριακή και παραδοσιακή, είναι με λίγα λόγια εκείνο που κάθε αξιοπρεπής μουσικόφιλος αναζητεί για να ερεθίσει τις αισθήσεις του και να ανανεώσει τα ακούσματά του. Παράλληλα, ο δίσκος πιστοποιεί με ρητό τρόπο πως κάτι συμβαίνει στην Αφρική κι εμείς δεν το έχουμε πάρει ακόμα είδηση…

  • Από τη Νιγηρία και τη Σενεγάλη στην Αιθιοπία και το Μάλι…

Εχετε παρατηρήσει πως από τους πάκους των κοπιαρισμένων cd που πουλούν οι μετανάστες από την Αφρική στα Εξάρχεια και στα πέριξ του κέντρου της Αθήνας δεν λείπει ποτέ ο Φέλα Κούτι; Αυτό γίνεται γιατί ο μακαρίτης Νιγηριανός, πέρα από εθνικός ήρωας της πατρίδας του, έχει ειδωλοποιηθεί στον δυτικό κόσμο. Σήμερα, ο γιος του, ο Φέμι Κούτι, συνεχίζει να παίζει το στυλ «άφρομπιτ» που εισήγαγε ο Φέλα και, μάλιστα, θα εμφανιστεί στην Αθήνα τον Ιούλιο, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Κόσμικ». Τι κοινό όμως έχει το «άφρομπιτ» με τα σύγχρονα μουσικά υβρίδια που ανανεώνουν την εικόνα που έχουμε για τη μουσική της ταλαιπωρημένης ηπείρου; Ο Φέλα Κούτι, ο Σενεγαλέζος Γιούσου Ντουρ, ο συμπατριώτης του Μπάμπα Μαλ και οι εθνικοί ήρωες της ίδιας χώρας, οι Orchestra Baobab, αποτελούν, εν πολλοίς, το καθιερωμένο, το συμβατικό. Πλέον, η μουσική καρδιά της Αφρικής έχει μετατοπιστεί από τη Νιγηρία και τη Σενεγάλη στην Αιθιοπία και το Μάλι. Κι όλα αυτά προέκυψαν με τη (σημαντική, ας το παραδεχθούμε) βοήθεια μερικών δυτικών φίλων που διέθεταν οξυμένο αισθητήριο και διάθεση για… περιπέτεια!

  • Μαγικά σαξόφωνα

Για να καταλάβετε πόσα επεισόδια έχουμε χάσει από την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής, μέσα πάντα στον ορυμαγδό των εκατοντάδων δίσκων που κυκλοφορούν κάθε μήνα, αξίζει να σημειώσω πως το «In A Town Called Addiss» των Dub Colossus, αναμφισβήτητα το πιο ενδιαφέρον άλμπουμ του τελευταίου τριμήνου, έγινε στην κυριολεξία… κάτω από τη μύτη μας! Για την ακρίβεια, ηχογραφήθηκε στην Αιθιοπία, μιξαρίστηκε στην… Αθήνα και κυκλοφόρησε στη Βρετανία! Και ιδού η ιστορία του…

Ο Νικ Πέιτζ των Transglobal Underground (ο οποίος πλέον χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Νταμπουλάχ») βρέθηκε στην Αντίς Αμπέμπα το 2006 κι άρχισε να ηχογραφεί με τους καλύτερους ντόπιους μουσικούς: τον βιρτουόζο σαξοφωνίστα Φελέκε Χάιλου (ο οποίος διευθύνει τη Μουσική Ακαδημία της θρησκευτικής μουσικής «γιάρεντ») και τη δημοφιλή τραγουδίστρια Τσεντενία Γκεμπρεμάρκος. Το τελικό αποτέλεσμα συνδύαζε τη μουσική «αζμάρι» (που στη Δύση είναι γνωστή ως «αιθιοτζάζ»), την αφροτζαμαϊκανική «νταμπ», τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα με τα κλασικά πνευστά της τζαζ και τοπικά όργανα όπως το έγχορδο μασίνκο και το πνευστό γουασίντ. Το υβρίδιο αυτό, εν τέλει, ηχεί στα αυτιά του δυτικού ακροατή… μαγικό! Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όμως είναι η περίπτωση του… συνταξιούχου αστυνομικού Γκετατσέου Μεκουρία.

  • Αστυνόμος με σαξόφωνο

Ο, γεννηθείς το 1928, κ. Μεκουρία έμαθε να παίζει σαξόφωνο στην ορχήστρα του δήμου της αιθιοπικής πρωτεύουσας, ήταν ο πρώτος Αιθίοπας που ηχογράφησε για δίσκο (το 1940), έκανε τον ηθοποιό και τον μουσικό στην ορχήστρα του Εθνικού Θεάτρου για να προσληφθεί ως δάσκαλος και μόνιμος μουσικός στην μπάντα της αστυνομίας, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε! Το 2004, οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του ολλανδικού πανκ, οι The Ex, έχοντας ακούσει τον Μεκουρία στον 14ο δίσκο της σειράς «Ethiopiques», ταξίδεψαν στην Αντίς Αμπέμπα για να τον γνωρίσουν. Λίγο αργότερα τον κάλεσαν στο Αμστερνταμ για να παίξει με την μπάντα φρι–τζαζ I.C.P., ηχογράφησαν όλοι μαζί το άλμπουμ «Moa Anbessa» και παρουσίασαν αυτό που προέκυψε σε βελγικά και γαλλικά φεστιβάλ τζαζ. Πώς θα περιέγραφε κανείς το μουσικό υβρίδιο; Αιθιοτζάζ αναμεμειγμένο με πανκ, σύγχρονη πειραματική μουσική και ευρωπαϊκή φρι–τζαζ! Για να καταλάβετε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ των σχολών της τζαζ, θα παραπέμψω στην έρευνα του εθνομουσικολόγου Φράνσις Φαλτσέτο «Land of Wax and Gold», ο οποίος αποδίδει τη γένεση της αιθιοπικής τζαζ στη μουσική «τεχνογνωσία» που εισήγαγαν στη χώρα 40 ορφανά παιδιά Αρμενίων που προσκάλεσε ο βασιλιάς Χαϊλέ Σελασιέ από την Ιερουσαλήμ, το 1924, και τα οποία σχημάτισαν την πρώτη κρατική ορχήστρα στην Αιθιοπία.

Εκτοτε, το συγκεκριμένο στυλ διατηρούσαν και ανανέωναν οι μπάντες της αστυνομίας και του στρατού, πριν το οδηγήσει σε σύγχρονες κατευθύνσεις ο, γνωστός πλέον στη Δύση, ενορχηστρωτής Μουλάτου Αστάτκε, τον οποίο, παρεμπιπτόντως, θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και την Αθήνα τον Ιούνιο, από τη σκηνή του φεστιβάλ Synch, στο Γκάζι.

Η τραγουδίστρια Sintayehu 'Mimi' Zenebe γνωστή ως "η Edith Piaf" του αιθιοπικού τραγουδιού
  • Η μελαγχολία του Αλμπαρν

Οι περιπτώσεις δυτικών καλλιτεχνών που ταξιδεύουν στην Αφρική και «ανακαλύπτουν» τις εγχώριες μουσικές ιδιοφυΐες δεν αναλώνονται στους προαναφερόμενους. Ο Ράι Κούντερ, μετά την «αποκάλυψη» των Buena Vista Social Club, ηχογράφησε τον δίσκο «Taking Timbuktu» (1994) με τον Αλι Φάρκα Τουρέ, ανοίγοντας τις πόρτες προς τον δυτικό παράδεισο για τους μουσικούς από το Μάλι. Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Ντέιμον Αλμπαρν, κατά την περίοδο που βρισκόταν σε κρίση ταυτότητας, μετά τη διάλυση των Blur, ταξίδεψε στην εν λόγω χώρα της Δυτικής Αφρικής ως απεσταλμένος της Μ.Κ.Ο. Oxfam και συγκέντρωσε ντόπιους μουσικούς (σαν τον τραγουδιστή Αφελ Μποκούμ και τον πολυμουσικό Τουνάμι Ντιαμπατέ), ηχογραφώντας το σημαντικό άλμπουμ «Mali Music». Ακόμα γονιμότερη δουλειά έκανε ο δαιμόνιος Μανού Τσάο…

  • «Τυφλοί τραγουδιστές»

Ο Αμάντου Μπαγκαγιόκο και η Μαριάμ Ντουμπία, γεννηθέντες το 1954 και το 1958 αντίστοιχα, γνωρίστηκαν στη Σχολή Τυφλών της πρωτεύουσας του Μάλι, Μπαμάκο. Την όραση που τους στέρησε η φύση την αναπλήρωσε χαρίζοντάς τους μαγικές φωνές και αξεπέραστο μουσικό αισθητήριο. Το 1980 παντρεύτηκαν, άρχισαν να γίνονται γνωστοί ως το «τυφλό ζεύγος από το Μάλι» και το 2003 τράβηξαν την προσοχή του Μανού Τσάο, με τον οποίο ηχογράφησαν το άλμπουμ «Dimanche A Bamako» και καταξιώθηκαν στη Γαλλία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, έγραψαν με τον Γερμανό μουσικό και ηθοποιό Χέρμπερτ Γκρενεμάγιερ το «Zeit, dass sich was dreht», το επίσημο τραγούδι του Μουντιάλ του 2006. Εκτοτε τραγουδούν στα μεγαλύτερα φεστιβάλ της Ευρώπης και της Αμερικής και το υβρίδιο που δημιούργησαν, το επονομαζόμενο «αφρομπλούζ», έχει καταξιωθεί στα αυτιά των μουσικόφιλων, «ψαγμένων» και μη…

Αν κάτι πρέπει να μας μείνει στο μυαλό, από όλες τις παραπάνω ιστορίες και μουσικές, ας μην είναι μοναχά ο αφρικανικός καλλιτεχνικός πλούτος. Σπουδαιότερη σημασία έχουν τα ταξίδια των ήχων: πώς το «νταμπ» από την Τζαμάικα φτάνει στη Βρετανία και κατόπιν πετάει στην Αιθιοπία, όπου αναμειγνύεται με την ντόπια τζαζ παράδοση, ή πώς η βρετανική ποπ και οι ροκ κιθάρες περνούν στη γαλλοαφρικανική κουλτούρα των Μαλινέζων, αντλούν στοιχεία από τα αφροκουβανικά πνευστά κι επανεξάγονται στην Ευρώπη και την Αμερική! Το παιχνίδι αυτό έχει, αν μη τι άλλο, πιπεράτο ενδιαφέρον. Και τ’ αυτιά μας κάθε λόγο να μείνουν ευχαριστημένα!

Πέντε δίσκοι που πρέπει να ακούσετε

  • Dub Colossus – In A Town Called Addiss (2008)

Οι μουσικοί της παράδοσης «αζμάρι» με καταγωγή από τα υψίπεδα της Αιθιοπίας ηχογραφούν με τον παραγωγό Νικ Πέιτζ, συνεργάτη των σταρ της ρέγκε Abyssinians, Mighty Diamonds και μέλος των Transglobal Underground. Το αποτέλεσμα κάνει τους δυτικούς μουσικούς να ζηλέψουν…

  • Afel Bocoum, Damon Albarn & Toumani Diabate – Mali Music (2002)

Ο τραγουδιστής των Blur παίζει μελόντικα, κιθάρα κι ενορχηστρώνει μουσικούς που παίζουν «κόρα», «νγιούρκα» (το μαλινέζικο βιολί) ή ηλεκτρική κιθάρα, έτσι όμως όπως αυτοί το αισθάνονται. Προς τα πού πέφτει το Μάλι; Μάλλον προς τον ουρανό, εκεί όπου οδηγεί η μουσική τους!

  • Getatchew Mekuria, The Ex & Guests – Moa Anbessa (2006)

Ο κ. Μεκουρία όταν ξεκίνησε για το Αμστερνταμ φόρεσε τα καλά του και σχεδίαζε να αγοράσει ένα δώρο για τη σύζυγό του γιατί έκλειναν 50 χρόνια έγγαμου βίου! Φανταστείτε τα κέφια του. Ο παππούς της «αιθιοτζάζ» κάνει τους πανκ The Ex να ιδρώσουν προκειμένου να τον προφτάσουν! Κι εμείς που λέγαμε πως ήταν απ’ τις σκληρότερες μπάντες της Ολλανδίας…

  • Amadou & Mariam – Dimance A Bamako (2004)

Οπως αναφέρει το οπισθόφυλλο, ο δίσκος «Produced by and with Manu Chao». Οι Μαλινέζοι τραγουδιστές αφήνονται στο αλέγκρο λάτιν–πανκ στυλ του Μανού Τσάο και τραγουδούν για τους καημούς της Μαύρης Ηπείρου χωρίς να γίνονται μίζεροι…
  • Amadou & Mariam – The Best Of… (2005)

Συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια του ντουέτου από την περίοδο 1998–2002. Πριν δηλαδή τους ανακαλύψει ο Μανού Τσάο. Η καλύτερη εισαγωγή στον πραγματικό τους ήχο.

  • Του Γιαννη Κολοβου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 5 Aπριλίου 2009

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος: Ολοι έχουμε μέσα μας ένα golden boy


  • Δεν το πονάει κανείς πια το μαγαζί, λέει ο συνθέτης Παν. Καλαντζόπουλος
  • Δεν είναι από τους βιαστικούς της δισκογραφίας ούτε από εκείνους που βγάζουν μόνο τραγούδια. Μουσικός, συνθέτης, στιχουργός αλλά και παραγωγός, προπάντων όμως «μάστορας» της μελωδίας, ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος εκδίδει τις δουλειές του όταν έχει κάτι να πει. Ετσι, ανάμεσα στα τρεξίματα για την «Ορχήστρα του δρόμου» –ένα κεφάτο μουσικό σχήμα με θεατρική διάθεση– τα καινούργια τραγούδια που γράφει και το Cantini (την εταιρεία που έχει με τη σύζυγό του και συνθέτιδα Ευανθία Ρεμπούτσικα), κυκλοφόρησε και το «Summertime in Prague» που ηχογράφησε με την Ορχήστρα του Ραδιοφώνου της Σόφιας.
  • Μια αυτοβιογραφία με νότες. Τραγούδια χωρίς λόγια της τελευταίας 12ετίας. Δεν προσπάθησα να γράψω κλασική μουσική, ο ήχος είναι κλασικός. Η φόρμα είναι τελείως τραγουδιστική: κουπλέ - ρεφρέν και γέφυρες. Το 1/3 του δίσκου είναι καινούργιο υλικό. Τα παλιότερα είναι μουσικά θέματα από σειρές και ταινίες. Στα περισσότερα έδωσα νέα ονόματα. Οπως όταν πάει κάποιος και ασπάζεται τον ιερατικό βίο και αλλάζει όνομα –σαν να του δίνεται μια νέα ζωή– έτσι ήθελα μέσα από ένα καινούργιο όνομα να τους δώσω μια νέα ζωή. Είναι μια πλευρά του εαυτού μου που ήταν διάσπαρτη από ’δω και από ’κει. Ηθελα να τη συμμαζέψω κάτω από ένα τίτλο.
  • Θα ήθελα ένα ψευδώνυμο. Οπως έκανε ο Κώστας Γιαννίδης που τα κλασικά του τα έβγαζε ως Γιάννης Κωνσταντινίδης; Ενα ψευδώνυμο, για να διευκολύνω όσους μπερδεύονται με τις αντιφάσεις μου. Πώς είναι δυνατόν αυτή η μουσική να προέρχεται από τον ίδιο άνθρωπο που έγραψε το «Να ’χα δυο ζωές» ή τα «Μάτια κλειστά». Η ζωή αποδεικνύει ότι όλοι μας έχουμε διάφορα πρόσωπα. Εγώ κουβαλάω τις επιρροές μου, τις σπουδές, όσα αγάπησα.
  • Μπιτλς και Καζαντζίδης. Ολη η Ελλάδα βούιζε απ’ αυτούς όταν ήμουν παιδί. Μια ανάμνηση που έχω από τότε ήταν η επίσκεψη στο σπίτι του Τσαρούχη. Ηταν φίλοι με τον πατέρα μου. Θυμάμαι τη μονοκατοικία στο Μαρούσι, το ατελιέ που έσφυζε από ζωή, με τους μαθητές τριγύρω να ζωγραφίζουν κι όλοι να ακούνε το «Τicket to ride» και μετά τη «Μαντουβάλα».
  • Ζει ή πέθανε; Είναι όλοι σαστισμένοι σήμερα με τη δισκογραφία. Αν ζει, γιατί δεν τη βλέπουμε; Κι αν πέθανε, γιατί δεν μας κάλεσαν στην κηδεία; Δυσάρεστο κλίμα. Βέβαια, η κρίση στη δισκογραφία προηγήθηκε της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε. Ο κόσμος, ωστόσο, δεν θα πάψει να ακούει μουσική ή να γράφει ποιήματα. Οπως οι μοναχοί στο Αγιο Ορος την αρρώστια την ονομάζουν «επίσκεψη Θεού», τον τελευταίο καιρό πιστεύω ότι αυτή η αναμπουμπούλα κάπου χρειαζόταν. Για να πάψει να είναι υβριστικό κομμάτι του κόσμου μας. Να γίνει ένα ξεκαθάρισμα. Να δούμε ποιοι αντέχουμε, ποιοι όχι και ποιοι ήμασταν μετοχές υπερτιμημένες. Φούσκες.
  • Τα μαγαζιά είναι ακριβά. Πρέπει να ρυθμίσουν τις τιμές τους. Και οι καλλιτέχνες που κάνουν την πάπια. Ακόμη και σε άσχημες συμπεριφορές των σερβιτόρων στο κοινό. Χθες πήγα να αγοράσω από έναν μαραγκό ένα κόντρα πλακέ. Ο υπάλληλος μου είπε: «έλα σε μια ώρα» και όταν τον ρώτησα ενοχλημένος «έχεις ή δεν έχεις;» με έστειλε στο αφεντικό. Εκείνος μου απάντησε: «μπορεί να έχω, δεν ξέρω». Ο καθένας με τον τρόπο του θέλει να κλείσει το μαγαζί. Ετσι είναι η κατάσταση που ζούμε. Ετσι το έπαιξε και η δισκογραφία: σπασμωδικά.
  • Tο golden boy το έχουμε όλοι μέσα μας. Από τους υπαλλήλους του Δημοσίου που θέλουν σώνει και καλά τα κεκτημένα αλλά και να βασανίσουν τον πολίτη, μέχρι την τηλεόραση που θέλει να βγάλει τη μάνα του δολοφονημένου 35άρη όχι από συγκίνηση αλλά για να κάνει νούμερα. Δεν το πονάνε το μαγαζί. Από τη χώρα μέχρι τον μαραγκό.
  • Ηλπιζα στο χιπ χοπ. Εκεί, κάτι γίνεται. Οχι όμως σε κλίμακα που να δικαιολογεί ένα νέο ρεύμα. Οι εταιρείες της μουσικής μού θυμίζουν τις εταιρείες γάλακτος. Απ’ όποια κι αν το αγοράσεις είναι άνοστο πια. Υποψία γεύσης γάλακτος. Αυτό συμβαίνει και στη μουσική. Το σύστημα: από τα Αρίων, τα Χ Factor, τα Big Brοther και βέβαια τις δισκογραφικές, πριμοδότησαν ένα τέτοιο είδος τραγουδιού, άγευστου και άοσμου. Ομως αυτό θέλανε. Την κυπριακή ποπ. Αυτό μας έφερε σε μια κατάσταση που περισσότερο εστιάζει στα κάλλη ενός ερμηνευτή παρά στην αξία του. Η Μαρίκα Νίνου ήταν μια ζουμπουρλή γυναίκα που δεν βασιζόταν στο μπούστο της για να τραγουδήσει. Από την ώρα που το τραγούδι μετατοπίστηκε στο λίκνισμα και τους κοιλιακούς, πήγε αλλού. Στην ημερομηνία λήξης.
  • Υπερηφανεύομαι για την «Ορχήστρα του δρόμου». Είναι η καλύτερη μπάντα στη χώρα. Ακούς καλούς μουσικούς. Εχουμε πολλούς καλούς στην Ελλάδα, αλλά οι τραγουδιστές δεν τους δίνουν λόγο. Εμείς από το ατομικό περάσαμε στο συλλογικό. Βέβαια ο χώρος έχει πολλούς βρικόλακες. Οι συνθήκες εκεί έξω δεν βοηθάνε να διατηρηθούν τέτοιες σχέσεις. Οταν έχεις μια ομάδα και βάζεις γκολ δεν πρέπει να τη διαλύεις. Οι παλιοί, ο Τσιτσάνης, ο Χατζιδάκις, κρατούσαν τους μουσικούς τους. Οι εγωισμοί δεν σκόρπιζαν αυτές τις σχέσεις. Γιατί όλα στον χώρο μας είναι θέμα εγωισμών.
  • Στο μυθικό Abbey Road στούντιο. Εζησα τον περασμένο Σεπτέμβριο στιγμές που ονειρευόμουν από παιδί. Η φίλη μου η Μάγκι Ρόντφορντ μου πρότεινε να κάνω το mastering του «Summertime in Prague» εκεί. Εζησα την εμπειρία μιας μαγικής σχολής ευγένειας στον ήχο. Αλλωστε αυτό αναζητούσα πάντα είτε άκουγα Χατζιδάκι είτε τους Τζένεσις, τον Στιγνκ ή τον Τζούλιαν Μπριν. Πάντως, αυτή την εποχή ξαναμπήκα στο τραγούδι. Μου αρέσει το παιχνίδι με τους στίχους. Σκέφτομαι ένα δίσκο που θα στηρίζεται σε μια σειρά ηχογραφήσεων οι οποίες θα ξεκινούν τα μεσάνυχτα και θα τελειώνουν το πρωί. Τις ώρες που είναι κλειστά τα κινητά και πεσμένες οι αντιστάσεις μας. Τραγούδια για τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Στο μεταξύ το Cantini θα κυκλοφορήσει τις μουσικές της Ευανθίας από τη σειρά του ΣΚΑΪ «Μεγάλοι Ελληνες».

Ο θυμός δεν παράγει

  • Ο μεγάλος θυμός. Ενα «άι σιχτίρ» για το κράτος, τα κόμματα, την τηλεόραση. Αυτό κατάλαβα από τις κινητοποιήσεις των παιδιών τον περασμένο Δεκέμβριο. Δίκαιος θυμός, αλλά όπως και ο ενθουσιασμός εξατμίζεται γρήγορα. Δύσκολα παράγει κάτι.
  • Οι κουκουλοφόροι είναι βαλτοί. Μου θυμίζουν τους Εγγλέζους φαντάρους που πυροβόλησαν τη Μεγάλη Βρετανία το 1944 στα Δεκεμβριανά. Θέλανε να μας βάλουν να σφαχτούμε. Οι Ελληνες δεν το έχουμε πολύ δύσκολο. Αν κάποιοι θέλουν πάλι να μας βάλουν να σφαχτούμε, αυτή τη στιγμή δεν έχουμε την πολυτέλεια. Αν δεν πάψουν τα κόμματα να μας κάνουν κομμάτια, αν δεν συνεννοηθούν για τα στοιχειώδη, κι εμείς ως λαός δεν καταλάβουμε ότι σαν ασθενείς πρέπει να εμπιστευθούμε τη διάγνωση και να υποστούμε τη θεραπεία, θα μας πάρει ο διάβολος. Πρέπει να δεχτούμε την αλήθεια: το ταμείο είναι άδειο. Επίσης, ότι δεν έχουμε μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρέωση να παράγουμε. Αλλιώς αντί να τη λέμε Ελλάδα, ας την ονομάσουμε καρέκλα.
  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 5 Aπριλίου 2009

Λάκης Χαλκιάς: σ' ένα οδοιπορικό ζωής με τον Αρη Σκιαδόπουλο



  • Ο Λάκης Χαλκιάς σ' ένα οδοιπορικό ζωής με τον Αρη Σκιαδόπουλο και την εκπομπή «Δρόμοι». Επίκαιρη συνάντηση, καθώς, ύστερα από χρόνια, επανεμφανίζεται στο λαϊκό τραγούδι με δώδεκα συνθέσεις του Βαγγέλη Κορακάκη. Κατ' αποκλειστικότητα τα τραγούδια αυτά θα ακουστούν στην εκπομπή. Από μουσική φαμίλια ο Λάκης Χαλκιάς. Καταγωγή της τα Γιάννενα. Σόι πανηγυρτζήδων. Τα πανηγύρια ήταν κι η πρώτη επαφή του με το δημοτικό τραγούδι. Ο ίδιος διδάχτηκε από τον πατέρα και τους θείους του. Στο τραγούδι βγήκε σε ηλικία 14 ετών με μια κιθάρα που του αγόρασε ο πατέρας του. Ο Λάκης Χαλκιάς, ένας καλλιτέχνης που αποστρέφεται το σύγχρονο είδος διασκέδασης, ολοκληρώνει τώρα μια πολύχρονη έρευνά του πάνω στην ελληνική μουσική (Τετάρτη, 8/4, ΕΤ-1, 18.00).

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ: Ανάγκη ένα μέτωπο συσπείρωσης και αντεπίθεσης


Από παλαιότερη διαμαρτυρία του ΠΜΣ στο Δημαρχείο Αθήνας
  • Ανεργία, υποαπασχόληση, ελαστικές σχέσεις εργασίας, μισθοί πείνας, ανασφάλεια... Είναι στοιχεία, που συνθέτουν το «παζλ» της σημερινής κατάστασης για την πλειοψηφία των Ελλήνων μουσικών, οι οποίοι βλέπουν τα προβλήματά τους να οξύνονται, μέσα στο ευρύτερο «σκηνικό» ενίσχυσης των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων και ανατροπής κοινωνικών κατακτήσεων. Γι' αυτά τα προβλήματα και τους τρόπους αντιμετώπισής τους, στην κατεύθυνση ευρύτερης συσπείρωσης του κλάδου και δημιουργίας ενός ισχυρού μετώπου αντεπίθεσης και διεκδίκησης, συζητήσαμε με τα μέλη της διοίκησης του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου (ΠΜΣ) Βασίλη Παρασκευόπουλο (πρόεδρος) και Δημήτρη Τουμανίδη (αναπληρωτής γενικός γραμματέας).
Ανεργία και υποαπασχόληση
  • «Τα προβλήματα είναι τεράστια, με κυριότερο την ανεργία, η οποία ολοένα αυξάνεται με όλα τα επακόλουθα», λέει ο Δημήτρης Τουμανίδης. «Ακόμη κι αν εκλάβουμε ως εργασία τα τριήμερα που δουλεύουν συνήθως οι μουσικοί, άνεργος είναι ένας στους τρεις μουσικούς. Εχουμε μισή δουλειά, μισή ασφάλιση... Χαμηλές αμοιβές, ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, περικοπή των βαρέων και ανθυγιεινών, παρότι κάναμε μάχη να παραμείνουν...». Οσον αφορά στους μουσικούς που δουλεύουν στα νυχτερινά κέντρα, «εκεί το τοπίο έχει αλλάξει εντελώς. Οι εξελίξεις είναι δραματικές και τεράστια η ανεργία. Από εκεί που παλιότερα οι μουσικοί εργάζονταν σχεδόν όλη την εβδομάδα, τώρα δουλεύουν πολύ λίγοι και μάλιστα τριήμερα. Παράλληλα, σ' αυτούς τους χώρους υποφέρει και η καλλιτεχνική ποιότητα, καθώς δεν αποφασίζουν οι καλλιτέχνες, αλλά παίρνουν συγκεκριμένες εντολές και πιέσεις». «Επίθεση, όμως, υφίστανται οι μουσικοί και στα Μουσικά Σύνολα, στις Φιλαρμονικές και όπου υπάρχει συλλογική μουσική έκφραση», αναφέρει ο Δ. Τουμανίδης. «Επιχειρείται με πολλούς τρόπους η συρρίκνωσή τους, προκειμένου να είναι πιο ευάλωτα στην ιδιωτικοποίηση. Υπάρχουν πολλών κατηγοριών εργαζόμενοι, με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου, σύμβαση έργου κ.ο.κ. και με ισχνές αμοιβές. Οποια, δηλαδή, "έμπνευση" υπάρχει γύρω από τα εργασιακά, την αντιμετωπίζουν οι μουσικοί. Τα Σύνολα γενικότερα είναι υπό διάλυση. Πιστεύουμε ότι αυτό εντάσσεται γενικότερα σ' ένα σχέδιο, προκειμένου να παραχωρηθούν ευκολότερα στους ιδιώτες».

  • «Είμαστε στην αρχή μιας οικονομικής κρίσης, την έκταση και το βάθος της οποίας κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει. Ομως είναι σίγουρο ότι θα έχει μεγάλες επιπτώσεις στα εισοδήματα των εργαζομένων», λέει ο Βασίλης Παρασκευόπουλος. «Αυτή η κρίση πρώτα και κύρια θα χτυπήσει τους εργαζόμενους στο χώρο του πολιτισμού. Οσοι εργάζονται σαν ελεύθεροι επαγγελματίες, θα έχουν πολύ λιγότερη δουλειά, περικοπή ημερών εργασίας κλπ. Ενα μεγάλο κύμα προβλημάτων και πιθανών απολύσεων αφορά στα μουσικά σύνολα και ειδικά στους χώρους που είναι θεσμοθετημένοι από το κράτος είτε ως επιχορηγούμενοι, είτε ως κρατικοί και ημικρατικοί.
  • «Θα έχουμε προβλήματα, πιθανόν απολύσεις, βάθεμα ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Κύριοι χώροι είναι αυτοί των δήμων, που αποτελούν πιλότο στην εφαρμογή των ελαστικών σχέσεων εργασίας, κάτι που είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την οικονομική τους κατάσταση, η οποία θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο με τον "Καποδίστρια 2" και από εκεί και πέρα οι επιχορηγούμενες ορχήστρες, όπως η ΚΟΕΜ, η Ορχήστρα των Χρωμάτων, τα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ και πιθανόν και οι κρατικές ορχήστρες και η Λυρική Σκηνή. Θα μπει το ζήτημα της βιωσιμότητάς τους, κάτι που το βλέπουμε έντονα στις επιχορηγούμενες ορχήστρες. Ηδη, η ΚΟΕΜ είναι κλειστή, περιμένοντας τα χρήματα που έχουν υποσχεθεί από το προηγούμενο διάστημα, ενώ η Ορχήστρα των Χρωμάτων διεκδικεί την επιβίωσή της. Παράλληλα, θα έχουμε περισσότερους συμβασιούχους έργου ή οποιαδήποτε μορφή ελαστικής απασχόλησης. Φοβόμαστε ότι ακόμα και το πλαίσιο εργασίας θα τεθεί στο τραπέζι για ν' αλλάξει. Δηλαδή, το να πληρώνεται ο εργαζόμενος με την πρόβα, την παράσταση κ.ο.κ.».
«Χρειάζεται ισχυρό κίνημα»
Τα τύμπανα του αγώνα...
  • «Αυτήν την κατάσταση προσπαθούμε να την αντιμετωπίσουμε με τη συσπείρωση του κλάδου και τη δημιουργία παραρτημάτων του ΠΜΣ σε χώρους και περιοχές της χώρας», τονίζει ο Δ. Τουμανίδης. «Εχουμε δημιουργήσει αρκετά παραρτήματα στην Αθήνα και συνεχίζουμε σε άλλες περιοχές και στην επαρχία. Προσπαθούμε να συσπειρώσουμε τους συναδέλφους και να δημιουργήσουμε ένα κίνημα, προκειμένου να διεκδικήσουμε την επίλυση των προβλημάτων. Οσο μεγαλύτερη είναι η συσπείρωση στο σωματείο, τόσο καλύτερα θα αντεπεξέλθει στις διεκδικήσεις του κλάδου. Ολοι οι συνάδελφοι, ανεξάρτητα αν δουλεύουν στη Φιλαρμονική ή στη νύχτα, υποφέρουν και βάλλονται από τις αναδιαρθρώσεις. Η επιχειρηματικότητα μέσα στο χώρο με διάφορους μάνατζερ, κρυφούς και φανερούς, και τους ποικίλους εργοδότες, οδηγεί στην πρόσθετη αφαίμαξη των μουσικών. Το μήνυμα, πάντως, από τους συναδέλφους κατά τις επισκέψεις μας στους διάφορους χώρους - κάθε μέρα είμαστε και σε διαφορετικό - είναι ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη συσπείρωση».
  • «Για να αντιπαρατεθούμε σε αυτό το μεγάλο κύμα προβλημάτων χρειάζεται ένα ισχυρό κίνημα», υπογραμμίζει ο Βασίλης Παρασκευόπουλος. «Καταλαβαίνουμε ότι στο επόμενο διάστημα η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική αντιπαράθεση θα είναι σκληρή. Ο ΠΜΣ είναι το αρχαιότερο σωματείο του χώρου και πρέπει να παίξει αυτόν το ρόλο. Οι δυνατότητες είναι μεγάλες, όπως και οι δυσκολίες. Σαν νέο ΔΣ, απευθυνόμαστε όσο πιο μαζικά μπορούμε στους εργαζόμενους, αναδεικνύουμε τα προβλήματα που έρχονται και ότι θα αλλάξει ο κοινωνικός ρόλος του καλλιτέχνη. Με αφορμή την οικονομική κρίση, όλο και περισσότεροι χορηγοί, "ευεργέτες" και οικονομικά συμφέροντα που σχετίζονται με τη βιομηχανία του θεάματος διεισδύουν στο χώρο. Παρουσιάζονται ως μια αντικειμενική λύση για τα προβλήματα που έρχονται και αποκρύπτουν στους εργαζόμενους καλλιτέχνες την αλλαγή του πλαισίου και της αντίληψης για το τι είναι Τέχνη. Επίσης, τους αποκρύπτουν και την αλλαγή των εργασιακών τους θέσεων, όπως και την πλήρη αποξένωσή τους και από το καλλιτεχνικό τους αποτέλεσμα. Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να δημιουργηθεί μεγαλύτερος βαθμός συσπείρωσης, που είναι η προϋπόθεση για να αναπτυχθεί ένα κίνημα ενάντια σ' αυτές τις εξελίξεις».
«Να υπερασπιστούμε την Τέχνη»
  • «Στο πλαίσιο του σωματείου, εκφράζονται και διάφορες άλλες κατηγορίες, όπως καθηγητές ωδείων», αναφέρει ο Δ. Τουμανίδης. «Ετσι, παλεύουμε και για άλλα ζητήματα, όπως η διαβάθμιση των πτυχίων. Ουσιαστικά, αναδεικνύουμε την απαξίωση του καλλιτεχνικού ρόλου των μουσικών. Οι συνάδελφοι δεν τον υπερασπίζονται αυτόν το ρόλο σήμερα, όπως θα έπρεπε, όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά γιατί είναι μεγάλη η πίεση που δέχονται. Ομως αυτό είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τη διεκδίκηση της αμοιβής τους, καθώς είναι εργαζόμενοι και παράλληλα καλλιτέχνες. Η καλλιτεχνική έκφραση σήμερα εμποδίζεται από τις διάφορες πολιτικές και οι συνάδελφοι αντιμετωπίζουν μιαν άνευ προηγουμένου επίθεση, με αποτέλεσμα αυτό το θέμα να είναι το λιγότερο που θα μπορούσαν να σκεφτούν. Ομως, πρέπει να υπερασπίζονται και τον καλλιτεχνικό τους ρόλο, γιατί αυτό τους δίνει και το κύρος, αλλά και τη διεκδίκηση της αμοιβής τους».
  • Ενα άλλο θέμα που απασχολεί τον ΠΜΣ είναι η πολιτιστική πολιτική του. «Προσανατολιζόμαστε», λέει ο Δ. Τουμανίδης, «στη δημιουργία κάποιων θεσμών, που μπορεί να είναι φεστιβάλ μουσικής - στον αντίποδα, βεβαίως, του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, συναυλίες κλπ. Εχουμε πολλούς άνεργους μουσικούς, οι οποίοι, εκτός από τη δουλειά τους , χάνουν και το βήμα της καλλιτεχνικής τους έκφρασης. Μέσα απ' αυτές τις εκδηλώσεις θα μπορούσαμε να τους δώσουμε, τουλάχιστον, ένα βήμα, προκειμένου να εκφραστούν καλλιτεχνικά. Αυτό έχουμε υποχρέωση να το υπερασπιστούμε και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να γίνει. Επίσης, σαν σωματείο έχουμε υποχρέωση να υπερασπιστούμε την Τέχνη, το καλλιτεχνικό προϊόν που το βλέπουμε να εκχυδαΐζεται μέσα από την αγορά. Θεωρούμε ότι φτιάχνοντας τέτοιους θεσμούς υπερασπιζόμαστε την καλλιτεχνική ποιότητα από κάθε άποψη».

Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 5 Απρίλη 2009