Sunday, March 29, 2009

Γιατί εθνικοποιήσαμε τον Σάκη Ρουβά;

  • Η εθνική διάσταση που έχουν λάβει η προβολή και η στήριξη του τραγουδιστή εντός των τειχών είναι πρωτοφανείς: σαν να έχουμε όλοι μαζί αποφασίσει να διατηρήσουμε ζωντανό το είδωλό του πάση θυσία

  • «Ηηηηρθες, κι είσαι το πρώτο μου πρωιιιί, κοντά μου ήηηρθες...» τραγουδούσε ένα πεντάχρονο(;) κοριτσάκι στον δρόμο και προτού προλάβω να εκφράσω την απορία μου, η μητέρα του έσπευσε να μου απαντήσει: «Το έγραψε ο Σάκης για την κόρη του, που μόλις γεννήθηκε. Δεν είναι πολύ τρυφερό;». Α, μάλιστα! Μια νέα πτυχή προστέθηκε στη ζωή του Σάκη Ρουβά. Εξυπνη, σκέφθηκα, η ιδέα να γίνει τραγούδι η άφιξη του μωρού και έτσι να διαφημιστεί το νέο CD του, που κυκλοφόρησε μαζί με το νεογέννητο. Συγκινεί παράλληλα μητέρα και κόρη. Στο κάτω κάτω τραγουδιστής είναι ο άνθρωπος, μια εταιρεία τον στηρίζει, θηλυκό και φανατικό κοινό διαθέτει, ζούμε στην εποχή που είναι μόδα να είσαι γονιός, καλοδεχούμενες λοιπόν οι πρωτότυπες ιδέες για την προώθηση του νέου προϊόντος. Ενα τραγούδι μαζί με τις φωτογραφίες του Σάκη-μπαμπά να μπαίνει και να βγαίνει από το μαιευτήριο, να μιλάει για την αγάπη που νιώθει για τη σύντροφό του και να προσπαθεί να εξηγήσει τα βαθιά του αισθήματα για την κόρη του προεξοφλούν λίγη ακόμη δημοσιότητα. Ως εδώ καλά.
  • Αλλωστε δεν είναι ο μόνος του οποίου η ζωή αναπαράγεται με κάθε δυνατή λεπτομέρεια μέσα από κάθε λογής έντυπα, προφανώς με τη θέλησή του: εσχάτως μια σειρά τραγουδιστές (κυρίως δε τραγουδίστριες) υπάρχουν μόνο και μόνο επειδή ένα τμήμα του εβδομαδιαίου Τύπου δημοσιεύει «αποκλειστικές» φωτογραφίες από «προσωπικές» τους στιγμές με συζύγους, παιδιά, συγγενείς και φίλους. Φωτογραφίες που κάποιοι «paparazzi» κατάφεραν και «ξετρύπωσαν» στις prive στιγμές και διακοπές τους. (Συγχρόνως βέβαια τα ίδια αυτά έντυπα επιβιώνουν χάρη στις προαναφερθείσες περιπτώσεις καλλιτεχνών.)
  • Η διαφορά με τον Σάκη είναι ότι τον έχουμε αναλάβει σε εθνικό επίπεδο: ποτέ άλλοτε τραγουδιστής έπειτα από τόσο «δημοκρατικές» διαδικασίες δεν ανέλαβε να εκπροσωπήσει για δεύτερη φορά την Ελλάδα στη Εurovision- για όση σημασία έχει ο εν λόγω διαγωνισμός, και μάλιστα λίγα χρόνια μετά την προηγούμενη συμμετοχή του. Ποτέ άλλοτε δεν σπαταλήθηκαν (εις διπλούν, τότε και τώρα) τόσος χρόνος και τόσο χρήμα για να «ψηφίσει» το κοινό ανάμεσα στα τραγούδια του Σάκη (Χ3)... Κατά έναν περίεργο τρόπο νικητής αναδείχθηκε ο Σάκης... (Το παρόμοιο προηγούμενο με την Αννα Βίσση δεν επαναλήφθηκε- ως τώρα τουλάχιστον.) Λες και η χώρα έχει εναποθέσει τις ελπίδες για διεθνή προβολή στη Εurovision (πώς αλλιώς εξηγείται η διαρκής ενασχόληση της κρατικής τηλεόρασης με το γεγονός;) και ειδικότερα στον Σάκη, τον οποίο δεν αργεί, φαντάζομαι, να χρίσει πρεσβευτή της Ελλάδας... γενικώς.
  • Στο πλαίσιο αυτό άλλωστε ο Σάκης έγινε δεκτός, στις 25 του περασμένου Φεβρουαρίου, από τον δήμαρχο Αθηναίων: ο Νικήτας Κακλαμάνης του ευχήθηκε τα δέοντα και τον ξεπροβόδισε με την «απειλή» «μην τολμήσεις να έρθεις πίσω χωρίς το πρώτο βραβείο» - για να έχει τη χαρά η Ελλάδα να φιλοξενήσει το 2010 τον διαγωνισμό. Ευχές άλλωστε, και μάλιστα από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, είχε λάβει και την άνοιξη του 2004, στην πρώτη του συμμετοχή στον μουσικό διαγωνισμό, ο οποίος τότε είχε πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη- και ο Ρουβάς είχε λάβει την τρίτη θέση με το τραγούδι «Shake it».
  • Η εθνική διάσταση που έχει προσλάβει η προβολή και η στήριξη του έλληνα τραγουδιστή εντός των τειχών είναι πρωτοφανής: σαν να έχουμε όλοι μαζί αποφασίσει να διατηρήσουμε ζωντανό το είδωλο του Σάκη Ρουβά, σαν να του παρέχουμε σανίδα σωτηρίας σε εποχές που ο κίνδυνος να σβήσει ο μύθος του είναι ορατός. Μετά την πρώτη Εurovision, ας πούμε, και τη μετέπειτα νίκη της ελληνικής συμμετοχής με την Ελενα Παπαρίζου, «όλοι μαζί» στηρίξαμε και εξακολουθούμε να τον στηρίζουμε- ποτέ δεν μένουμε χωρίς φήμες που να τον αφορούν: καριέρα στο εξωτερικό, ταξίδια στη δυτική ακτή της Αμερικής, συναυλίες στην Ευρώπη. Ο Σάκης άλλωστε ήταν και παραμένει (φαντάζομαι) η μεγάλη αδυναμία της Νάνας Μούσχουρη, η οποία τον διαφήμισε δεόντως.
  • Λες κι είναι ένας από τους πρωταρχικούς μας στόχους να είναι πάντα στην επιφάνεια ο Σάκης Ρουβάς. Κι αν για πολλούς δεν είναι ξεκάθαρη η επαγγελματική ιδιότητά του- τραγουδιστής, ηθοποιός, showman, παρουσιαστής, διασκεδαστής, ολίγον ακροβάτης -, εσχάτως απέκτησε σαφή προσωπική και οικογενειακή ταυτότητα, ως σύντροφος και πατέρας. Κι έτσι το κοινό του ηλικιακά διευρύνθηκε. Παρ΄ όλη όμως την κουβέντα γύρω από τον Σάκη, οι πωλήσεις των CD του παραμένουν σταθερές-από τη χρυσή εποχή της ανακάλυψής του ως τα τωρινά χρόνια της πατρικής ωριμότητας. Καθώς δεν πουλούσε ποτέ εκατό χιλιάδες αντίτυπα, εξακολουθεί να πουλάει γύρω στις 30.000-όπως λέει η εταιρεία του Μinos ΕΜΙ.
  • Σε αναζήτηση του εγχώριου και σύγχρονου Ντόριαν Γκρέι η Ελλάδα έχει εναποθέσει τις ελπίδες της στον εκφραστή(;) της αιώνιας νεότητας και ομορφιάς, που τα κάνει όλα παρέα με το αστραφτερό χαμόγελο και τα υπέροχα λευκά δόντια. Παρών σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και χορούς, θα συνεργαστεί και με την «Ελπίδα» για να βοηθήσει τους σκοπούς της κερδίζοντας λίγη ακόμη δημοσιότητα- ως νέος πατέρας άλλωστε έχει έναν λόγο ευαισθητοποίησης παραπάνω.
  • Σε τελική ανάλυση, καλά κάνει ο Σάκης Ρουβάς και αποδέχεται όλους αυτούς τους ρόλους: ως καλλιτέχνης της ελληνικής show business αναζητεί και αποζητεί τη δημοσιότητα, είτε αυτή προέρχεται από το τραγούδι, είτε από τη μία και μοναδική, ως τώρα τουλάχιστον, ταινία (το «Αlter ego», που βγήκε στις αίθουσες το 2007, έκοψε συνολικά 200.000 εισιτήρια) είτε από τη συμμετοχή του σε διαφημιστικές καμπάνιες (εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, διάσημο αναψυκτικό) είτε από την παρουσίαση ενός μουσικού τηλεοπτικού διαγωνισμού. Την ίδια στιγμή απολαμβάνει το αντίτιμο: προβολή, κι άλλη προβολή, κι άλλη προβολή. Το ερώτημα είναι γιατί η χώρα έχει αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Φοβάμαι ότι η απάντηση είναι εξαιρετικά απογοητευτική...
  • της Μυρτώς Λοβέρδου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

ΛΟΥΣ ΚΑΣΑΛ: «Τα “Τακούνια”μού άνοιξαν πόρτες»

Η ντίβα της Ιβηρικής χερσονήσου που έγινε ιδιαίτερα γνωστή από την ταινία του Πέδρο Αλβοδόβαρ έρχεται στην Αθήνα για δύο συναυλίες

  • Η Λους Κασάλ ό,τι και αν κάνει στην καριέρα της θα έχει πάντοτε την ευλογία-κατάρα το μεγάλο κοινό να τη γνωρίζει από τα δύο εξαιρετικά τραγούδια «Un Αno de Αmor» και «Ρiensa en mi», που ερμήνευσε μοναδικά στην ταινία του ισπανού σκηνοθέτη Πέδρο Αλβοδόβαρ, «Ψηλά Τακούνια». Η ίδια, αν και δεν το ξεχνά, δείχνει ορισμένες φορές να δυσφορεί με τις συνεχείς αναφορές στον Αλμοδόβαρ: «Χωρίς αμφιβολία η επιτυχία από τα “Ψηλά τακούνια” μού άνοιξε νέες πόρτες αναμφισβήτητα, που ως τότε αμφισβητούσαν ή αγνοούσαν το όποιο ταλέντο μου. Ωστόσο από τότε πολλά άλμπουμ έχουν πουληθεί και οι συναυλίες μου έγιναν όλο και πιο δημοφιλείς. Αρα πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο υποθέτω.Φυσικά,ο Πέδρο Αλμοδόβαρ είναι ευφυέστατος». Εκρηκτική ερμηνεύτρια, γεμάτη πάθος, γνωρίζει πολύ καλά πώς να χαρίζει νέα ζωή σε ένα τραγούδι. «Η προσωπικότητά μου βρίσκεται παντού μέσα στα τραγούδια που ερμηνεύω,και σε κάθε περίπτωση αυτό είναι το ζητούμενο σε κάθε ερμηνεία μου.Μερικές φορές πρέπει να προσαρμοστείς στις συνθήκες που καθορίζει ένα τραγούδι» σημειώνει.
  • Η «ντίβα της Ιβηρικής χερσονήσου» έχοντας 24 δίσκους στο ενεργητικό της και εκατομμύρια πωλήσεις είναι ίσως η πιο διάσημη εκπρόσωπος της ποπ ισπανικής σκηνής στον κόσμο, ενώ έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία ανάμεσα στα οποία και το περίφημο Goya της Κινηματογραφικής Ακαδημίας της Ισπανίας. Η Λους Κασάλ γεννήθηκε στη Γαλικία, μεγάλωσε στην Αστούρια και σπούδασε πιάνο και μπαλέτο. Εφηβη ακόμη έγινε μέλος του ροκ συγκροτήματος Los Fannys. «Η ροκ ήταν ξεκάθαρη από την αρχή της καριέρας μου και ήταν η αγαπημένη μου μουσική από παιδί,και μόνο μετά το τέταρτο άλμπουμ άρχισα να δουλεύω με άλλα στυλ και ήχους» λέει η Κασάλ, όμως βιάζεται να προσθέσει πως οι σπουδαίοι τραγουδιστές του προηγούμενου αιώνα άφησαν έντονο το στίγμα τους στην ερμηνεία της: «Από τα πρώτα χρόνια οι μεγάλοι τραγουδιστές αποτελούσαν τη Βίβλο σε όσα έκανα.Πάντοτε μου άρεσαν η Εντίθ Πιαφ,η Μαρία Κάλλας,η Αρίθα Φράνκλιν ,η Τζάνις Τζόπλιν όπως επίσης και όλες οι φλαμένκο τραγουδίστριες».

  • Το 1977 μετακομίζει στη Μαδρίτη, για να προωθήσει την καριέρα της. Συνθέτει και ηχογραφεί δικά της κομμάτια, και δοκιμάζει τις υποκριτικές ικανότητές της συμμετέχοντας στο θεατρικό έργο «Las Divinas». Το ντεμπούτο της στη δισκογραφία έρχεται το 1980, με το single «Εl Αscensor», και δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορεί ο πρώτος προσωπικός δίσκος της, με τίτλο το όνομά της. Η μεγάλη επιτυχία έρχεται το 1989, όταν υπογράφει συμβόλαιο με τη Ηispavox και το άλμπουμ «Luz V» με τα κλασικά τραγούδια «Τe Dejι Μarchar» και «Νo Μe Ιmporta Νada». Το 1995 κυκλοφορεί νέο άλμπουμ με τίτλο «Como La Flor Ρrometida». Η ίδια ομολογεί ότι είναι ο δίσκος για τον οποίο δούλεψε πιο σκληρά από όλους στη μουσική πορεία της. Εξάλλου τα 500.000 αντίτυπα που έφτασε, το επιβεβαιώνουν.

  • Δεν αργεί να έλθει και η αναγνώριση στο εξωτερικό. Τέλη της δεκαετίας του 1990 εντυπωσιάζει το κοινό του Παρισιού στο Οlympia και την ίδια χρονιά βγάζει νέο δίσκο, το «Un Μar De Confianza». «Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να περάσεις τα σύνορα της χώρας σου όταν η γλώσσα σου δεν είναι τα αγγλικά.Ημουν πολύ τυχερή όμως όσον αφορά την επιτυχία μου έξω από την Ισπανία.Προσφάτως με είχε καλέσει ο Τζάκσον Μπράουν για να ανοίξω τις συναυλίες του στο Φοίνιξ και στο Λος Αντζελες.Επειδή το κοινό στο οποίο με παρουσίαζε δεν ήξερε και πολλά για εμένα,έγραψε ο ίδιος ένα άρθρο για εμένα το οποίο μοιράστηκε στον καθένα ώστε να γνωρίζουν τι ακούν».

  • Την περασμένη χρονιά επέστρεψε δυναμικά, έπειτα από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε, για 40 εμφανίσεις σε όλη την Ισπανία, συνεχίζοντας και στην Ευρώπη. Οπως λέει όμως δεν έχει προσφέρει ακόμη όσα θέλει: «Θα ήθελα να είμαι κάπου στη μέση της τροχιάς που διανύω φαντάζομαι. Παλιότερα ήθελα να φτάσω ψηλότερα και από το φεγγάρι,στην πραγματικότητα όμως σχεδόν ποτέ δεν καταφέρνει κανείς όσα ονειρεύεται,απλώς συμβιβάζεται με ό,τι έχει. Απλώς θα ήθελα να κάνω ακόμη περισσότερα πράγματα,αυτό είναι όλο».

Η Λους Κασάλ εμφανίζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το Σάββατο 28 Μαρτίου και την Κυριακή 29/3.Η προπώληση των εισιτηρίων έχει ξεκινήσει στα ταμεία του Μεγάρου Μουσικής και στην Ερμού 1 (τηλ.210 7282.333).
  • του σακη δημητρακοπουλου | το βήμα, Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

ΠΑΡΙΣΙ. Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΤΖΑΖ

  • Πάνω από 1.000 έργα τέχνης και άλλα αντικείμενα συγκροτούν τον Αιώνα της τζαζ, την έκθεση του Μουσείου Μπρανλί (ως τις 28 Ιουνίου) η οποία αφηγείται την ιστορία του μουσικού αυτού ιδιώματος από την εποχή της εμφάνισής του, στα τέλη του 19ου αιώνα, ως τα τέλη του 20ού.

  • Κινηματογραφικές ταινίες, φωτογραφίες, πίνακες ζωγραφικής, εικονογραφήσεις, καλύμματα δίσκων, εφημερίδες, περιοδικά, αφίσες, βιβλία παρουσιάζουν παραστατικά την πορεία και τις φάσεις του φαινομένου, εμβαθύνοντας όχι μόνο στην καλλιτεχνική αλλά και στις άλλες πλευρές του, την οικονομική και την κοινωνική. Ιδιαίτερα φαίνεται ότι φωτίζει η έκθεση δύο ακόμη παράγοντες αναπόσπαστους από την ιστορία της τζαζ. Ο ένας είναι το έντονο στοιχείο ρατσισμού με το οποίο προσέγγιζαν οι λευκοί Αμερικανοί την κατά τα άλλα προσφιλή τους «μουσική των νέγρων». Ο άλλος είναι η στενή σχέση της τζαζ με τις άλλες σύγχρονές της τέχνες, και ιδίως τις εικαστικές, με τις δέουσες αναφορές στις προσωπικότητες που έπαιξαν ρόλο στη διάδοση και στην καθιέρωσή της, όπως ο Πικάσο, ο Κίρχνερ, ο Μπρετόν και τόσοι άλλοι. Τα δημοσιεύματα δείχνουν ότι η έκθεση, παρά την εμβρίθειά της, σφύζει από ζωντάνια ανάλογη με του αντικειμένου της και εκφράζει το πνεύμα της τζαζ που επικεντρώνεται στη λατρεία του παρόντος. Βρετανός ανταποκριτής αναφέρεται στη μειωμένη απήχηση της τζαζ στις ημέρες μας και διαπιστώνει ειδικά για τους Ευρωπαίους ότι «περισσότερο αγαπούν την ιδέα της τζαζ παρά την πραγματικότητα της ακρόασής της».

  • ARS... BREVIS, της αναστασιας ζενακου, το βήμα, Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Saturday, March 28, 2009

Ηθελα να παίζω τέκνο και να βγαίνει ποπ

  • «Αρχικά είχα σκεφτεί να κυκλοφορήσω δύο δίσκους. Αλλά ξέρω ότι η εποχή επιτρέπει να έχεις ένα πειραματικό κομμάτι, ένα ποπ και μετά ένα χορευτικό στον ίδιο δίσκο. Εγώ έτσι ακούω μουσική, όπως και όλοι όσοι ακούνε ΜΡ3 στο δρόμο. Οποτε σκέφτηκα ότι μπορώ να κρατάω τα χαρακτηριστικά μου και να προχωράω κάθε φορά σε διαφορετικό κομμάτι».

Ο Felizol ή Γιάννης Βεσλεμές παρουσιάζει σήμερα στον «Ιανό» τον δίσκο του

Ο Felizol ή Γιάννης Βεσλεμές παρουσιάζει σήμερα στον «Ιανό» τον δίσκο του

  • Ετσι εξηγεί ο Felizol ή Γιάννης Βεσλεμές τη φιλοσοφία πίσω από το «Birthdays», το ντεμπούτο του. Το παρουσιάζει σήμερα στον «Ιανό» (9.00 μ.μ.- 10 ευρώ) και αύριο unplugged στο «Bios». «Οταν το έγραφα», λέει, «άκουγα Λέοναρντ Κοέν και Σκοτ Γουόκερ. Ταυτόχρονα άκουγα τέκνο και ελεκτρόνικα και κάπως έτσι συνδύασα τους ήχους άθελά μου. Μέσα σε μια σύγχυση, όπου ήθελα να παίζω τέκνο αλλά να γράφω και ποπ, προέκυψε ο δίσκος. Κουβαλάει στοιχεία και από τον Ρικάρντο Βιλαλόμπος, τον τέκνο χάουζ παραγωγό, αλλά και από τον Νίνο Ρότα των ταινιών του Φελίνι».
  • Το «Birthdays», «κάτι σαν ημερολόγιο, αφού για πέντε χρόνια τα κομμάτια γράφονταν, γίνονταν οι ενορχηστρώσεις και μετά άλλαζαν», είναι μια σειρά τραγουδιών, που στα φωνητικά συμμετέχουν ο The Boy, η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Dr. Hector και η Madame Bouche. «Με τον The Boy δουλεύουμε μαζί, η Σαβίνα Γιαννάτου είχε έρθει τυχαία στο στούντιο, της άρεσε η μουσική και μου έκανε δώρο τον αυτοσχεδιασμό της. Ενώ η Madame Bouche τραγουδάει σόουλ και τζαζ ρεπερτόριο».
  • Σκηνοθέτης με τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, που ξεκινάει τώρα την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «1901», ο Γιάννης ασχολήθηκε με τη μουσική σοβαρά από το 2004. «Είχαμε ένα συγκρότημα με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη (τον The Boy) και τους Sportex και παίζαμε αρτ πανκ». Με πέντε χρόνια σπουδών στο κλασικό πιάνο και στην ουσία αυτοδίδακτος, ξεκίνησε κυκλοφορώντας δωδεκάιντσα με χορευτικό ήχο ως Stealcut. Πρόσφατα έκανε και την παραγωγή, συνυπογράφοντας και συνθέσεις, στο «Time Machine» των Mary And The Boy.
  • «Το Felizol είναι η ποπ πλευρά μου, ο συνδυασμός των ηλεκτρονικών με τα ακουστικά όργανα. Και σε όλα τα κομμάτια, ακόμα και τα ορχηστρικά, επινοώ ιστορίες. Δεν χρειάζομαι πάντα στίχους για να περιγράψω αυτό που έχω στο μυαλό μου», εξηγεί. Κυκλοφόρησε τον δίσκο από την ανεξάρτητη Puzzle records. «Δυσκολεύτηκα να βρω εταιρεία», υποστηρίζει. «Κάποιοι το θεωρούσαν πολύ ποπ και κάποιοι πολύ πειραματικό».
  • Τώρα το παρουσιάζει ζωντανά. «Οι συναυλίες είναι ο μόνος τρόπος να κινήσω το υλικό μου», λέει. «Δεν είναι η σωστή αρχή, αφού η ηλεκτρονική μουσική είναι από τη φύση της στουντιακή. Οπότε οι συναυλίες είναι ή πιο χορευτικές ή πιο ατμοσφαιρικές». Οσο για το Ιντερνετ; «Τις πρώτες μέρες κατέβασαν τον δίσκο καμιά διακοσαριά άτομα. Αλλά δεν νομίζω ότι τον ακούνε. Είναι πιο δύσκολο να ακούς παρά να κατεβάζεις μουσική».

Ο Βασίλης [Παπακωνσταντίνου] που ζούμε για να τον ακούμε

  • Τριάντα πέντε χρόνια καριέρας και συνεργασίας με σπουδαίους δημιουργούς, 600 τραγούδια και δεκάδες γενιές που «καθρεφτίστηκαν» σ' αυτά και μεγάλωσαν ή μεγαλώνουν με τη φωνή του.

  • Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου παραμένει ο αγαπημένος πολλών, όπως κι ενός σημαντικού μέρους πολύ νέων ακροατών, εκείνων που παραλαμβάνουν κάθε φορά από τους προηγούμενους τη σκυτάλη του παλιού συναυλιακού συνθήματος «Βασίλη, ζούμε για να σ' ακούμε». Ισως γιατί κι ο ίδιος παραμένει ροκ, ασυμβίβαστος, νέος κι απαράλλακτος τόσο ως προς τη δυναμική της ερμηνείας του όσο και ως προς το ύφος και την εμφάνισή του, τα οποία ποτέ δεν δέχτηκε να προσαρμόσει στις life style απαιτήσεις κάθε εποχής.

Με τους Scorpions

  • Με αφορμή τα 35α «γενέθλιά» του στο ελληνικό τραγούδι κι όσο εκείνος προετοιμάζει τη συμμετοχή του στη μεγάλη συναυλία των Scorpions στις 6 Ιουλίου στο Στάδιο Καραϊσκάκη, η «Κ.Ε.» προσφέρει από αύριο και για τις πέντε επόμενες Κυριακές τέσσερα cd με τις πολυτιμότερες στιγμές της διαδρομής του, αλλά κι ένα dvd με τη συναυλία του στο Ηρώδειο τον Μάιο του 2005.
  • Τα cd είναι ένα απάνθισμα των κορυφαίων συνεργασιών του με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοΐζο, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Μάνο Ελευθερίου, τον Κώστα Τριπολίτη, τον Γιάννη Νεγρεπόντη, τον Αλκη Αλκαίο, τον Οδυσσέα Ιωάννου, τον Αντώνη Βαρδή, τον Λάκη Παπαδόπουλο κ.ά. Απ' τα πιο τρυφερά «Σ' ακολουθώ», «Γερνάς και σκοτεινιάζει» στα πιο πολιτικά «Στο παζάρι του ληστή» ή «Αυτούς τους έχω βαρεθεί». Από τον παράξενο Εγγλέζο θερμαστή «William George Alley» στον «Κουρσάρο» και τον «Σεμπάστιαν». Απ' τον χαριτωμένο «Μαύρο γάτο» στο επικό «Ελλάς» ή στα δυναμικά «Χαιρετίσματα». Τα cd περιλαμβάνουν και πολλά δικά του τραγούδια ή άλλα που δεν έχουμε ταυτίσει με τη φωνή του (όπως το «Μάλιστα κύριε» του Ζαμπέτα), αποδεικνύουν όμως ξανά το εύρος και την τεράστια γκάμα του ρεπερτορίου του.
  • Εννοείται ότι ανάμεσα στα τραγούδια περιλαμβάνεται και η αυτοβιογραφική και χιουμοριστική του «Σφεντόνα», που ξεκινάει την ιστορία απ' την αρχή. Απ' την 21η Ιουνίου του 1950, όταν στη Βάστα της Αρκαδίας, κοντά στη Μεγαλόπολη, «γεννήθηκα σ' ένα χωριό Τετάρτη μεσημέρι, γιατρός δεν με ξεπέταξε, μα μιας μαμής το χέρι. Οι συγγενείς μαζεύτηκαν από νωρίς στο σπίτι, «πώς είναι έτσι το παιδί και τι μεγάλη μύτη!»».
  • Αυτό το παράξενο και εξαρχής δυναμικό παιδί απέκτησε στα 12 χρόνια του την πρώτη του κιθάρα. Η οικογένεια είχε μετακομίσει πια στην Αθήνα, στη Νέα Φιλαδέλφεια, κι εκεί με τα παιδιά της γειτονιάς έφτιαξε και το πρώτο του συγκρότημα, τους «Crosswords», που τραγουδούσαν ιταλικές επιτυχίες της εποχής. Αρχές δεκαετίας του '70 ο Βασίλης αυτονομήθηκε κι άρχισε να τραγουδάει τα έντεχνα ελληνικά. Αυτά έλεγε και στα ελληνικά φοιτητικά στέκια του Μονάχου, όπου πήγε το 1973 συμμετέχοντας σε επιτροπές του αντιδικτατορικού αγώνα.
  • Αλλά, όπως έλεγε σε συνέντευξή του στην «Ε» στη Φωτεινή Μπάρκα το 2003, «τρυφερή μου επιθυμία τότε ήταν να γνωρίσω κάποτε τον Μίκη Θεοδωράκη. Το έκανα. Πήγα από τη Γερμανία στο Παρίσι, του χτύπησα την πόρτα, του τραγούδησα και συμφωνήσαμε ότι θα συνεχίσουμε τις περιοδείες μαζί. Οταν γυρίσαμε στην Ελλάδα ήταν ήδη 1974 και μπήκαμε αμέσως στο στούντιο για τον «Προδομένο λαό». Συγχρόνως ζητάω από την εταιρεία να γνωρίσω τον Μάνο Λοΐζο. Τον γνώρισα, του τραγούδησα και μπήκα στον πρώτο δίσκο του, τα «Τραγούδια του δρόμου»...».
  • Ακολούθησαν συνεργασίες με διάφορους δημιουργούς. «Τραγούδησα με τον Θάνο Μικρούτσικο τον Καββαδία, με τον Θεοδωράκη τον Λειβαδίτη, τον Καρυωτάκη, τον Αλκη Αλκαίο, τον Κώστα Τριπολίτη, μέχρι Κωστούλα Μητροπούλου, Νεγρεπόντη και Νικόλα Ασιμο. Υπήρχε όμως πάντα σ' εμένα αυτή η σαλάτα των καταβολών μου, από το δημοτικό τραγούδι των νανουρισμάτων, στον Βαμβακάρη, στον Τσιτσάνη, στον Θεοδωράκη και στον Χατζιδάκι, που μαζί με τον Σαββόπουλο, τους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς μού δημιούργησαν ένα συνονθύλευμα με την καλή έννοια, που μου άρεσε. Μόλις, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία, στον πρώτο προσωπικό μου δίσκο («Βασίλης Παπακωνσταντίνου»), το ακολούθησα. Δυνατότερο, φυσικά, ήταν το στίγμα μου με το «Φοβάμαι»», έλεγε στην ίδια συνέντευξη.

Από το πολιτικό στο ροκ

  • Αν ο πρώτος κύκλος της καριέρας του σημαδεύεται κυρίως από τον Λοΐζο, τον Μικρούτσικο και τον Ασιμο, τις συναυλίες της Μεταπολίτευσης, τα σπουδαία του έντεχνου και το παρόν μιας δρώσας και αριστερής πολιτικής συνείδησης, ο δεύτερος κύκλος ανήκει στην πιο ροκ πλευρά του και στις μεγάλες συναυλίες: Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, Αλεξάνδρας και χιλιάδες κόσμου που τον αποθεώνει.
  • Αυτή την «εφηβική», δυναμική εικόνα και τη σπουδαία φωνή έχουμε ακόμα να χαιρόμαστε στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Είτε εμφανίζεται στο Ηρώδειο σε μια unplagued συναυλία-αναδρομή, είτε στα μεγάλα στάδια, είτε ως μέλος μιας μεγάλης, αμετανόητα ροκ, παρέας στις μουσικές σκηνές. Δεν είναι τυχαίο ότι από τα τόσα τραγούδια του κάθε γενιά φτιάχνει το προσωπικό της «play-list». Ολα αυτά τα «προσωπικά» εκπροσωπούνται στο μουσικό «ανθολόγιο» των cd και του dvd. Μ' έναν τρόπο, δηλαδή, είμαστε όλοι εκεί μαζί του... *

Friday, March 27, 2009

Γιώργος Κουρουπός: «Σου λένε ουσιαστικά να μην υπάρχεις... »

  • Το ΥΠΠΟ μειώνει τη χρηματοδότηση της Ορχήστρας των Χρωμάτων, που ακύρωσε προγραμματισμένες εκδηλώσεις

  • Ενσάρκωση του οράματος του ιδρυτή της Μάνου Χατζιδάκι, η Ορχήστρα των Χρωμάτων, που κλείνει είκοσι χρόνια δημιουργικής προσφοράς, έχει έμπρακτα αποδείξει το σημαντικό ρόλο της στη μουσική ζωή του τόπου μας. Ομως, παρά το εξαιρετικό της έργο, συνεχίζει να είναι δέσμια μιας ανάλγητης πολιτικής, που δεν της εξασφαλίζει ούτε τα στοιχειώδη προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει. Χτες, η Ορχήστρα ανακοίνωσε ότι, λόγω οικονομικών δυσχερειών, ακυρώνει τον κύκλο εκδηλώσεων «Μουσική και Κινηματογράφος» στο «Τριανόν» (είχε προγραμματιστεί για τις 4-10/5) και την αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι ημερίδα - συναυλία, προγραμματισμένη για τις 22/6, στο Μέγαρο Μουσικής.
  • «Είμαστε αναγκασμένοι να ακυρώσουμε όποιο πρόγραμμα μέχρι και τον Ιούλιο δεν καλύπτεται από αυτοχρηματοδότηση (χορηγίες, έσοδα)», μας λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας, Γιώργος Κουρουπός, καθώς «το ΥΠΠΟ με έγγραφό πριν ένα μήνα μας ανακοίνωσε ότι η Ορχήστρα λαμβάνει φέτος 1.400.000 ευρώ, δηλαδή 200.000 ευρώ λιγότερα από όσα έπαιρνε τα τελευταία χρόνια. Λόγω του επετειακού χαρακτήρα της χρονιάς είχαμε ζητήσει 1.800.000 ευρώ, καθώς τα 1.600.000 καλύπτουν αποκλειστικά τα ανελαστικά έξοδα της ορχήστρας (μισθοί, γραφείο, διαγωνισμός «Μητρόπουλος»). Κάτω απ' αυτό το ποσό δεν μπορούμε αντικειμενικά να υπάρξουμε. Ολο το πρόγραμμα τα τελευταία χρόνια το καλύπταμε με δικά μας έξοδα, δεν πλήρωνε το υπουργείο γι' αυτό. Τώρα, μας δίνουν λιγότερα και από τις ανελαστικές δαπάνες. Ετσι, κόβουμε όποια εκδήλωση δεν αυτοχρηματοδοτείται, όμως τον Ιούλη, αν τελικά δεν αλλάξει η απόφαση, θα πρέπει να κόψουμε από εργαζόμενους, που σημαίνει ότι κι εγώ θα παραιτηθώ. Αφού τα 1.400.000 δε φτάνουν για τ' ανελαστικά, όσα προγράμματα και να κόψουμε, δε γίνεται τίποτα. Αν δεν αλλάξει η απόφαση, δεν έχουμε τρόπο να κρατήσουμε τους 47 εργαζόμενους (40 μουσικούς και 7 υπαλλήλους). Οσο υπάρχεις προγραμματίζεις και βγάζεις και τα έξοδα της παραγωγής. Ομως δεν μπορεί ποτέ σε πολυσύνολα σχήματα, μισθοί, ενοίκια κλπ να καλύπτονται από τις χορηγίες. Μέχρι στιγμής καταφέραμε να χρωστάμε σε μισθούς μόνο δύο μήνες. Μαζεύουμε ό,τι μπορούμε από προηγούμενες συνεργασίες μας... Ομως όταν το ποσό που δίνει το ΥΠΠΟ δεν καλύπτει καν τα ανελαστικά, έχεις πρόβλημα, ό,τι και να κάνεις. Τώρα δε σου κόβουν κάποιο πρόγραμμα, σου λένε ουσιαστικά να μην υπάρχεις. Εμμέσως λένε "απολύστε μουσικούς"». [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Σάββατο 28 Μάρτη 2009]

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ: «Είμαι ένας άνθρωπος αγιάτρευτος, μανιακός του ήχου και των κειμένων»

http://www.os3.gr/festival_2007b/petras/nikos_mamagakis.jpg

  • Το σπίτι του στο Μετς έχει κάτι από ινδικό ναό με μια χαρούμενη νότα αυλής σχολείου. Ο Νίκος Μαμαγκάκης, ένας από τους σημαντικότερους και πολυγραφότερους Ελληνες συνθέτες, μας υποδέχεται εκεί, ανάμεσα σε αυτοσχέδια μουσικά όργανα, δίσκους και βιβλία που εκδίδει από τη δική του εταιρεία και μας μιλάει για την αβάσταχτη αγάπη του για τη λογοτεχνία και τη μουσική. Σε κάποιο εσώφυλλο δίσκου διαβάζω ένα μικρό σημείωμά του για τη μουσική:
  • Και όπως στον έρωτα... λυτρώνει σε δωμάτια με ημίφως, κλειστά παράθυρα και πεσμένα παραπετάσματα. Αλλά και γιατί όχι και σε υπαίθριους χώρους με άπλετο φως και διάφανο αγέρα, ή και ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα και σε βροχή, σε χιόνια...

Τα τελευταία χρόνια έχετε ηχογραφήσει από την αρχή όλους τους δίσκους σας, οι οποίοι κυκλοφορούν πλέον από τη δική σας εταιρεία, την Ιδαία. Επίσης, έχετε ξεκινήσει ένα εκδοτικό έργο και ήδη τέσσερα βιβλία σας είναι στην αγορά. Πώς αποφασίσατε να αναλάβετε μόνος σας όλη αυτή τη δράση;

  • ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ: Από απόγνωση. Τρελάθηκα με την αυθαιρεσία των δισκογραφικών εταιρειών, οι οποίες κυκλοφορούσαν μόνον ό,τι τους άρεσε από το έργο μου ή και τίποτα. Αποφάσισα, λοιπόν, χωρίς καμία βοήθεια, να το κάνω μόνος μου. Εφτιαξα μια μικρή ετικέτα, την Ιδαία (από το αρχαίο όνομα της Κρήτης), που είναι μια «βιοτεχνία» μουσικής. Καμία σχέση με πρακτικές εταιρειών, πολιτικές δημόσιων σχέσεων και κερδοσκοπία. Εβαλα όσα λεφτά είχα και δεν είχα και μπήκα στο δικό μου στούντιο, το οποίο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτά των εταιρειών. Ηχογράφησα από την αρχή 42 δίσκους μου. Πολλή δουλειά. Και έπεται συνέχεια.

Ποια ανάγκη σάς έσπρωξε να προχωρήσετε και στις εκδόσεις;

  • Ν.Μ.: Τείνω να γίνω συνθέτης κειμένων, ξέρεις. Είμαι μανιακός με τα κείμενα. Κατακλύζομαι από σελίδες κειμένων σε όλη μου τη ζωή. Από μικρό παιδί, στην Κατοχή, όταν πρωτοδιάβασα το ξεκοιλιασμένο από τους βομβαρδισμούς Ασμα Ασμάτων στο κατώφλι του σπιτιού μου στο Ρέθυμνο. Αμέσως μετά διάβασα την Ερωφίλη. Η πρώτη μου μελοποίηση, σε ηλικία 12 ετών, ήταν πάνω σε ένα ποίημα μιας χριστιανής ποιήτριας που βρήκα σε ένα περιοδικό της μάνας μου. Και στη Γερμανία, όταν σπούδαζα κοντά στον Καρλ Ορφ, που ήταν μέγας λάτρης των κειμένων, πάλι κοντά στα κείμενα ζούσα και ανέπνεα. Εκεί πρωτοδιάβασα τον Οδυσσέα του Τζόις και όλους τους μεγάλους συγγραφείς. Ηταν, λοιπόν, φυσικό να θελήσω κάποτε να εκδώσω κείμενα που θεωρώ σημαντικά, αφού ποτέ δεν ξεχώρισα τα κείμενα από τα μουσικά έργα μου. Ενας ακόμη λόγος ήταν ότι κάποια κείμενα που ήθελα να μελοποιήσω δεν υπήρχαν. Οπως, για παράδειγμα, το λαϊκό έπος του Παντζελιού, το οποίο μιλάει για την πρώτη επανάσταση στην Κρήτη το 1770 και τη δράση του Δασκαλογιάννη. Εντόπισα μόνο μία μοναδική παλιά έκδοση σε κάποια βιβλιοθήκη της Κρήτης.

Ποια βιβλία έχετε εκδώσει μέχρι σήμερα;

  • Ν.Μ.: Εκτός από «Το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», τον οποίο θεωρώ ένα από τα πιο φωτισμένα πρόσωπα όλου του Ελληνισμού, έχω εκδώσει επίσης τα ποιήματα του εξαίσιου ρεθυμνιώτη βάρδου και αυτοσχέδιου ποιητή Γιώργου Καλομενόπουλου, «Τα Ψηλορείτικα», «Το τραγούδι του παλιού Ρεθύμνου» και τις «Κρητικές αύρες», γραμμένα από έναν δημιουργό με πολύ προσωπικό ιδίωμα. Ακόμη, τον «Νέο Ερωτόκριτο» του αγαπημένου φίλου μου Παντελή Πρεβελάκη, του οποίου επίσης το κείμενο δεν υπήρχε και το εξέδωσα για πρώτη φορά. Είναι μια συγκλονιστική και τολμηρή λογοτεχνική στιγμή του. Τέλος, το δοκίμιο του μεγάλου μουσικολόγου και διανοουμένου Γιάννη Παπαϊωάννου, του περίφημου Νανάκου. Τον είχα καλέσει στο κτήμα μου στον Θεολόγο και μιλούσαμε 10 μέρες. Καταρράκτης πληροφοριών. Αυτή η ηχογράφηση έγινε βιβλίο, με τίτλο «Διάλογοι πάνω στη σύγχρονη ελληνική μουσική».

Δεν αντιμετωπίσατε προβλήματα διανομής στα δισκοπωλεία και τα βιβλιοπωλεία;

  • Ν.Μ.: Πήγα μόνος μου σε όλα τα μεγάλα μουσικά μαγαζιά φορτωμένος με τα cd μου και τους ρώτησα: «Τα θέλετε; Είναι το έργο μου». «Βεβαίως, κύριε Μαμαγκάκη», μου είπαν. Λεφτά δεν έβγαλα ούτε αυτός ήταν ο σκοπός μου. Αυτό που ήθελα, και το πέτυχα σε πείσμα όλων, ήταν να υπάρχει το έργο μου παντού, σε όλη την Ελλάδα. Και στα βιβλία μου προσπαθώ να κάνω το ίδιο. Σήμερα βρίσκονται στην Πολιτεία, στον Ιανό, στον Κάουφμαν, στην Πρωτοπορία και στον Νάκα. Εχω δημιουργήσει, επίσης, ένα εργαστήρι εξωφύλλων και χωρίς να περνιέμαι για εικαστικός, φτιάχνω μόνος μου και τα cd και τα βιβλία. Η ανάγκη με ώθησε να το κάνω, αφού έπρεπε να δώσω μόνο γι' αυτά πάνω από 200.000 ευρώ, τα οποία φυσικά δεν είχα. Πρέπει να πω ότι μέσα στην τρέλα μου και στο πείσμα μου υπήρξα πολύ τυχερός. Με βοήθησαν σε όλη αυτή την προσπάθεια άνθρωποι ταλαντούχοι, συνεργάτες με όραμα.

Σε ποιο μεγάλο κείμενο ακουμπήσατε πρώτη φορά για να εμπνευστείτε μουσικά;

  • Ν.Μ.: Στον Ερωτόκριτο, ο οποίος έχει υποστεί καμιά πενηνταριά γραφές από τότε. Σε όλα μου σχεδόν τα έργα συμβαίνει αυτό. Και τα τελευταία χρόνια που τα ηχογραφώ ξανά, τα αναβιώνω, τα ανασυνθέτω, τα εκτελώ από την αρχή. Πολύμοχθη εργασία, ώρες ατέλειωτες, ακόμα και 20 ώρες την ημέρα, 7 μέρες τη βδομάδα. Μέχρι τελικής πτώσεως.

Γιατί νιώθετε την ανάγκη να επανέρχεστε;

  • Ν.Μ.: Τα έργα δεν τελειώνουν, μη γελιόμαστε. Οι ειδικοί λένε ότι λιγότερο από 50% είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί από την αρχική ιδέα που συλλαμβάνει ένας δημιουργός.

Νιώθετε ότι κάτι λείπει από το έργο, ότι κάποια καινούρια ιδέα πιέζει και πρέπει να συμπληρωθεί;

  • Ν.Μ.: Νομίζεις ότι δεν θέλω να γλιτώσω από όλα αυτά που έχω ήδη γράψει; Είναι οδυνηρό. Και πιο δύσκολο να διορθώσεις από το να δημιουργήσεις κάτι καινούριο. Αλλά νιώθω, ξέρω, αισθάνομαι ότι τα έργα μου δεν έχουν τελειώσει. Την ίδια στιγμή που γράφω κάτι σκέφτομαι την ανασύνθεσή του, τη βελτίωσή του. Ολοι οι δημιουργοί έχουν γράψει άπειρες φορές τα θέματά τους. Μήπως ο Μπετόβεν δεν ήξερε μουσική και βλέπεις στις παρτιτούρες του τόσες διορθώσεις; Και ο Τολστόι; Χιλιάδες αναθεωρήσεις.

Θυμήθηκα τώρα το «Αγνωστο Αριστούργημα» του Μπαλζάκ, όπου ο ζωγράφος με τη μανία του για την τελειότητα καταστρέφει το δημιούργημά του. Δεν υπάρχει αυτός ο κίνδυνος;

  • Ν.Μ.: Υπάρχει, βεβαίως, αλλά στην περίπτωσή μου δεν πρόκειται για τελειομανία. Δεν είμαι ούτε ιδιοφυής ούτε μεγαλοφυής. Είμαι ένας άνθρωπος αγιάτρευτος και φανατικός, χτυπημένος από τη μανία του ήχου και των κειμένων, ένας ηχολάγνος, ένας ηχουργός, σε βαθμό που σκέφτομαι ότι τώρα που είμαι πρεσβύτης πώς διάβολο αντέχει το μυαλό μου... Θέλει κότσια, κόπο, στερήσεις και κουράγιο να κάθεσαι ώρες ατέλειωτες και να δουλεύεις. Στη μουσική το μολύβι είναι πολύ βαρύ αν δεν κάνεις αναμασήματα και δεν γαργαλάς τα υπογάστρια των ανθρώπων. Δεν είναι παίξε-γέλασε η μουσική. Είναι μια γοητεία που κρατάει χρόνια, ακόμα και στην πιο μεγάλη κούραση, ακόμα και στα αδιέξοδα.

Από πού αντλείτε αυτή τη δύναμη;

  • Ν.Μ.: Ξέρω κι εγώ; Από μια ανωμαλία που έχει γίνει πια χρωμόσωμα. Ο μύθος λέει ότι στη νεκροψία βρέθηκαν στα πόδια του Νιζίνσκι κάτι ίνες σαν αυτές που έχουν τα πουλιά. Είμαι σκλάβος του πάθους μου. Ανήκω στη μουσική, χωρίς αυτό να εμπεριέχει τίποτε μεταφυσικό ή μεγαλόπνοο. Εγώ γράφω μουσική με όση δύναμη έχω και θέλω να φτάσω τις ιδέες μου στο καλύτερο δυνατό σημείο. Και να μελοποιώ τα μεγάλα κείμενα. Οπως την Οδύσσεια του Ομήρου σε απόδοση του αγράμματου κρητικού ριμαδόρου Γιώργη Ψυχουντάκη και το Συμπόσιο του Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, με τα οποία θα καταπιαστώ στο μέλλον.
Εχετε μελοποιήσει μεγάλους ποιητές, όπως Σαπφώ, Ρίτσο, Εγγονόπουλο, Καβάφη, Κάλβο, Αισχύλο, Λόρκα και τόσους άλλους. Ποιοι από αυτούς σάς έχουν εμπνεύσει περισσότερο;
  • Ν.Μ.: Ο Γεώργιος Χορτάτζης είναι ο μεγαλύτερος Ελληνας ποιητής μετά τους τραγικούς. Είναι η γέφυρα μεταξύ του Αισχύλου και του νέου Ελληνισμού. Μετά, έρχεται ο Βιτσέντζος Κορνάρος, που ήταν μαθητής του. Δεν θυμάμαι καμιά περίοδο της ζωής μου που να μη με απασχολεί η Ερωφίλη του Χορτάτζη. Είναι ένα έργο που με καθόρισε. Και τον Ρίτσο τον αγάπησα πολύ. Δεν μπόρεσα ποτέ να μελοποιήσω Ελύτη, παρότι η ποίησή του είναι τεράστια και ήταν φίλος μου. Υπέροχος άνθρωπος. Και από τον Σεφέρη, πολύ λίγα έχω γράψει, παρότι είχα την παρότρυνσή του. Και ήταν, ξέρεις, δύσκολος άνθρωπος, φειδωλός στα κομπλιμέντα, βαρύς. Μου είχε μάλιστα γράψει σε ένα γράμμα ότι κάνω μουσική με γνώση και με τρόπο.

Γιατί δεν μπορέσατε να τους μελοποιήσετε αφού αγαπούσατε την ποίησή τους;

  • Ν.Μ.: Δεν εξηγείται. Η μελοποίηση των κειμένων, η προσέγγισή τους είναι τεράστιο ζήτημα. Η σχέση λόγου και ήχου είναι πολύ συχνά απροσπέλαστη. Και εγώ και μεγαλύτεροι συνθέτες από εμένα έχουμε εντρυφήσει, χωρίς πάντα να έχουμε καταφέρει πολύ καλές λύσεις. Η ζωή μου είναι αυτή η προσπάθεια. Αγαπώ την καθαρή μουσική, τα κονσέρτα, αλλά πιο πολύ τα μελοποιημένα κείμενα. Ξερογλείφομαι όπως ένα σκυλί μπροστά στην Οδύσσεια και στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Και παρακαλάω να είμαι καλά στην υγεία μου, να μπορέσω να αντέξω, να καταφέρω να τα μελοποιήσω με τον τρόπο που ονειρεύομαι.

Ο πρώτος μουσικός ήχος που θυμάστε ποιος ήταν;

  • Ν.Μ.: Η καμπάνα της εκκλησίας, δίπλα στο σπίτι μου. Ηθελα να με πηγαίνει η μάνα μου στην ταράτσα να την ακούω να χτυπά. Και στην προκυμαία, όταν άκουσα πρώτη φορά τη λύρα του Ανδρέα Ροδινού, πρώτου μου ξάδελφου, ο οποίος υπήρξε ο μεγαλύτερος λυράρης που έβγαλε ποτέ η Κρήτη. Είναι εκείνος που ανέπτυξε πρώτος την τεχνική της λύρας με το σπάνιο, εξαιρετικό χάρισμα που είχε. Ηταν ένα αστέρι: ψηλός, όμορφος, πρώτος μαθητής, στα 16 του έπαιζε όλο το ρεπερτόριο. Μπορούσε να παίζει 3 μέρες χωρίς σταματημό. Πέθανε στα 22 από φυματίωση και η γιαγιά μου τυφλώθηκε από τα κλάματα. Ακόμα έχω στα αυτιά μου τα μοιρολόγια για τον Ανδρέα. Ημουνα 5 χρονώ.

Η μουσική σας είναι ιδιωματική, αβανγκάρντ, ενώνει πρωτοποριακούς ήχους με τη δημοτική μουσική, περνάει από το έντεχνο στο ρεμπέτικο και το λαϊκό, και από τις όπερες, τα ορατόρια και τις συμφωνίες στα απλά τραγούδια. Πώς ταιριάζουν μεταξύ τους όλα αυτά;

  • Ν.Μ.: Η μουσική είναι μία. Είναι η τέχνη και η επιστήμη των ήχων. Εγώ, μουσικός είμαι, ήχους οργανώνω και δεν με ενδιαφέρει καθόλου να βάλω ετικέτες στους ήχους. Είναι σαν να λέμε ότι δεν μπορούμε να πάμε στην Επίδαυρο να δούμε τραγωδία και μετά να ακούσουμε ρεμπέτικο. Χαιρόμαστε και με τα δύο, τα αγαπάμε και τα δύο και δεν χρειάζεται να απολογηθούμε σε κανέναν γι' αυτό. Το να γράψεις ένα καλό τραγούδι δεν θέλει λιγότερη δύναμη από το να γράψεις μια συμφωνία. Απλώς η συμφωνία χρειάζεται περισσότερο χρόνο.

Εχετε γράψει εκατοντάδες τραγούδια, ακόμη και για τη Φίνος Φιλμς.

  • Ν.Μ.: Ρώτησα κάποτε τον Ξενάκη γιατί δεν γράφει τραγούδια. Μου απάντησε ότι δεν μπορούσε. Μια ομολογία ειλικρινής και τρομακτική. Θα σου πω ακόμη ότι σχεδόν όλοι οι αβανγκαρντίστες συνθέτες που γνωρίζω δεν μπορούν να γράψουν ένα τραγούδι. Γι' αυτό δεν γράφουν. Εγώ αν δεν μπορώ να γράψω ένα τραγούδι δεν μπορώ να ζήσω. Τρελαίνομαι, το καταλαβαίνεις; Υπάρχουν φορές που σε τσιγκλάει ένας ήχος καμπανιστός και σου κάνει κομμάτια το μυαλό. Οταν πετύχω να γράψω μια καλή φράση συγκινούμαι αφάνταστα· τώρα που μεγάλωσα πια μπορώ να το πω, συγκλονίζομαι μέχρι δακρύων. Τι δηλαδή; Να μην κάνω κάτι που με συγκλονίζει επειδή γράφω συμφωνίες; Θυμάμαι τον Χατζιδάκι που μου έλεγε: «Τα μισώ τα παιδιά του Πειραιά». Του απαντούσα πως είχε άδικο. Ποτέ δεν αποκήρυξα τα τραγούδια που έγραψα για τη Βουγιουκλάκη και τον Φίνο. Ημουνα απολύτως δοσμένος σε αυτό που έκανα, δεν πήγα εκεί για να σνομπάρω και οι άνθρωποι ήταν σκληροί επαγγελματίες, τσακάλια, ήθελαν από μένα το καλύτερο. Μπορεί να έγραψα αυτά τα τραγούδια για να επιβιώσω λόγω χούντας, αλλά δεν τα θεωρώ υποδεέστερα. Αρχισα, μάλιστα, να τα παίζω και στις συναυλίες μου. Χαίρομαι που τα έχω γράψει, κόπιασα γι' αυτά και δεν μου έχουν κάνει κανένα κακό. Κι ας θεωρώ ότι η «Οπερα των Σκιών» ή «Τα τραγούδια της Παράδεισος» είναι για μένα κάτι πολύ σημαντικό.

Υπάρχουν κάποια έργα σας που ξεχωρίζετε;

  • Ν.Μ.: Ολα τα έγραψα με την ίδια ζέση, προσπάθεια, αγάπη, τιμιότητα. Θέλει τιμιότητα να είναι το επόμενο έργο σου διαφορετικό από το προηγούμενο.

Οταν ακούτε μουσική τι αισθάνεστε; Συγκίνηση, έκσταση, αισιοδοξία, δύναμη;

  • Ν.Μ.: Η τέχνη θέλει να εκστασιάσει. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να έχει κανείς μπροστά σε ένα έργο τέχνης. Μέσα από την έκσταση γίνεται η αναμόχλευση των παθών και έρχεται η κάθαρση. Μετά την ακρόαση και την αισθητική λειτουργία που συντελείται, επέρχεται ένα είδος πνευματικής τόνωσης. Σε μένα συμβαίνει μετά την ακρόαση να έρχονται νέες ιδέες, να πλημμυρίζω από νέες ιδέες. Αισθάνομαι θηρίο ανήμερο, έτοιμο να κατακτήσει όλον τον κόσμο.
  • Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009