Saturday, April 4, 2009

Σαβίνα Γιαννάτου: «Το Ίντερνετ ανοίγει την όρεξη για νέα ακούσματα»

  • ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ, ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, ΤΗΝ ΑΣΙΑ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ... ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΠΟΚΤΑ ΝΕΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ. ΕΚΕΙ ΘΑ ΒΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ, ΤΗ ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
  • «Από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες μου ήταν η συνάντησή μου με το γκρουπ Κonstantinople σε ένα φεστιβάλ στο Μόντρεαλ. Είναι δύο αδέλφια από το Ιράν. Ο ένας παίζει κρουστά, ο άλλος ταρ. Με κάλεσαν να αυτοσχεδιάσουμε πάνω σε ένα concept που βασίστηκε σε ποιήματα της Σαπφώς».
  • Τους αυτοσχεδιασμούς της Σαβίνας και του γκρουπ Κonstantinople (που αποτελείτο από δύο ακόμη μουσικούς- η μία έπαιζε βιόλα ντα γκάμπα και η άλλη κλαρινέτο) παρακολούθησαν πολλές εκατοντάδες άνθρωποι, που κατά πάσα πιθανότητα πρώτη φορά άκουγαν το όνομα της Σαβίνας, ίσως και των Κοnstantinople. «Είναι τόσο αναπάντεχοι οι τρόποι που σε γνωρίζει σήμερα ο κόσμος» λέει εκείνη. «Το Ίντερνετ έχει βοηθήσει σ΄ αυτό. Έχει ανοίξει το ενδιαφέρον για νέα ακούσματα- υπάρχει παντού ένα κοινό για κάθε είδος μουσικής. Αρκεί να βρεις τον τρόπο να συναντήσεις αυτό το κοινό».
Οι Κonstantinople πού σε ήξεραν και σε κάλεσαν στον Καναδά;
  • Είχαμε συναντηθεί κάποτε σε ένα φεστιβάλ... Κάποιοι, κάπου, κάποτε. Μπορεί να μη θυμάται ποιο ήταν το φεστιβάλ αλλά μπορεί να σου μιλάει με λεπτομέρειες για το πώς αυτοσχεδίασαν πάνω στις αρχαίες ελληνικές κλίμακες, πώς έψαξαν να βρουν κοινούς δρόμους. Στο νέο άλμπουμ της με την ΕCΜ- την τρίτη δισκογραφική συνεργασία με τη συγκεκριμένη εταιρεία- η Σαβίνα και οι Ρrimavera en Salonico συνέλεξαν τραγούδια από την Αρμενία, τη Σερβία, το Καζαχστάν, τη Νότια Ιταλία, την Ελλάδα και την εβραϊκή παράδοση (σε ενορχηστρώσεις Κώστα Βόμβολου). Το αυτοσχεδιαστικό επίπεδο στο «Songs οf Αn Οther» είναι πιο εμφανές απ΄ ό,τι στο «Sumiglia» του 2004 και η επικοινωνία του γκρουπ παραπάνω από προφανής. «Σιγά σιγά, με τα χρόνια, έχουμε μια επικοινωνία μεταξύ μας που δεν περιγράφεται» λέει. «Σε αυτόν τον δίσκο όμως αυτοσχεδιάζουμε με μια ελευθερία που δεν είχαμε κατακτήσει μέχρι τώρα».

Το Ίντερνετ, είπες, είναι μέσο που σου δίνει πρόσβαση παντού. Το χρησιμοποιείς ως πηγή πληροφόρησης;
  • Δεν πολυμπαίνω. Καμιά φορά διαβάζω σχόλια για τις δουλειές μου και μου αρέσει αυτό, γιατί ξέρω ότι είναι ειλικρινή. Βλέπω επίσης ότι είναι πολύ σχετικό το τι είναι εμπορικό και τι όχι- υπάρχει ένα κοινό για όλα. Ωραίο αυτό. Η τέχνη αλλάζει. Απελευθερώνονται οι άνθρωποι και δοκιμάζουν. Εκτίθενται.
Και το ταξίδι συνεχίζεται. Για πού αυτή τη φορά;
  • Για το Άμπου Ντάμπι. Μας κάλεσαν σε ένα φεστιβάλ. Μετά στο Βούπερταλ, τη Δρέσδη- εκεί θα πάω για να αυτοσχεδιάσω... Το καλοκαίρι στη Βαρκελώνη, μετά στη Φινλανδία, το Παρίσι, την Πολωνία...
info
Σαβίνα Γιαννάτου Ρrimavera en Salonico, απόψε και στις 10-11 Απριλίου στην «Αυλαία» (Αγίου Όρους 15 και Κωνσταντινουπόλεως 115-Βοτανικός. Τηλ. 210-3474.074).

Γράφει η Χάρη Ποντίδα, TA NEA, 04/04/2009

Σταμάτης Μεσημέρης: «Ρωγμές» στο ελληνικό τραγούδι με ροκ επιτυχίες

«Ρωγμές» στο ελληνικό τραγούδι με ροκ επιτυχίες
  • Εφυγε από τη ζωή το πρωί της Παρασκευής ο Σταμάτης Μεσημέρης, υποκύπτοντας στα σοβαρά προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν εδώ και καιρό. Πολυσχιδής προσωπικότητα, ο γνωστός συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, είχε γράψει πολλές ροκ επιτυχίες, όπως το «Ελλάς» και το «Δεν πάει άλλο» για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, στη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας τους. Είχε, επίσης, πετυχημένες συνεργασίες με τη Γλυκερία, τον Γεράσιμο Ανδρεάτο και τη Μαρία Δημητριάδη σε μια καριέρα που χαρακτηρίστηκε από την προτίμησή του τόσο στο έντεχνο τραγούδι όσο και στο ροκ.

  • Γεννημένος τον Σεπτέμβριο του 1948 στην Αθήνα, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Κλινική Ψυχολογία και άρχισε να δραστηριοποιείται στον χώρο της δισκογραφίας το 1987. Ηταν τότε που με το συγκρότημά του «Ρωγμές» περιόδευσε σε 40 πόλεις ανά την Ελλάδα με τραγούδια που θα τραγουδήσει την επόμενη χρονιά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Το 1989 κυκλοφόρησε ο πρώτος του προσωπικός δίσκος «Μεθάω», που λογοκρίθηκε και «πάγωσε» για έξι ολόκληρους μήνες.
  • Μέσα στα επόμενα χρόνια συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία του πρώτου διπλού λάιβ δίσκου των Γιώργου Νταλάρα και Βασίλη Παπακωνσταντίνου («Αττικόν»). Παράλληλα, κυκλοφόρησε δύο προσωπικούς δίσκους («Απόδραση», «Αγριο πλήθος»), καθώς και ένα τετραπλό προσωπικό λάιβ CD (το «Πού ταξιδεύει ο καπνός του ινδιάνου» διανεμήθηκε δωρεάν) και εμφανίστηκε σε μουσικές σκηνές όπως το «Ροντέο», το «Αχ Μαρία», το «Κεντρί» κ.τ.λ.
  • Εκανε, ακόμα, δίσκους με τον Γιάννη Γιοκαρίνη (με λαϊκές και μπλουζ μπαλάντες) και επιχείρησε ένα άνοιγμα στο λαϊκό ρεπερτόριο μέσα από τη συνεργασία του με τη Γλυκερία (το «Φτερούγισμα του γλάρου» δημιουργήθηκε για την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά με το «Νωρίς» σαν τραγούδι τίτλων). Τη χρονιά του 1999 κυκλοφόρησε το «Στοίχημα» με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο και συμμετείχε στον δίσκο του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα «Ετσι δραπετεύω απ τις παρέες (Η δίκη της χελώνας)».
  • Στις αρχές Μαρτίου πραγματοποιήθηκε συναυλία προς τιμήν του στο ΟΑΚΑ, με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, των Θάνο Μικρούτσικου, Θανάση Παπακωνσταντίνου, Μπάμπη Στόκα και Διονύση Τσακνή, ενώ κυκλοφόρησε και το βιβλίο του «Αρωμα μνήμης: Τι θα γίνει φίλε μου με μας;». [ΕΘΝΟΣ, 04/04/2009]

Αθηνά Ανδρεάδη: Εκτός από songwriter θα γίνω και τραγουδοποιός

  • Κατέκτησε με το ντεμπούτο της, το «Breathe with me», τη Βρετανία. Τώρα που έρχεται με νέα δουλειά της στο Μέγαρο Θεσσαλονίκης, για την πρώτη συναυλία στην πόλη της, αποκαλύπτει: «Θα γράψω και ελληνικά τραγούδια». «Είναι διαφορετικός αυτός ο δίσκος. Είναι τραγούδια που γράφω τα τελευταία δυο χρόνια, με μια διάθεση πιο χαρούμενη, πιο γιορτινή. Μου είναι κάπως δύσκολο να τον περιγράψω, αφού γενικά δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες, αλλά είναι πιο ροκ».

  • Η Αθηνά Ανδρεάδη μιλάει για το νέο της δίσκο. Θα τον παρουσιάσει ως «μια πρώτη ματιά» στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, το Σάββατο 11 Απριλίου. Δεν είναι ακόμα έτοιμος.«Αυτό τον καιρό κάνουμε ηχογραφήσεις», εξηγεί. «Συνεργάζομαι με καταπληκτικούς μουσικούς, οι οποίοι θα μου κάνουν την τιμή να έρθουν στη συναυλία. Ηδη στο στούντιο έχουμε κάνει όμορφα πράγματα. Οταν γράφω τραγούδια τα φαντάζομαι κάπως στο μυαλό μου. Και όταν οι μουσικοί τα παίζουν όπως τα φαντάστηκα, είναι σαν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα».
  • Η Αθηνά θα ανέβει στη σκηνή μαζί με μερικούς από τους πιο περιζήτητους μουσικούς στη Βρετανία. Ο Ρίτσαρντ Κόσον στο πιάνο, που θα είναι και παραγωγός στον δίσκο της, ο Τζέι Στάπλεϊ στην κιθάρα, που έχει παίξει με τον Ρότζερ Γουότερς αλλά και τους Suede, ο Τομ Μέισον στο μπάσο και το βιολί, ο Τσακ Σάμπο, που έχει παίξει με τον Μπράιαν Ινο και τους Pet Shop Boys, και ο Μπεν Τριγκ στο τσέλο.
  • «Δεν ξέρω πότε θα κυκλοφορήσει ο δίσκος και ποιος θα είναι ο τελικός ήχος του», λέει η Αθηνά. «Τον σχεδιάζουμε ακόμα. Ηθελα όμως να γίνει μια πρώτη παρουσίαση στην πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη, όπου δεν έχω παίξει ποτέ. Με κάλεσαν και στο Μέγαρο, έναν υπέροχο χώρο, οπότε θα παρουσιάσουμε κάποια νέα τραγούδια, κάποια από τον πρώτο μου δίσκο και ένα δυο παραδοσιακά».

Δεν με τρομάζει το Μέγαρο

  • Ο χώρος δεν την τρομάζει. «Δεν έχω ξανατραγουδήσει σε παρόμοιο μέρος, αλλά την ατμόσφαιρα τη δημιουργεί ο μουσικός και το κοινό. Σημασία έχει η ενέργεια του καλλιτέχνη και η διάθεση του κοινού. Σε χώρους σαν το Μέγαρο μπορείς να δημιουργήσεις έναν κόσμο και να τραβήξεις σε αυτόν τους θεατές. Γιατί αυτό αξίζει στη συναυλία, να συνομιλήσουμε, να μοιραστούμε και να δημιουργήσουμε έναν κόσμο».
  • «Μια αυθεντική υπέροχη τραγουδοποιός». «Ενα σπάνιο διαμάντι που πρέπει να λάμψει». Τέτοια εποχή το 2007, ο βρετανικός Τύπος υποδεχόταν με διθυράμβους το ντεμπούτο της Athena Andreadis, το «Breathe With Me». «Χάρηκα που άρεσε, αλλά αυτή τη φορά ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό», μας εξηγεί. «Γι' αυτό και ξόδεψα αρκετό καιρο ώστε να σκεφτώ ποιος θα ήταν ο κατάλληλος ήχος. Ολα ξεκινάνε από τα τραγούδια. Αρχισα να γράφω αυτό που ήθελα να εκφράσω και μετά άκουγα τα τραγούδια μου. Ο ήχος έρχεται από το ίδιο το τραγούδι. Μετά άρχισα να πειραματίζομαι με διάφορους παραγωγούς, ώσπου βρήκα τον Ρίτσαρντ».
  • Μέσα στο ροκ εισέρχονται και τα παραδοσιακά τραγούδια. «Δεν το βρίσκω περίεργο», εξηγεί διηγούμενη η Αθηνά. «Ετσι ξεκίνησα στη Βρετανία. Σπούδαζα κλασικό και τζαζ τραγούδι και ψαχνόμουνα στη σύνθεση. Μαζευτήκαμε τότε κάποια παιδιά, ένας Ελληνας λυράρης, ένας Πέρσης που έπαιζε κρουστά, μια παρέα, ουσιαστικά, που ερμηνεύαμε παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια με το δικό μας τρόπο. Ημουν στη φάση που πειραματιζόμουν, γράψαμε και ένα ντέμο, που έπεσε στα χέρια κάποιων παραγωγών του BBC και άρχισαν να το παίζουν στο ραδιόφωνο. Εκεί μας άκουσαν και μας κάλεσαν και στο φεστιβάλ Womad».

Με Χατζιδάκι και ροκ

  • Η Αθηνά γεννήθηκε στο Λονδίνο και όταν ήταν τριών χρονών επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Το τραγούδι το ξεκίνησε από πολύ μικρή. «Πρέπει να ήμουν πέντε - έξι χρόνων», θυμάται η ίδια. «Τραγουδούσα, έφτιαχνα μελωδίες, άκουγα τους δίσκους των γονιών μου, από Χατζιδάκι μέχρι Pink Floyd και Λέοναρντ Κοέν. Μεγάλωσα με το κλασικό ροκ. Ανακάλυψα τα παραδοσιακά τραγούδια όταν ξαναέφυγα στο Λονδίνο για σπουδές -τότε άρχισε να μου λείπει η Ελλάδα. Οταν γυρνούσα τα καλοκαίρια πήγαινα σε πανηγύρια, από χωριό σε χωριό, και μάζευα ιδέες. Ετσι στο Λονδίνο έφτιαξα αυτό το συγκρότημα, μετά ένα τζαζ σχήμα, έπαιζα και ελεκτρόνικα. Πέρασα από πολλές φάσεις μέχρι να κατασταλάξω στις μελωδίες του πρώτου δίσκου».
  • Στο Λονδίνο βρέθηκε για να σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων. Παράλληλα, όμως, σπούδασε στο Trinity College of Music αφού η φωνή μέσα της «ήταν πολύ δυνατή». «Είμαι αυτοδίδακτη στο τραγούδι», λέει. «Οι σπουδές με βοήθησαν γιατί βρήκα τη δική μου φωνή. Εμαθα την τεχνική, τις αναπνοές, αφού η φωνή είναι ένα φοβερό και απαιτητικό όργανο. Ακόμα έμαθα να γράφω παρτιτούρες, να μεταδίδω τη μουσική μου στα μέλη της μπάντας. Να μιλάω μαζί τους με τη γλώσσα της μουσικής».
  • Ετσι άρχισε να γράφει τα δικά της τραγούδια. «Θέλει μοναξιά και πειθαρχία το γράψιμο», λέει η Αθηνά. «Προσπαθώ να είμαι ανοιχτή, δεκτική και να αδειάζω το μυαλό μου. Και χρειάζομαι πολύ χρόνο μόνη μου, ώστε αυτό που υπάρχει μέσα μου να βγει στην επιφάνεια». Κάπως έτσι γεννήθηκε ο πρώτος δίσκος, που κυκλοφόρησε στη δική της ανεξάρτητη εταιρεία. «Η ανεξάρτητη παραγωγή σού δίνει την απαραίτητη καλλιτεχνική ελευθερία και είναι και το νέο τρεντ», λέει. «Ετσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα με τις δισκογραφικές, πρέπει να κάνεις μόνος τη μουσική που επιθυμείς και να μιλήσεις απευθείας στο κοινό σου. Σκέψου ότι μια δισκογραφική μπορεί να καθυστερήσει την κυκλοφορία επειδή το μάρκετινγκ θεωρεί τη στιγμή ακατάλληλη».

Από στόμα σε στόμα

  • Ο νέος δίσκος θα είναι ξανά ανεξάρτητη παραγωγή. «Η μουσική βιομηχανία έχει αλλάξει», λέει η Αθηνά. «Οι πωλήσεις των cd μειώνονται, η μουσική κινείται κυρίως στο Ιντερνετ. Αλλά οι συναυλίες συνεχίζουν να γίνονται». Ετσι έγινε κι αυτή γνωστή. «Εδινα συναυλίες και το όνομά μου μαθεύτηκε από στόμα σε στόμα. Και πιστεύω ότι τώρα ο κόσμος έχει ανάγκη από τη μουσική περισσότερο από ποτέ. Επειδή με την οικονομική κρίση έχει αρχίσει να σκέφτεται τη ζωή του, να την αναθεωρεί, να αναρωτιέται αν αξίζει αυτό που κάνει και γιατί το κάνει».
  • Το επόμενο βήμα της θα είναι ελληνικά τραγούδια: «Η ελληνική παράδοση είναι μέρος της εξέλιξης και της ταυτότητάς μου», εξηγεί. «Θέλω να κάνω δίσκους και στα ελληνικά. Δεν θέλω να είμαι μόνο songwriter αλλά να γίνω και τραγουδοποιός». *
  • , Ελευθεροτυπία, Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Φαγητό και αλκοόλ «έφαγαν» τον Χέντελ

  • Σύμφωνα με νέα στοιχεία, ο μεγάλος συνθέτης πέθανε δηλητηριασμένος από μόλυβδο



  • O Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ ήταν ένας αχαλίνωτος φαγάς και μεγάλος πότης. Οπως αποδεικνύει μια νέα έρευνα, οι ακατάσχετες ορέξεις του τον οδήγησαν σταδιακά σε θανατηφόρα δηλητηρίαση από μόλυβδο. Αυτόν τον μήνα συμπληρώνονται 250 χρόνια από τον θάνατο του γερμανού αλλά πολιτογραφημένου άγγλου συνθέτη, ο οποίος επί 20 χρόνια αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Χάντερ, μουσικολόγο του Πανεπιστημίου του Τέξας και συγγραφέα πολλών άρθρων για τον γερμανό μουσουργό, όλη αυτή η κόπωση από τις θεραπείες συνδέεται με τη δηλητηρίαση από μόλυβδο και οφείλεται στις μεγάλες ποσότητες φαγητού και αλκοόλ.
  • Παρ΄ ότι γνωρίζουμε ελάχιστα για την προσωπική ζωή του Χέντελ, μαρτυρίες από πορτρέτα του και άλλες περιγραφές υποστηρίζουν τη θεωρία ότι άρχισε να υποφέρει από μολυβδίαση το 1737, όταν αχρηστεύθηκε το δεξί του χέρι, γεγονός που μέχρι πρότινος αποδιδόταν σε εγκεφαλικό. Θέλοντας να αποκαταστήσει την υγεία του κατέφυγε στο Ααχεν, όπου έκανε θεραπεία με νερό πηγής. Τα προβλήματα στην υγεία του συνεχίστηκαν ως τις 13 Απριλίου 1759, όταν ανακοίνωσε ότι «ξόφλησε με τον κόσμο». Το επόμενο πρωί απεβίωσε στο σπίτι της οδού Μπρουκ, στο Μέιφερ, όπου έζησε 36 χρόνια και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.
  • Την εποχή εκείνη λίγοι γιατροί γνώριζαν τους κινδύνους από τον μόλυβδο και οι έρευνές τους αφορούσαν κυρίως εργαζομένους που εξετίθεντο στο μέταλλο, όπως οι υδραυλικοί. Ο μόλυβδος όμως μόλυνε και το κρασί, τον μηλίτη, την μπίρα, το ρούμι, το νερό και το φαγητό και των πλουσίων. Και ο Χέντελ ήταν εκτεθειμένος περισσότερο από κάθε άλλον: αν και ήταν ιδιαίτερα αναγνωρισμένος συνθέτης, η αδηφαγία του αηδίαζε πολλούς από τους γνωστούς του.
  • Ο δρ Χάντερ πιστεύει ότι «ο Χέντελ έπασχε από διατροφική διαταραχή και μάλλον έπινε πολύ». Ηταν αναμφισβήτητα παθιασμένος με το φαγητό. Κάποτε κάλεσε τον καλλιτέχνη Ζοζέφ Γκουπί για φαγητό λέγοντάς του ότι δεν θα φάνε υπερβολικά. Μετά το δείπνο αποχώρησε από το τραπέζι και λίγο αργότερα ο Γκουπί τον βρήκε κλεισμένο σε ένα δωμάτιο «χωμένο σε τέτοια εδέσματα, σαν να θρηνούσε το γεγονός ότι δεν μπορούσε να τα προσφέρει στον φίλο του». Οργισμένος, λοιπόν, απάντησε με ένα σκίτσο που απεικονίζει τον Χέντελ ως έναν «χαριτωμένο κτηνάνθρωπο» να παίζει εκκλησιαστικό όργανο.

© Τhe Τimes, 2009, ΤΟΥ BEN HΟΥLΕ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Thursday, April 2, 2009

Maurice Jarre: Composer who won three Oscars for his work with David Lean

AFP/Getty Images

Jarre shows off the Oscar he won for the score for 'A Passage to India' in 1985

The Independent, Tuesday, 31 March 2009

  • Maurice Jarre, who won three Oscars – all for films by David Lean – was one of the last of the "silver-age" film composers, perhaps best known for scoring large-scale films but equally at home with more intimate fare. Jarre began by studying engineering at the Sorbonne but despite the late start ("when I was 15 I knew nothing of music") decided to change subjects. Against his father's will he enrolled at the Conservatoire de Paris and, alongside composition and harmony, made the unusual choice of percussion as his major instrument. The decision would reverberate throughout his career.
  • He learned the ondes martenot under the instrument's inventor Joseph Martenot and played it and percussion in the theatre, eventually spending 12 years as music director at the Théâtre National Populaire ("the best time of my life, the most difficult, the most interesting, the most exciting.") It gave him a marvellous feeling for drama that would serve him well in the cinema.
  • In 1952 he struck up a working relationship with the director Georges Franju, scoring Hôtel des Invalides (1952) a documentary that upset the authorities by its concentration on the tragedy rather than the glory of the "invalides de guerre". After documentaries and shorts by directors including Franju, Resnais and Demy, his first feature was Franju's La tête contre les murs (1959, UK title The Keepers), about an escape attempt from a mental asylum. But their best collaboration was the ghoulish yet heartbreaking Les yeux sans visage (Eyes without a Face, 1960). Jarre's marionette-ish waltz with its brittle harpsichord set the scene for the story of a plastic surgeon's desperate attempts to atone for a car accident that left his daughter hideously disfigured.
  • It was in 1962 that Jarre's international career took off. Though he scored the D-Day epic The Longest Day (1962) what really helped was, in fact, being second choice for another film. Malcolm Arnold had won an Oscar for David Lean's The Bridge on the River Kwai (1957) and was expected to score Lawrence of Arabia (1962). Stories differ as to how the two fell out but, without Arnold, the film's producer Sam Spiegel considered using more than one composer. However, after hearing Jarre's main theme, he offered him the whole film, giving him six weeks to score it. To complete the assignment, Jarre alternated four hours' work with 10 minutes sleep and picked up his first Oscar for the thrilling score that sets driving, exotic percussion and Rósza-like brass against a soaring theme on the strings that evokes the burning desert sun.
  • Lean was to make only three more films, and Jarre scored them all. In 1965 he picked up his second Oscar for Doctor Zhivago (one of the film's five). Jarre having failed to satisfy the director with his first few attempts at a main theme, Lean advised him to take a weekend in the mountains with his girlfriend, forget about the film and take his inspiration from that. He came back with "Lara's Theme", later a hit as "Somewhere My Love".
  • For Ryan's Daughter (1970) Jarre got a Grammy rather than an Oscar, but after the film's critical mauling Lean retired hurt, before returning in 1984 with A Passage to India, which was criticised for fatally misunderstanding Forster's novel. Jarre included some enjoyable "tea-dance" music in the otherwise serious score and won his third Oscar, as well as a Golden Globe. Lean also intended to have Jarre score Nostromo but he died before it went into production.
  • With Lawrence as a springboard Jarre's international career took off. For Is Paris Burning? (1965), set during the city's liberation from the Nazis, he wrote a jaunty French-inflected waltz featuring the accordion. The following year's Grand Prix featured a prominent percussion section to ramp up the tension but (sounding at some points like a modernised Lawrence), the score could not turn the Formula 1-and-romance project into a convincing epic. More successful was John Huston's Kipling adaptation The Man Who Would Be King (1975), with its stately, melancholic fanfare.
  • Jarre was also one of the composers who followed on from Bernard Herrmann after the composer's split with Hitchcock, but the director's third-last production, Topaz (1969), an international espionage story, was hamstrung by a directionless production process and Jarre's music could do little to save it.
  • Jarre had used the ondes mortenot in Lawrence and other scores but in the 1980s he began more fully to combine orchestral and electronic elements, leading to a period of experimentation. Parts of Fatal Attraction (1987) are weighed down by an almost unbearably suffocating feeling of dread as the music disintegrates into a hoarse texture pierced by fragments of melody.
  • On the other hand, his work on Peter Weir's 1980s films tends to the generously melodic. The Year of Living Dangerously (1982) captures an Australian reporter in Sukarno's Indonesia with the ondes and evocations of the didgeridoo, while Dead Poet's Society (1989) includes a pipe band. But their finest collaboration is Witness (1985), in which Harrison Ford protects a child witness to murder in the Amish community. The barn-building scene, accompanied by a stately chaconne, was the film's highlight. Jarre denied that adding electronics to the orchestra for the score was expediency, saying that it would have been easier and cheaper to omit them.
  • But at the same time he was taking on a range of other projects. He may (unfairly) have had something of a reputation for epics, so 1984's spy spoof Top Secret was a rare comedy. But the following year he played to his strengths in Mad Max: Beyond Thunderdome whose exhilaratingly over-the-top score features full orchestra, choir, a battery of percussion, four pianos and three ondes.
  • For the shockingly bleak Jacob's Ladder (1990) Jarre's rising and falling theme, led by the piano, gives a feeling of the ebb and flow of hope and hopelessness. But in the same year he also scored the romantic thriller Ghost (1990). It may be best remembered for the much-parodied ghostly pot-throwing scene, accompanied by Alex North's "Unchained Melody'"but Jarre also wrote a big-hearted theme – though it is perhaps a bit too old-fashioned for the film's youthful protagonists.
  • As well as percussion, Jarre had a penchant for other unusual instruments, sometimes inspired by the story and sometimes not. Unsurprisingly, "Lara's Theme" from Doctor Zhivago emerges from a haze of 22 balalaikas, and Villa Rides (1968) has an enjoyably Mexican-tinged score, again finding a place for a decent-sized percussion section. But The Tin Drum (1979) includes among its militaristic percussion, a fujara (a Slovakian flute) and steel drums. For the Irish-set Ryan's Daughter Lean specifically asked him to avoid traditional music and he had another hit song with "It Was a Good Time".
  • As well as his film scores, Jarre wrote some concert works including the Concerto for E.V.I. (electronic valve instrument), an instrument invented and played by Nyle Steiner. The third of its four movements is a protest against noise pollution, including rap and church bells. It was written in San Moritz and dedicated to his fourth wife. His son Jean-Michel also found fame as a composer, while another son, Kevin, is a screenwriter, and his daughter Stephanie is a set decorator and production designer. His last film was Uprising (2001) a Holocaust-story TV movie.
  • Jarre had a great gift for melody and was at his best in films about triumph over adversity. "One could say my life itself has been one long soundtrack," he said. "Music was my life, music brought me to life, and music is how I will be remembered long after I leave this life. When I die there will be a final waltz playing in my head and that only I can hear."

John Riley

  • Maurice-Alexis Jarre, composer: born Lyon 13 September 1924; married firstly Francette Pejot (one son); 1965 Dany Saval (marriage dissolved, one daughter); 1967 Laura Devon (marriage dissolved, one son), 1984 Fong F. Khong; died 29 March 2009.

Wednesday, April 1, 2009

Ο «κιθαρίστας των κιθαριστών» Σνόουι Γουάιτ αύριο στην Αθήνα

  • Τελευταία φορά που είδαμε τον Σνόουι Γουάιτ στην Ελλάδα ήταν πρόπερσι, ως καλεσμένο (και κεντρικό κιθαρίστα) του Ρότζερ Γουότερς στη συναυλία του δεύτερου στη Μαλακάσα. Σε ένα μικρό διάλειμμα εκείνης της γιγάντιας περιοδείας ήταν που δημιούργησε το νέο πρότζεκτ του, Τhe Snowy White Βlues Ρroject. Ηχογράφησαν μάλιστα ένα εξαιρετικό διπλό άλμπουμ με τίτλο «Τwice Αs Αddictive», ενώ ο πρώτος σταθμός της περιοδείας για την προώθησή του είναι η Ελλάδα.
  • Ο Σνόουι Γουάιτ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς κιθαρίστες των τελευταίων 30 χρόνων, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μουσικοί της βρετανικής σκηνής τον θεωρούν τον πιο πολύτιμο και έμπειρο συνεργάτη. Εμφανίστηκε στο προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και γρήγορα αναδείχθηκε σε έναν κιθαρίστα με άποψη, γούστο και γόνιμο πνεύμα συνεργασίας. Στενός φίλος και συνεργάτης του Πίτερ Γκριν, το 1974 περιόδευσε μαζί του στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ. Το 1976 προσκλήθηκε από τους Ρink Floyd ως πρόσθετος κιθαρίστας του γκρουπ και περιόδευσαν για δύο χρόνια. Το 1978 έπαιξε κιθάρα στο προσωπικό άλμπουμ του κιμπορντίστα των Ρink Floyd Ρικ Ράιτ «Wet Dream», ενώ την επόμενη χρονιά ο Πίτερ Γκριν τού ζήτησε να παίξει και πάλι μαζί του, αυτή τη φορά για την ηχογράφηση του ιστορικού δίσκου του «Ιn Τhe Skies». Στη συνέχεια, και πάλι ως προσκεκλημένος των Ρink Floyd, τους ακολούθησε στην Αμερική για την παρουσίαση του διπλού άλμπουμ «Τhe Wall», ενώ παράλληλα αποδέχτηκε την πρόταση των Τhin Lizzy να προσχωρήσει στην μπάντα.
  • Στη δεκαετία του 1980 το τραγούδι «Βird of Ρaradise» από το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ «White Flames» έγινε μεγάλη επιτυχία. Τον Ιούνιο του 1990 ο Ρότζερ Γουότερς τού ζήτησε να εμφανιστεί μαζί του στο Βερολίνο, στην παρουσίαση του σόου «Τhe Wall». Η συναυλία αυτή, μπροστά σε 350.000 θεατές, μεταδόθηκε ζωντανά σε πολλές χώρες του κόσμου, το βίντεο έγινε μπεστ σέλερ στις ΗΠΑ, ενώ παγκόσμια επιτυχία γνώρισε και το live άλμπουμ. Με το συγκρότημα White Flames ο Σνόουι Γουάιτ έχει εμφανιστεί αρκετές φορές στην Ελλάδα, αφήνοντας πάντοτε τις καλύτερες εντυπώσεις. Ο Σνόουι Γουάιτ εμφανίζεται αύριο στη Νέα Αρχιτεκτονική στην Αθήνα. [Σ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 2 Απριλίου 2009]

Leonard Cohen: Ενας δικός μας άνθρωπος...


  • Leonard CohenΣε μερικούς μήνες ο Leonard Cohen θα συμπληρώσει τα 75 χρόνια του. Παράλληλα έχουν ήδη περάσει 53 χρόνια από την ημέρα που εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του με ποιήματα, στο Μόντρεαλ του Καναδά, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε ανεπανάληπτη πορεία ως τραγουδιστής, συνθέτης, μουσικός, ποιητής και συγγραφέας. Σε μια ηλικία που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αποσυρθεί από τα καθημερινά, ο Cohen ολοκληρώνει αυτό το διάστημα μια περιοδεία στην οποία παρουσίασε το έργο του σε 1.000.000 θεατές, στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Είχαν μάλιστα περάσει 15 χρόνια από τότε που είχε ξαναβγεί στη σκηνή και λίγοι θα περίμεναν τέτοια θριαμβευτική επιστροφή σ' αυτή την ηλικία.
  • Ολοι όσοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν κάποια από τις εμφανίσεις του, μιλούν για την εκπληκτική παρουσία του, η χρονική διάρκεια της οποίας πλησίαζε τις τρεις ώρες. Δεν είναι τυχαίο το ότι έξω από κάθε συναυλιακό χώρο όπου εμφανίζεται αυτήν την περίοδο στις ΗΠΑ, οι μη έχοντες εισιτήρια προσφέρουν έως και 700 δολάρια για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν την παράσταση· και μάλλον έχουν δίκιο, γιατί η σπανιότητα των εμφανίσεών του και η ηλικία του δεν επιτρέπουν ιδιαίτερη αισιοδοξία για τη δυνατότητα να τον παρακολουθήσει κανείς στο μέλλον. Εμείς, στην Ελλάδα, είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε στην αρχή της περιοδείας του.
  • Τα πρώτα τραγούδια του εμφανίστηκαν το 1967 στο άλμπουμ του Songs of Leonard Cohen και ο ήχος τους ήταν αρκετά κοντά στις ρίζες της ευρωπαϊκής φολκ των αγγλοσαξονικών χωρών. Αργότερα, στη δεκαετία του '70, ο ήχος του θα διανθιστεί με τον ήχο του Μεσοπολέμου που επικρατούσε στα γερμανικά καμπαρέ της εποχής, τον ήχο της σύγχρονης ποπ, ενώ παράλληλα θα αξιοποιήσει τον βαρύτονο ήχο της φωνής του, ερμηνεύοντας όμως τα τραγούδια του σε χαμηλότερο τόνο και δημιουργώντας έτσι ένα δικό του προσωπικό ύφος.
  • Στις μέρες μας ο Cohen έχει βραβευθεί με κάθε βραβείο που επιτρέπει το ύφος της μουσικής του και πριν από έναν χρόνο έγινε μέλος στο «Rock and Roll Hall Of Fame», βράβευση που αποτελεί το αποκορύφωμα για όσους ασχολούνται με το ροκ και τη σύγχρονη μουσική. Πολλοί καλλιτέχνες τον αναφέρουν μάλιστα ως βασική πηγή έμπνευσής τους. Ο Cohen γεννήθηκε το 1934 στο Μόντρεαλ του Καναδά, από εβραϊκή οικογένεια μεταναστών. Ο πατέρας του, που πέθανε όταν ο Leonard ήταν μόλις 9 ετών, ήταν από την Πολωνία και η μητέρα του από τη Λιθουανία. Στο Γυμνάσιο είχε καθηγητή τον ποιητή Irving Layton, και την ίδια περίοδο έφτιαξε με φίλους του το συγκρότημα των Buckskin Boys, με τους οποίους έπαιζε κάντρι-φολκ.
  • Το 1951 με την είσοδό του στο Πανεπιστήμιο αρχίζει και το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Αργότερα, θα αναφέρει ως πρώτες επιρροές του τους Henry Miller, William Yeats και Walt Whitman. Το 1956 ο Καναδός ποιητής Louis Dudek θα τον βοηθήσει να εκδώσει τα πρώτα του ποιήματα με τον τίτλο Let Us Compare Mythologies και το 1961 θα γίνει ευρύτερα γνωστός στους ποιητικούς κύκλους με το Spice-Box Of Earth. Θα συνεχίσει να ασχολείται με την ποίηση στα υπόλοιπα χρόνια της δεκαετίας του '60 και αφού ήδη έχει εγκατασταθεί στην Υδρα απολαμβάνοντας τον ήλιο των ελληνικών νησιών, που έχει εμπνεύσει πολλούς λογοτέχνες στο πέρασμα των αιώνων.
  • Το 1967 θα πάει στις ΗΠΑ και θα αρχίσει την καριέρα του στον χώρο της μουσικής φολκ, θα κυκλοφορήσει το πρώτο του άλμπουμ και η Judy Collins θα τραγουδήσει το τραγούδι του Suzanne, στο οποίο θα γίνουν άπειρες διασκευές μέχρι σήμερα, γεγονός που θα οδηγήσει στην αποδοχή του από τον χώρο της μουσικής και στην περαιτέρω προσπάθειά του με νέα τραγούδια, όπως το Bird On The Wire που υπάρχει στο άλμπουμ Songs From Α Room, που κυκλοφόρησε το 1969. Θα συνεχίσει στη δεκαετία του '70 παρουσιάζοντας μια σειρά από εξαιρετικά άλμπουμ: Songs Of Love And Hate (1971), New Skin For The Old Ceremony (1974) και Death Of Α Ladys' Man (1977), στο οποίο την παραγωγή έκανε ο Phil Spector, ο οποίος ταυτόχρονα εκείνη την περίοδο δούλευε και με τον John Lennon. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας θα προκαλέσει αρκετές συζητήσεις, αφού ο ήχος του ήταν διαφορετικός από αυτόν που ο Cohen είχε συνηθίσει τους φίλους του, αλλά ο Spector πάντα είχε τον τρόπο με το ταλέντο του να επιβάλλεται στους καλλιτέχνες που συνεργαζόταν και ο χρόνος συνήθως τον δικαίωνε για τον τρόπο παραγωγής του. Η δεκαετία του '70 θα κλείσει με το άλμπουμ Recent Songs, που κυκλοφόρησε το 1979.
  • Ο Cohen θα συνεχίσει να κυκλοφορεί δίσκους αραιότερα. Ηδη το 1984 που κυκλοφόρησε το Various Positions, ήταν 50άρης· στο άλμπουμ αυτό υπάρχει το Hallelujah, τραγούδι που οδήγησε στη σημερινή αποθέωση του έργου του, βοηθούμενο και από την ερμηνεία του Jeff Buckley. Το παράδοξο είναι ότι η δισκογραφική εταιρεία του αρνήθηκε να το κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ εξαιτίας των μειωμένων πωλήσεων των δίσκων του. Ετσι ο Cohen συνέχισε να έχει μεγαλύτερη αποδοχή στην Ευρώπη και άρχισε να σατιρίζει την εταιρεία Sony για τον τρόπο της προώθησης των δίσκων του στην Αμερική.
  • Το 1987 η Jennifer Warnes κυκλοφορεί προς τιμήν του το άλμπουμ Famous Blue Raincoat, στο οποίο παρουσίασε το First We Take Manhattan. Ο ίδιος ο Cohen θα το τραγουδήσει έναν χρόνο αργότερα στο άλμπουμ του Ι'm Your Man, στο οποίο για πρώτη φορά χρησιμοποιεί σύγχρονους ήχους αξιοποιώντας τη νέα τεχνολογία, και με το μαύρο χιούμορ του και τη νέα προσέγγιση των κοινωνικών θεμάτων της εποχής γνωρίζει την αποθέωση ύστερα από πολλά χρόνια. Στη δεκαετία του '90 ξανάρχεται στην επικαιρότητα το Everybody Knows που ακούγεται στην ταινία Pump Up The Volume, κάτι που τον φέρνει πιο κοντά στη νεολαία. Το 1992 κυκλοφορεί το «Future», από το οποίο τρία τραγούδια θα χρησιμοποιηθούν στην ταινία Natural Born Killers.
  • Το 2001 θα κυκλοφορήσει το άλμπουμ Ten New Songs, στο οποίο υπάρχει το τραγούδι Alexandra Leaving όπου χρησιμοποιεί μεταφρασμένο το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, που ταιριάζει απόλυτα με τη συχνά μελαγχολική ατμόσφαιρα του δίσκου. Το 2004 κυκλοφόρησε το Dear Heather και την ερχόμενη εβδομάδα πρόκειται να κυκλοφορήσει ένα διπλό άλμπουμ με τα τραγούδια που παρουσίασε πριν από έναν χρόνο στη συναυλία του στο Λονδίνο. Είναι ο τραγουδιστής που ακούγοντάς τον πιστεύεις ότι σου λέει μέσα από τα τραγούδια του την αλήθεια και ποτέ δεν υποκρίνεται.